Μια συλλογή δεκαέξι διηγημάτων που αποτελούνται κατά μέσο όρο από πέντε έως δέκα σελίδες το καθένα. Ποικιλία εκφραστικών μέσων, θεμάτων και γραφής, τα περισσότερα εξ αυτών επικεντρώνονται στο προσφυγικό ζήτημα και διαδραματίζονται στο νησί της Σάμου.
Βιβλίο Σφεντόνα
Συγγραφέας Έλενα Χουσνή
Κατηγορία Συλλογή διηγημάτων
Εκδότης Κύφαντα
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Θα ξεκινήσω με τα αστυνομικά διηγήματα που καταγράφουν πολλές και διαφορετικές αφορμές και αιτίες για ένα έγκλημα. Στην
«Αφόρετη ανθρωπίλα», η υπαστυνόμος Ψυκάκου προσπαθεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας να βρει έναν κατά συρροή δολοφόνο που στέλνει στα θύματά του ακατανόητα mail περί μοναχικών λύκων, φυγής και «κοινωνία της πικρής εξομολόγησης». Η αλήθεια που κρύβεται από πίσω είναι ωμή και σκληρή, με τρόμαξε. Αστυνόμο έχουμε και στο «Μονά-ζυγά στον θάνατο», τον Γιώργο Καλομοίρη. Ερευνά τρεις φόνους που διαπράχτηκαν μέσα σε λίγες μέρες σε μια ήσυχη γειτονιά με τη βοήθεια της συναδέλφου Φαίης Καζάκου, μιας γυναίκας με όρεξη και δυνατό μυαλό, χώρια το ταλέντο της στις ανακρίσεις. Τρία θύματα χωρίς κανένα κοινό στοιχείο πλην της διαμονής τους στον ίδιο δρόμο, όπου δεν άκουσε και δεν είδε κανείς τίποτα. Ακολουθεί μια γρήγορη, σχεδόν βιαστική, επίλυση που αντικατοπτρίζει την πετριά που μπορεί να φάει ο οποιοσδήποτε σε ανύποπτη στιγμή και ν’ αρχίσει να σκοτώνει.
Μεγάλο θυμό βλέπω στις «Καμπύλες και γωνίες», όπου καταγράφεται μια ενδιαφέρουσα οπτική για ένα έγκλημα απωθημένων. Συγκινητικό το «Δυο τρεις λέξεις και τελειώσαμε» όπου ένας πατέρας αποφασίζει να πάρει τον νόμο στα χέρια του σε μια ανατρεπτική ιστορία που συνδέει απρόσμενα δυο διαφορετικούς ήρωες. Ξεχωρίζω τον τρόπο της αποκάλυψης του ενόχου και των εγκλημάτων του στο «Με άλλες, μα για κείνη». Η φράση «Γιατί η ζωή ένα πράγμα αγαπά. Τη φθορά. Αυτή έχει για μέτρο ότι προχωρά. Αυτή και την ασχήμια. Κι όταν τις μετρήσει και τις βρει αρκετές, ξέρει πως έχει κάνει δρόμο πολύ και θα πρέπει από κάπου αλλού να ξαναρχίσει» (σελ. 123) ακόμα με στοιχειώνει. Γρήγορη, πανέξυπνη αλλά πικρή «Η βιτρίνα» και μια έκπληξη το «Άσπρο-μαύρο κι όλο απ’ την αρχή», όπου η αλήθεια στην τελευταία σελίδα με κλόνισε.
Το μεταναστευτικό κύμα, οι πρόσφυγες, η διαβίωσή τους στο νησί της Σάμου αλλά και ευρύτερα απασχολεί επίσης σε μεγάλο βαθμό τη συγγραφέα. Στα «Γυμνά πόδια», ο Νάσος ο καντινιέρης μυρίστηκε χρήμα με όλη αυτήν την αναστάτωση και έστησε την επιχείρησή του κοντά στο λιμάνι. Σύντομα εμφάνισε για βοηθό ένα προσφυγόπουλο, που πασχίζει να είναι πάντα καθαρό κα περιποιημένο. «Δεν ήταν ο μόνος που έδινε μεροκάματο σε πρόσφυγες. Το κάνανε πολλοί κι ας ήταν παράνομο». Οι αθρόες αφίξεις με τα σαπιοκάραβα άλλαξαν την τοπική κοινωνία: «Αυτό το καλοκαίρι όλοι νιώθαμε αλλιώς για τη θάλασσα. Σα να είχε μαυρίσει ξαφνικά. Η θάλασσα και το καλοκαίρι» (σελ. 29). Ο αφηγητής της ιστορίας καταγράφει με ακρίβεια και αντικειμενικότητα τις συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων: κοντέινερ, σκηνές και πρόχειρα καταλύματα ανθρώπων με βουβή κραυγή. Τι περίμεναν να βρουν εδώ που ήρθαν κι εκεί που θέλουν να πάνε; Αξίζει να φροντίσει κάποιος έναν από αυτούς; Έχει δίκιο ο Νάσος ο καντινιέρης όταν λέει πως «Ξέρεις πόσοι σαν κι αυτόν θα έρθουν; Χιλιάδες. Άσ’ τον στην ησυχία του καλύτερα». Κι όμως οι εξελίξεις είναι ανατρεπτικές, σκληρές, ωμές, μου έκοψαν την ανάσα όταν κατάλαβα τι πραγματικά συνέβαινε με το προσφυγόπουλο και μ’ έκαναν να συμφωνήσω με το τέλος.
Από την άλλη, στη «Σφεντόνα», το πιο συγκινητικό κείμενο απ’ όλα, με δωρική λιτότητα και ταυτόχρονα με δυνατή αφηγηματικότητα παρακολουθούμε την πορεία ενός πλήθους ανθρώπων προς τα συρματοπλέγματα. Δεν ξεκαθαρίζεται ποιοι είναι όλοι αυτοί και πού πάνε παρά μόνο μέσα από λέξεις-κλειδιά (checkpoint, συρματοπλέγματα, διαδήλωση κλπ.): «Εμείς είμαστε οι ανεπιθύμητοι». Η συγγραφέας δίνει τον καλύτερό της εαυτό από την αρχή ως το τέλος. «Ποιος θα κερδίσει; Θα φανεί. Εξαρτάται από τη δύναμη πυρός που έχουν τα όπλα τους και τα δικά μας πέλματα» (σελ. 38). Παρά τα καπνογόνα, ο αφηγητής δίνει ρεαλιστικά στιγμιότυπα από την πορεία, κινήσεις, αντιδράσεις, πόνο, επιθέσεις, δάκρυα, συνθήματα. Και τότε αρχίζουν οι σφεντόνες να παίζουν ρόλο «στο μπαλέτο της κόλασης». Σκόνη, καπνός, σφαίρες και μέσα σ’ όλ’ αυτά, η έγνοια του αφηγητή και μέσω αυτού της συγγραφέως είναι το παιδί, το μέλλον: «Τι κάνει το παιδί ανάμεσα στις πεσμένες σφεντόνες, τις ηττημένες πέτρες, τη σκόνη, τον καπνό, τον πόνο; Τι κάνει εδώ το παιδί; Γιατί το άφησα να μείνει; Γιατί δεν το έσπρωξα να φύγει, πριν μολυνθεί κι αυτό από τη γητεύτρα σφεντόνα;» (σελ. 44). Ένα συναρπαστικό μείγμα σουρεαλισμού και πραγματικότητας, μια κραυγή αγωνίας για κάθε πόλεμο, για κάθε καταπάτηση, για κάθε βία.

Στη συλλογή υπάρχουν και κείμενα που φλερτάρουν με τον σουρεαλισμό και αναμιγνύονται υποδειγματικά με ρεαλιστικές καταστάσεις. Στο «Α-στοιχείωτοι!», μετά τις μεγάλες πυρκαγιές, τα στοιχειά που κατοικούσαν στα δάση, πεινασμένα και σχεδόν αποδιωγμένα, αναγκάζονται να πλησιάσουν τα χωριά και να ζητήσουν σπόρους από φυτά για ν’ αρχίσουν ξανά τις ζωές τους. Ζητιανεύουν λίγο νερό και ψωμί και οι κάτοικοι βλέπουν πως δε μοιάζουν με όσα οι διαδόσεις και οι φήμες είχαν σπείρει ως τότε. Κάποτε, ήταν σαν τελετή μύησης για τα παιδιά που γίνονταν δώδεκα χρονών να ανέβουν στο βουνό και να παρακολουθούν τα στοιχειά, γυρίζουν όμως στα σπίτια τους; Τι πραγματικά συμβαίνει στην κορφή του Άη Λια; Πόση ανυπολόγιστη ζημιά μπορεί να κάνει μια πυρκαγιά στον μικρόκοσμο ενός δάσους; Εξίσου υποβλητική και ατμοσφαιρική «Η σπηλιά των νεκρών», όπου μέσα σ’ ένα βράδυ εξαφανίστηκαν δώδεκα άνθρωποι από ένα χωριό και βρέθηκαν στη σπηλιά των τρελών, στο μέρος όπου το χωριό παράταγε τους τρελούς του «στο έλεος της φύσης και της ανημπόριας τους». Χρόνια μετά ένα περίεργο έθιμο στοιχειώνει τους κατοίκους και τα ερωτηματικά γύρω από τον θάνατο και τα κοινά στοιχεία των νεκρών εξακολουθούν να υφίστανται. Ανατρίχιασα! Τέλος, στο «Να σχωρεθούν τ’ αποθαμένα σας…» έχουμε μια ιδιόμορφη άγνωστη γυναίκα σε μια κηδεία, την οποία προσέχει κάποιος που «τα μέσα του έχουν πάρει κι αυτά να λιώνουν ένα ένα από τον αργό θάνατο της παράδοσης στη σήψη της ζωής» (σελ. 104). Ένα ιδιαίτερο κείμενο που ακροβατεί επιδέξια ανάμεσα στον σουρεαλισμό, τη φαντασία και την πραγματικότητα. Γέλασα πολύ πάντως με τις κατάρες του Ζήση!
Στο «Την έλεγαν Φωφώ» έχουμε μια καλογραμμένη ιστορία για το Αγρίμι, όπως την έλεγαν όλοι στο χωριό, μια γυναίκα που γεννήθηκε στα χωράφια όπου την παράτησε η μάνα της για να πεθάνει. Επέζησε χάρη σ’ ένα βοσκό που τη μάζεψε αλλά κανείς δεν ξέρει τους γονείς της. Από μικρή έτρεχε στα ρουμάνια, σκαρφάλωνε στα δέντρα, χωρίς να μιλάει και χωρίς να την ενδιαφέρει η επαφή με τους άλλους. Κι όμως έμαθε λίγα γράμματα κι όσο μεγάλωνε τόσο περισσότερο χανόταν στις σελίδες των βιβλίων της βιβλιοθήκης του κοινοτικού καταστήματος. Η αφηγήτρια ενδιαφέρεται για το καλό της Φωφώς και προσπαθεί να μάθει την ιστορία της. «Κρίμα μεγάλο στο χωριό μας», «Δεν ξέρεις τι έπαθε η Φωφώ» και άλλα τέτοια ερωτήματα αιωρούνται γύρω της. «…εξεταστικό, έξυπνο και ήρεμο» το βλέμμα της, μορφή ασκητική, στεγνή, ίσως λίγο απόκοσμη μα καθόλου τρομακτική. Η ιστορία της μου έφερε δάκρυα στα μάτια, περιγράφοντάς μου μια φρίκη τόσο αντίθετη με τα μαγευτικά χρώματα και τις σαγηνευτικές μυρωδιές της Σάμου, στα δάση της οποίας είχε βρει το δικό της καταφύγιο.
Θυμό και οργή έχουμε επίσης στο «Εσύ έχεις ταλέντο;», ένα άκρως επιθετικό κείμενο για «την αηδιαστική οσμή της αποτυχίας που κάνει τα ρούχα να μυρίζουν» και για την «καθαρή, ευωδιαστή, ερωτική και λάγνα οσμή της επιτυχίας». Ένας άντρας γεννήθηκε με το «βλέμμα της αποπομπής» να τον ακολουθεί παντού από τότε που γεννήθηκε. Η μάνα του κι όσοι σύντροφοι αλλάζει τον κακοποιούν, τον πιέζουν να τραγουδά, τον κλειδώνουν στο υπόγειο και τον θυμούνται μόνο όταν διαπιστώνουν πως δεν έχουν κάποιον να τους μαγειρέψει. Η μουσική τον βοηθά να αποδράσει, τον κάνει να ξεχνάει. Οι ακροάσεις για μια τηλεοπτική εκπομπή ταλέντων θα τον κάνουν να πάρει τη μεγάλη απόφαση. Αυτό όμως θα είναι η αρχή μιας νέας ζωής ή του τέλους του; Τα ίδια αρνητικά συναισθήματα γεννιούνται στο «Να πάρεις λίγη μυρωδιά κι εσύ… αγάπη μου» ενώ το δυστοπικό «Οι λάκκοι παραμένουν ανοιχτοί» καταγράφει μέσα από μια ανατριχιαστική ιστορία πώς θα ήταν ο κόσμος με δεύτερο απανωτό κύμα ιού σαν αυτόν του COVID-19 οπότε η κοινωνία δε θα προλάβαινε να συνέλθει. Πειράματα, λάθη, ομαδικοί τάφοι, αποτυχίες, μυστικά σχέδια, σκοτεινιά και γκριζάδα.
Η «Σφεντόνα» της Έλενας Χουσνή είναι μια συλλογή κειμένων ποικίλης θεματολογίας και στυλ γραφής, η οποία εναλλάσσεται από πρωτοπρόσωπη σε τριτοπρόσωπη. Κείμενα αστυνομικά, κοινωνικά, φαντασιακά, δυστοπικά ζωντανεύουν με δεινότητα σημαντικά θέματα της εποχής μας, όπως το προσφυγικό, την κακοποίηση, την εκμετάλλευση, τις διαλυμένες οικογένειες κ. π. ά. Γραφή στέρεα, ρεαλιστική, με ελάχιστα καλολογικά στοιχεία, κάτι που δίνει δύναμη στην αφηγηματικότητα, αποτυπώνει εικόνες σκληρές μα και αισιόδοξες. Σε κάποια κείμενα υπάρχουν ανατροπές, σε κάποια ένα δίκαιο τέλος, σε κάποια δημιουργούνται προβληματισμοί και σκέψεις πάνω στα ζητήματα που καταγράφονται.