Ένα μικρό αγόρι μεγαλώνει σ’ ένα χωριό της Δράμας τη δεκαετία του 1960, γιος και εγγονός Μικρασιατών προσφύγων. Θα παλέψει με λύκους, θα δουλέψει στα καπνά, θα ερωτευτεί, θα εξαπατηθεί, θα ζήσει γεγονότα που θα τον ατσαλώσουν και θα τον αλλάξουν. Όταν έρχεται όμως μια ενδιαφέρουσα οικονομικά πρόταση θα μπει σε δίλημμα.
Βιβλίο Γκάρνα
Συγγραφέας Μουράτης Κοροσιάδης
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Μωβ Σκίουρος
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Το πρώτο μυθιστόρημα του Μουράτη Κοροσιάδη έχει εκπληκτική παραστατικότητα, εκφραστική δύναμη, άφθαστο ρεαλισμό
και υποδειγματική αφήγηση. Πρώτη φορά συναντώ μια σχετικά εκτεταμένη χρήση διαλόγων, οι οποίοι όμως είναι άκρως απαραίτητοι γιατί μέσα από αυτούς διαδραματίζονται σημαντικές εξελίξεις της ιστορίας. Φυσικά και υπάρχει και τριτοπρόσωπη αφήγηση, που στολίζεται από τούρκικους και ποντιακούς ιδιωματισμούς, οπότε αυτά τα δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα δημιουργούν μαζί ένα φρέσκο και καθαρά προσωπικό στυλ γραφής. Ο Μουράτης δε βιάζεται να μας τα αποκαλύψει όλα από την αρχή, τα αφήνει να βγουν στο φως όταν πρέπει και εν τη ρύμη του λόγου, όπως για παράδειγμα στην αρχή του μυθιστορήματος: άργησα να μάθω ότι βρισκόμαστε σε χωριό της Δράμας, ότι η ιστορία ξεκινάει λίγες μέρες μετά το ναυάγιο του «Ηράκλειον» (άρα είμαστε στα Χριστούγεννα του 1966) και κυρίως ποια πρόσωπα θα μας απασχολήσουν. Αυτή η τεχνική δημιουργεί μια αίσθηση μυστηρίου και αγωνίας κι έτσι, σε συνδυασμό με τη γλαφυρότητα και τον ρεαλισμό του κειμένου, η ανάγνωση κυλάει νεράκι και η προσοχή του αναγνώστη παραμένει δέσμια ως το τέλος.
Παραμονή Χριστουγέννων λοιπόν, είκοσι οχτώ αγόρια σκορπίζονται να πουν τα κάλαντα από τον πάνω ως τον κάτω μαχαλά και στη συνέχεια στο καφενείο αλλά, κατ’ εντολή του δασκάλου, τα φράγκα που θα μαζέψουν θα τα δώσουν «στις οικογένειες που έπαθαν το κακό», στα παιδάκια που έμειναν ορφανά. Ξεκινάνε να λένε τα κάλαντα και μπαίνουμε μαζί τους στα σπίτια και στις αυλές των χωριανών: «Άλλοι τον έβλεπαν και του πετούσαν μια δεκάρα στο κουτί. Άλλοι μια εικοσάρα. Μισόφραγκο έριχναν μόνο οι χουβαρντάδες. Κάποιοι γυρνούσαν αλλού το βλέμμα. Ή και την καρέκλα τους μαζί» (σελ. 17). Απολαυστικές οι κοντρίτσες μεταξύ των αγοριών, οι «βρισιές» τους, τα πειράγματα, οι κοροϊδίες: «-Τι να τα κάνουμε τα κορίτσια; Τα κορίτσια είναι για το σπίτι. Να κάνουν γλυκά με τις μανάδες τους, μέρες που είναι. Άσε που δεν αντέχουνε και στο κρύο» (σελ. 9). Το ξύλο του δασκάλου ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα της εποχής: «Αμφίχειρας είχε γίνει στο ξύλο. Δεν τους προλάβαινε αλλιώς… Φαίνεται ότι ο δάσκαλος τα εξηγούσε όλα πολύ καλά. Κι όλοι το κατάλαβαν». Τα ρούχα λιγοστά και φτωχά: «Αδύνατος. Με κοντό παντελονάκι. Και με μελανιασμένα δάχτυλα απ’ το κρύο. Μια χοντρή πλεχτή καζάκα κι από μέσα ένα τσόχινο πουκαμισάκι φορούσε όλο κι όλο. Χτυπημένα τα παπούτσια του και λασπωμένα. Και φαγωμένα απ’ την έξω τη μεριά. Κυρίως το αριστερό. Απ’ το στραβοπάτημα. Τα πλεκτά τερλίκια ίσα που σκέπαζαν τους αστραγάλους» (σελ. 12). Άνθρωποι όλοι του μόχθου και του μεροκάματου: «Ήρεμος, βουρκωμένος, γερασμένος. Τα γαλανά του μάτια βαθουλωμένα απ’ το ξενύχτι και τη δουλειά. Και κουρασμένα απ’ τον ήλιο» (σελ. 70). Από την άλλη, οι γυναίκες: «Γι’ αυτό και άντε. Κι αυτή και όλες οι γυναίκες. Την προσφυγιά, τη φτώχεια, τους άντρες τους. Θ’ αντέξει τώρα και τα γηρατειά» (σελ. 72).
Ανάμεσά τους μεγαλώνει ο Δημητράκης της τρίτης, ο Δημητράκης ο ζαβαλής, ο οποίος, μετά την αναμέτρηση με λύκο που κατέβηκε στο χωριό, έγινε ο ασλάν Δημητράκης, ανέβηκε πόντους η αυτοεκτίμησή του, αφού μέχρι τότε τον είχαν για ένα παραπίσω. Μεγαλώνει με τη γιαγιά του, την κυρα-Μαριώρα, μιας και οι γονείς του έχουν μεταναστεύσει στη Γερμανία. Είμαστε σ’ ένα χωριό που αδειάζει: «Οι περισσότεροι, φευγάτοι από χρόνια. Απ’ το ’59, που άνοιξε η Γερμανία, λίγο-λίγο άδειαζε ο τόπος» (σελ. 15). Όλη αυτή η σκληρή εποχή συμπυκνώνεται σε μια παράγραφο γεμάτη ωμή αλήθεια: «Σάββα, θα τρώγαμε ο ένας τον άλλο, άμα δε φεύγανε. Αφού τα ξέρεις. Άλλοι βρίζουν τον Καραμανλή που άνοιξε τη Γερμανία. Κι άλλοι τον ευλογάνε που χορτάσανε ψωμί» (σελ. 19). Πόση ανατριχίλα από τη σκληρή παραδοχή: «-Και δεν το αποθυμήσατε τόσα χρόνια το παιδί; -Όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος. Μόνο τη φτώχεια και την πείνα δεν μπορεί. Μέρα-νύχτα δουλειά. Πού να βρεις ώρα να θυμηθείς το παιδί σου; Και άμα το θυμηθείς, βλέπεις το φάκελο με τα μάρκα και τα ξεχνάς όλα. Και πατρίδα και παιδί κι όλα» (σελ. 145). Στο καφενείο αυτού του χωριού, κάθε χωριοόυ της Ελλάδας τότε, έφτανε ο ταχυδρόμος με τα γράμματα που οι ξεχασμένοι γέροι και γριές ή δεν ήξεραν να διαβάζουν ή δεν έβλεπαν και φυσικά δε μοιράζονταν τα μυστικά τους με τον οποιονδήποτε, κάποιος της εμπιστοσύνης τους έπρεπε να τους τα διαβάζει. Και μετά τα νέα και τη γλύκα των γραπτών, δε διστάζουν να βάλουν φωτιά να κάψουν το γράμμα! Το τηλεγράφημα δεν το ήθελε κανείς: «Κάτι κακό προμηνούσε η βιασύνη του. Τα γράμματα έρχονταν πάντα με το πάσο τους. Κι όλα τα νέα τους ήρεμα και στη σειρά» (σελ. 16). Εκπληκτικές οι περιγραφές, δωρικές και λιτές εκφράσεις γεμάτες παραστατικότητα: «Στριφτά τσιγάρα κρέμονταν στα χείλια τους. Λες και ήταν αυτά που τους βάραιναν τα κεφάλια τους κατά μπροστά. Άσχημοι και τρομακτικοί μέσα στο λιγοστό φως του καφενείου.» (σελ. 16-17). Ανάμεσά τους κι ένας καπετάνιος που έφαγε τη θάλασσα με το κουτάλι: «…καλή ζαριά χρειάζεται στη ζωή. Αυτό έμαθα τόσα χρόνια στα βαπόρια. Τύχη. Όχι λεφτά. Τα φράγκα δε σε σώνουν πάντα. Τύχη να ‘χεις πρέπει. Λάδι στο γαμημένο το καντήλι σου. Κατάλαβες;» (σελ. 21).
Σκληρή και αμείλικτη η ζωή στο χωριό. Οι γυναίκες λένε τα νέα τους και πλέκουν ασταμάτητα, γιατί: «Ήταν η κρυφή γλώσσα των γυναικών. Οι πόθοι τους σε μια ζωή βουβή και υποταγμένη. Ο κρυπτογραφημένος κόσμος τους. Και η λογοκριμένη τους φωνή. Διωγμένες απ’ την Εδέμ τη ζωγράφιζαν με τις κλωστές τους…Μια επανάληψη σκληρότητας και αδιαφορίας χωρίς τέλος…Ήταν τα «σ’ αγαπώ» που δεν άκουσαν ποτέ. Οι «καλημέρες» που δηλητηριάστηκαν πριν γεννηθούν. Οι «καληνύχτες» που μάταια περίμεναν. Όλη η σιωπή που δίδασκαν στις κόρες τους με νεύματα. Αυτή ήταν η αληθινή τους προίκα» (σελ. 110). Άνθρωποι κουρασμένοι, φτωχοί, απελπισμένοι μα περήφανοι. Από τα χείλη τους βγαίνει η φράση που ακούει ο ακονιστής που τροχίζει μαχαίρια και τραχάδες όταν βρίσκει κάτι αδούλευτο και υποστηρίζει πως τζάμπα το ακονίζει: «-Αν αρρωστήσω πιο πολύ και δεν μπορώ, μ’ αυτό θα μαχαιρώσω τον εαυτό μου» (σελ. 96). Τα παιδιά που μεγαλώνουν σ’ αυτόν τον τόπο εξίσου σκληρά και αμείλικτα, δεν πειράζουν μόνο ούτε δέρνονται όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας τους, αντίθετα, οπλισμένα με αεροβόλο, διασκεδάζουν σκοτώνοντας πουλιά και βατράχια. Σκηνές και περιστατικά δοσμένα με τέτοια παραστατικότητα που ανατρίχιασα από τη βιαιότητα και το μέγεθος της «κακίας» τους. Σε αντίβαρο αυτών, η αγάπη και η αυταπάρνηση του ασλάν Δημητράκη να σώσει έναν νεοσσό κι όταν δεν τα καταφέρνει, με πόση αγάπη στρέφεται στους φλώρους, στις καρδερίνες και στους σπίνους του για να παρηγορηθεί.

Μικρά και μεγάλα περιστατικά ζωντανεύουν αυτόν τον ρημαγμένο τόπο, πότε με χιούμορ και πότε με σοβαρότητα, στιγμιότυπα που ατσαλώνουν και εμπλουτίζουν την ψυχοσύνθεση του ασλάν Δημητράκη: η μάγισσα και η κατάρα της με το κιούπι (πόσο υποβλητική σκηνή), μια κηδεία κατά τη διάρκεια νεροποντής που θα φέρει αναπάντεχες εξελίξεις, αναμιγνύοντας υποδειγματικά τους ζωντανούς με τους αγίους της εκκλησίας και τον Χάροντα της Αχερουσίας, Αράπηδες και Μπαμπούγερα την παραμονή των Φώτων, η πάλη με τον λύκο, οι αναμνήσεις του καπετάνιου του χωριού από τα ταξίδια του, η άφιξη του ηλεκτρισμού που οδηγεί τους κατοίκους σε μοιραία λάθη, συνηθισμένοι τόσα χρόνια στις γκαζόλαμπες. Συγκλονιστική η σκηνή της εξομολόγησης μέσα στον ναό με κρασί και τσιγάρο και με την αντιστροφή των ρόλων μεταξύ ιερέα και πιστού, δοσμένη με υποβλητικότητα, αξέχαστους διαλόγους και βαθιά θρησκευτικότητα. Να και ο τάχα μου μοντέρνος ιερέας του χωριού («Οι σπουδαγμένοι και οι γραμματιζούμενοι φταίνε, παιδί μου. Αυτοί χαλάσανε τον κόσμο») και η πληρωμένη απάντηση στην υπερηφάνειά του που έβαλε μεγάφωνο στην εκκλησία να τον ακούνε παντού, ακόμη κι οι γέροι που δεν μπορούν ή δε θέλουν να πάνε στην εκκλησία. Πόσο γέλασα με την απρόσμενη απάντηση σε αυτό το επίτευγμα! Σιγά σιγά περνάμε στη Δικτατορία του 1967, όπου ο «βουργαρογραμμένος» γίνεται αγροφύλακας και καμπαρντίζει μες στα καφενεία κάνοντας παρατηρήσεις και καρφώνοντας όσους δε συμπαθεί, ο Γιαννάκης κλέφτηκε με μια Γερμανίδα και τη φέρνει στο χωριό του προκαλώντας σοκ στη μητέρα του που ήρθαν αστεφάνωτοι, μια πανάκριβη μοτοσυκλέτα οδηγεί σε μια ερωτική τραγωδία και πολλά άλλα περιστατικά δημιουργούν ένα συναρπαστικό πολυπρισματικό κείμενο γεμάτο εκπλήξεις και καλολογικά στοιχεία («Ο μεταλλικός της ήχος [της καμπάνας] τρυπούσε την παχύρρευστη μεσημεριανή ραστώνη», σελ. 127).
Ο συγγραφέας αναφέρεται σε πολλά θέματα (μετανάστευση, υποδέεστερος ρόλος της γυναίκας στην τοπική κοινωνία, ήθη και έθιμα, πασιφισμός και πανανθρώπινη αγάπη), δίνει όμως ιδιαίτερη έμφαση στη φροντίδα των καπνών, την πιο σκληρή γεωργική δουλειά: «Ένα-ένα σπάζονται τα φύλλα του, ένα-ένα βελονιάζονται, ένα-ένα πασταλιάζονται. Άνοιξη ξεκινάς, την επόμενη άνοιξη τελειώνεις. Και φτου κι απ’ την αρχή. Και το χειμώνα το παστάλιασμα. Διαλογή κατά ποιότητα και μέγεθος. Κι ύστερα το δεμάτιασμα. Έργα τέχνης ήταν τα δέματα του θείου Γιώργου. Γλυκό ταψιού θύμιζαν έτσι που ήταν στη σειρά. Σιροπιαστά μπακλαβαδάκια. Η πίκρα θα ερχόταν πιο μετά. Όταν έρχονταν οι έμποροι κι η ώρα να πληρωθούν για τον ιδρώτα μιας χρονιάς. Όλοι τους χρεωμένοι ως το λαιμό. Τα βερεσέδια περίμεναν να εξοφληθούν» (σελ. 86-87). Αλλά έφευγαν μετανάστες γιατί: «Δεν άντεχαν, βλέπεις, του καπνού τις πάμπολλες παραξενιές. Τις τόσες απαιτήσεις του για νοιάξιμο και τρυφερότητα. Την τόση του σκληρότητα. Και τη μνησικακία το, αν δεν το φρόντιζες και το παραμελούσες. Άμα δεν πήγαινες με τα νερά του. Κι αν δεν του συγχωρούσες χούγια και ιδιοτροπίες. Κι όλη αυτή η αγάπη και η υπομονή περνάει μέσα στα φύλλα του. Ποτίζεται η νικοτίνη του…Έτσι ανεπίγνωστα χτίζεται η αλληλεγγύη μεταξύ των καπνιστών» (σελ. 322).
Τα χρόνια της Δικτατορίας στη Θεσσαλονίκη, το ανερχόμενο ΠΑΣΟΚ και οι ελπίδες που φέρνει μαζί του για τον σοσιαλισμό, πώς μεταμορφώνονται οι προσδοκίες και οι χαρακτήρες των ανθρώπων με την Αλλαγή και πολλά άλλα ολοκληρώνουν το ταξίδι του ασλάν Δημητράκη στη ζωή. Πασιφιστικά και πανανθρώπινα τα ιδανικά του συγγραφέα, ονειρεύεται μια κοινωνία ίση και δίκαιη για όλους με μια πρωτοτυπία: στηρίζεται στο τσιγάρο, ακριβώς λόγω της κατανόησης και της αλληλεγγύης των καπνιστών και του τρόπου με τον οποίο ο καπνός έχει συνυφανθεί με τις ζωές μας. Δεν έχει όμως αυταπάτες γιατί ξέρει πως «μέσα στη μελλοντική ουτοπία των καπνιστών θα υπήρχαν πάντα οι ρεβιζιονιστές, οι αντεπαναστάτες και οι της παλινόρθωσης» (σελ. 324).
Το μυθιστόρημα «Γκάρνα» του Μουράτη Κοροσιάδη είναι ένα λυρικό ταξίδι ενηλικίωσης γεμάτο σκληρές αλήθειες, διαχρονικά πανανθρώπινα μηνύματα, δεισιδαιμονίες και προλήψεις, μυστικά και κατάρες. Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα γεμάτο ρεαλισμό, παραστατικότητα και αξέχαστες κωμικοτραγικές σκηνές. Δάκρυσα, προβληματίστηκα, απόλαυσα.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Όταν ερωτεύεται κάποιος, νομίζει πως αυτό που νιώθει δεν το έχει ζήσει ποτέ κανείς ως τώρα. Και αγνοεί πως δεν υπάρχει αίσθημα που δεν φιλοξενήθηκε στα στήθη των ανθρώπων. Απ’ το βαθύ το μίσος και το σκοτεινό μέχρι το φωτεινό χαμόγελο του έρτα και της αγάπης. Το ίδιο έργο παίζεται αιώνες τώρα. Κάθε φορά με άλλους πρωταγωνιστές και άλλους κομπάρσους. Ο ταχυδρόμος βάζει γράμματα σε ολωνών τα γραμματοκιβώτια. Κανείς δεν ξέρει τι παίρνει ο διπλανός του» (σελ. 312).
«Και οι άνθρωποι, ασλάν, δέντρα είμαστε. Μόνο που εμείς περπατάμε. Τα δέντρα δεν τρέχουν να προλάβουν κάτι… Δέντρα είμαστε, που λες. Και έχουμε κι εμείς φωλιές…άμα είναι γεμάτες με μουσαφίρηδες, χαιρόμαστε. Άμα είναι άδειες όμως, μένουμε κι εμείς βουβοί. Και έρημοι. Τις κρύβουμε τότε να μη φαίνονται. Όσο και να τις κρύψεις όμως, θα έρθει κάποτε το φθινόπωρο και θα φανερωθούνε» (σελ. 317-318).