Μια ηλικιωμένη ηθοποιός πίνει τον καφέ της κάθε μέρα την ίδια ώρα και κοιτάζει τον κόσμο πίσω από τα σκοτεινά της γυαλιά. Τι έχει ζήσει στο παρελθόν και τι την ανάγκασε να απομονωθεί στο διαμέρισμά της; Πώς συνδέεται μαζί της ο άντρας που την παρακολουθεί κρυφά έξω από το μαγαζί; Κάτω από ποιες συνθήκες θα πεθάνει η γυναίκα στην Εθνική Πινακοθήκη, μπροστά από το νεανικό της πορτρέτο; Είναι αυτοκτονία ή δολοφονία;
Βιβλίο Έξι λεπτά ακόμα
Συγγραφέας Σταύρος Χριστοδούλου
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Καστανιώτης
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Το νέο μυθιστόρημα του Σταύρου Χριστοδούλου μας ταξιδεύει στην κινηματογραφική και θεατρική Αθήνα της δεκαετίας του 1950, στην ιταλική Τσινετσιτά του 1960 κι από κει στη δεκαετία του 1980 για να μας γνωρίσει την ηθοποιό Μαρία Σαντά και να μας δείξει μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα με φιλοδοξίες, λάθη, δύναμη, αμφιβολίες. Μια συναρπαστική ιστορία που καταγράφει μια καριέρα γεμάτη υποσχέσεις, έναν δυνατό έρωτα με τα πάνω και τα κάτω του και τις τελευταίες προσπάθειες της ηρωίδας της να επιστρέψει στο προσκήνιο, πέφτοντας θύμα επιτήδειων. Εξαπατήθηκε όμως ή όλο αυτό ήταν μια παγίδα που έστησε ώστε να προφυλάξει τον εαυτό της; Η Μαρία Σαντά, 87 ετών, βρίσκεται νεκρή σε αίθουσα της Εθνικής Πινακοθήκης κι έτσι ξεκινάει ένα κουβάρι αποκαλύψεων, μυστικών και ψεμάτων που θα αφηγηθούν τη ζωή της αείμνηστης πρωταγωνίστριας.
«Νόστιμη ήμουνα. Ή μάλλον όχι, νόστιμα τότε ήτανε κι άλλα κορίτσια στο θέατρο. Αλλά ιδιαίτερες ήμασταν λίγες». Αυτό
παραδέχεται η Μαρία Σαντά στα πρώτα της βήματα. Μια γυναίκα που επαναστάτησε απέναντι στην οικογένειά της για να ακολουθήσει την υποκριτική, με αποτέλεσμα ο μπακάλης πατέρας, Ιάκωβος, να τη θεωρεί νεκρή («Ένας χωριάταρος ήτανε, που απ’ τα μέρη του κουβάλησε μονάχα την αποφορά των καφέ αμάν») και η μάνα, Κερασία Κασάπη, η καλοθρεμμένη κόρη του έμπορα, να βυθιστεί στη σιωπή της και να καταφύγει στην κουζίνα της. Πρόσφυγες όλοι τους, με τους Κασάπηδες «από την αρχοντική σάλα του πατρικού τους στις λάσπες των προσφυγικών συνοικισμών». Μέσα από σύντομες αφηγήσεις μαθαίνουμε για το οικογενειακό παρελθόν της Σαντά, τις αντιλήψεις και τις νοοτροπίες που γαλούχησαν τους γονείς της («στενοκοπημένος συζυγικός βίος»), τα χρόνια της Κατοχής με τον σκοτεινό τρόπο επιβίωσής τους, τις σχέσεις ανάμεσα στο ζευγάρι και πώς σμιλεύτηκαν με την πάροδο του χρόνου. Μόνη συντροφιά της Μαρίας είναι η θεία Άσπα, δίδυμη αδελφή της μητέρας της («-Εσύ θέλω να είσαι η μάνα μου…δεν φοβάσαι να ματώσεις κι από τη σκληρότητα του κόσμου»), ράφτρα στο Εθνικό Θέατρο και μοδίστρα.
Το θέατρο υπήρξε η διαφυγή της Μαρίας, που μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι με βαριά σιωπή, υπονοούμενα και σιγή, «σε ένα περιβάλλον με απόντες». Θαμπώθηκε από το κύκνειο άσμα του Αιμίλιου Βεάκη, από την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, «αγκιστρωνόταν σε λόγια που ξεκλείδωναν μέσα της τα μυστήρια της ζωής», οπότε θα πετύχει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, θα ποζάρει για έναν από τους πιο καταξιωμένους ζωγράφους των Αθηνών και τελικά θα ακολουθήσει στην Ιταλία τον κατά πολύ μεγαλύτερό της κοσμηματοπώλη Στέφανο Τσουκαλά, έναν άντρα που της ζητά να πιστέψει «ότι μπορείς να είσαι αυτό που ονειρεύομαι εγώ για σένα». «Εραστής, πατέρας, φίλος, άντρας, αδελφός. Ένα κουβαράκι πλαστελίνη ήμουνα, που το πήρες στα χέρια σου και του ‘δωκες μορφή» (σελ. 41), αυτό ήταν ο Στέφανος για κείνη. Μια σχέση που ούτε αυτή δεν έκανε τη μάνα της να εκφράσει μιαν άποψη («…λάσπωσε η σιωπή και στέγνωσε και κόλλησε στα πνευμόνια της. Ούτε μια λέξη δεν βγήκε απ’ το στόμα της», σελ. 45).
Ο Στέφανος Τσουκαλάς άνοιξε το χρυσοχοείο του στην οδό Βουκουρεστίου, με τις πικάντικες πληροφορίες για το ειδύλλιο του πατέρα του με την κόρη μιας από τις ισχυρότερες οικογένειες της Φλωρεντίας να τραβούν το ενδιαφέρον αστών και μικροαστών. Θα ερωτευτεί τη Μαρία, θα τη φέρει στον δικό του κόσμο και τότε… Μετά τη δικτατορία η Σαντά θα επιστρέψει στην Ελλάδα και θα ζήσει δύσκολες, σκληρές μα και ευτυχισμένες στιγμές, κύκνεια άσματα μιας πορείας με ημίφως. «Τα σκληρά λόγια του πατέρα της και η υποταγμένη σιωπή της μάνας της την είχαν πληγώσει βαθιά» (σελ. 63). Προσπάθησε λοιπόν να ξεφύγει από το σκοτάδι τους, από τα βάρη του παρελθόντος, να ζήσει σωστά, να σταθεί στα πόδια της, σύντομα όμως θα υποπέσει σε νέα λάθη και θα παγιδευτεί σ’ ένα παιχνίδι που δεν περίμενε. Καινούργια πρόσωπα παίζουν τον δικό τους κρυφό ρόλο στη ζωή της, με αποτέλεσμα, φτάνοντας στο τέλος, να αναρωτιόμαστε ποιος από αυτούς έφτασε στο σημείο να τη σκοτώσει. Ναι αλλά αν είναι αυτοκτονία; Και πάλι, γιατί μια τόσο δυναμική και πλούσια σε εμπειρίες γυναίκα να κόψει το νήμα της ζωής της;
Παράλληλα με την εξιστόρηση της ζωής της Μαρίας Σαντά, παρεμβάλλονται τα κεφάλαια που αφηγούνται τα τελευταία έξι λεπτά της, από τις 16.32 ως τις 16.37, όπου θα βρεθεί στην Εθνική Πινακοθήκη, μπροστά στο νεανικό της πορτρέτο. Σκέψεις, προβληματισμοί, αποφασιστικότητα, αμφιβολίες, όλα αυτά τη συντροφεύουν: «Ο χρόνος. Αυτός ο αλήτης ο χρόνος με στράγγισε…Όλα τα ρήμαξε… Τίποτε δεν σώθηκε από τούτο το κορίτσι που μοιάζει με αερικό». Εντυπώσεις, απολογισμός, μετάνοιες, παραδοχές, «σαν ν’ αναμετρήθηκα μ’ εκείνη τη σκοτεινιά από ενωρίς και να κατάλαβα πως στην τέχνη τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται». Η αστυνομία αναλαμβάνει την υπόθεση κι αρχίζει να ξετυλίγεται ένα κουβάρι μυστηρίου με υπόπτους, ευκαιρίες, κίνητρα κι όλο αυτό θα οδηγήσει σ’ ένα αναπάντεχο τέλος και σε μια απρόσμενη λύτρωση.
Το μυθιστόρημα «Έξι λεπτά ακόμα» είναι η αργή άνοδος και η σταδιακή κάθοδος μιας θεατρίνας, μιας ηθοποιού, μιας γυναίκας, μιας θυγατέρας. Κινηματογράφος και θέατρο, έρωτας, Τσινετσιτά και μετά ξανά ο ανήφορος της θεατρικής αναγνώρισης, σε μια εποχή που απέχει από εκείνη των πρώτων βημάτων που έκανε η Μαρία Σαντά κι έτσι καταφεύγει σε μια σωρεία λαθών από απελπισία, άγνοια, εγωισμό, μοναξιά. Μαζί μ’ αυτήν αλλάζει κι η Ελλάδα όμως, το ενδιαφέρον του κοινού, ο πολιτισμός, η καθημερινότητα. Οι απώλειες σημαδεύουν τους χαρακτήρες, τα γηρατειά δείχνουν τα δόντια τους, έρχονται νέες αλλαγές, ορισμένες εξ αυτών αμετάκλητες. Μια πλοκή που διαδραματίζεται «Την αυγή της δεκαετίας του 1950, όταν η μετεμφυλιακή Αθήνα μπουσουλούσε ακόμα στα απόνερα των πολέμων» και αφορά μια γυναίκα που παλεύει να φύγει μακριά από τη σιωπή της μάνας της, «τη σιωπή που απονεκρώνει τις αισθήσεις». Μια Αθήνα με κινηματογράφους και θέατρα, με καφέ και ζαχαροπλαστεία, με κοσμικά κέντρα και κομψά εστιατόρια, Φωκίωνος Νέγρη και Κολωνάκι από τη μια, Νεάπολη από την άλλη. Ένα συναρπαστικό και καλοδουλεμένο ψυχογράφημα μιας γυναίκας που μεγαλώνει και παλεύει για λίγο φως ακόμη, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη σκοτεινιά της οικογένειάς της που δεν παύει να την κατατρύχει αλλά και από το έρεβος της ίδιας της ψυχής της.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«…μια θεατρική ερμηνεία, όσο σπουδαία κι αν είναι, πεθαίνει την ίδια ώρα που γεννιέται πάνω στη σκηνή. Τίποτα δεν μένει, παρά μόνο κάποια ξέφτια στη μνήμη των θεατών» (σελ. 36).
«Και να πέσεις και να ματώσεις τα γόνατά σου, εσύ να σηκώνεσαι. Πάντα. Για σένα και για κανέναν άλλον. Εσύ μετράς μόνο» (σελ. 135).
«Το θέατρο είναι καταβύθιση στα πιο βαθιά σκοτάδια. Κι εσύ δεν ήσουν φτιαγμένος από αυτά τα υλικά -ατσάλι και άμμο μαζί. Ένα πολύτιμο κράμα από ευτελή υλικά που αντέχει στην υψικάμινο του σπουδαίου Λόγου» (σελ. 167).