fcb5b845f136cc332d702d05767047e6

Ένας άντρας και μια γυναίκα θα βρεθούν μαζί να διασχίζουν τη Γερμανία για να επιστρέψουν στο Βερολίνο όπου έχουν σημαντικά ραντεβού. Δύο εντελώς αντίθετοι χαρακτήρες που θα αλλάξει ο ένας τη ζωή του άλλου, ειδικά όταν αποφασίσουν να «παίξουν» την «Πρώτη τελευταία μέρα».

Βιβλίο Η πρώτη τελευταία μέρα 
Τίτλος πρωτοτύπου Der erste letzte Tag
Συγγραφέας Sebastian Fitzek
Μεταφραστής Γιώτα Λαγουδάκου
Κατηγορία
 Κοινωνικό μυθιστόρημα / Χιούμορ
Εκδότης Διόπτρα
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Ο Sebastian Fitzek φεύγει για λίγο από τον δρόμο του αστυνομικού μυθιστορήματος και του θρίλερ και γράφει μια γλυκόπικρη και αστεία ιστορία για δύο διαφορετικούς ανθρώπους που θα κάνουν ένα ταξίδι ζωής. Στο αεροδρόμιο του Μονάχου, ο καθηγητής Γερμανικών και Ιστορίας Λίβιους Ράιμερ διαπιστώνει λίγο πριν την απογείωση πως η βαλίτσα του έχει ανοίξει και πως τα πράγματά του οι υπάλληλοι τα πετάνε όπως όπως στον χώρο των αποσκευών. Είναι «κανονικός, κανονικά σημαντικός και κανονικά μικροαστός», γεννήθηκε στο Βερολίνο, εν αντιθέσει με το 51% του πληθυσμού που μετεγκαταστάθηκε εκεί, κοντεύει να τελειώσει ένα non fiction βιβλίο που ελπίζει να εκδοθεί και αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία. Είναι παντρεμένος με μια γυναίκα που τον απάτησε και ο εραστής την παράτησε κι επιπλέον μόλις του ανακοίνωσε ότι είναι έγκυος. Ναι αλλά ποιανού είναι το παιδί; Στο ίδιο αεροπλάνο επιβαίνει η Λέα φον Άρμιν, μια μικροκαμωμένη κοπέλα με έναν τεράστιο ταξιδιωτικό σάκο, που γεννήθηκε στο Αμβούργο, μιλάει με ρυθμό πολυβόλου, ρωτάει και απαντάει μόνη της, ρωτάει και σχολιάζει ταυτόχρονα. Είναι πληθωρική, ιδιαίτερη, αντισυμβατική, αστεία, τρελή, εκκεντρική, παράξενη. Η πτήση τους ακυρώνεται λόγω επικείμενης χιονοθύελλας, τα τρένα έχουν επίσης ακινητοποιηθεί, τα ξενοδοχεία είναι γεμάτα κι έτσι νοικιάζουν μαζί ένα αμάξι και ξεκινάνε για ένα road trip που θα φέρει τα πάνω κάτω.

Μικρά κεφάλαια, απλές και σύντομες προτάσεις, απανωτές ανατροπές ζωντανεύουν μια διαδρομή που αλλάζει διαρκώς προορισμούς και γεμίζει με κυριολεκτικά απρόσμενα περιστατικά, φέρνοντας τον Λίβιους στα όριά του. Είναι δύο εντελώς αντίθετοι χαρακτήρες που συναντιούνται υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες κι «αναγκάζονται» να ταξιδέψουν μαζί για να φτάσουν στις δουλειές και στις εκκρεμότητες που τους περιμένουν στη γερμανική πρωτεύουσα. 566 χιλιόμετρα γεμάτα αντιθέσεις, διαφορές, αποκαλύψεις, εξομολογήσεις, μυστικά, μαθήματα ζωής. Εκείνος βρίσκεται σ’ έναν γάμο που παραπαίει και κάνει μια δουλειά που του αρέσει, εκείνη έχει ένα άσχημο οικογενειακό παρελθόν και πρέπει να επιστρέψει στο Αμβούργο για κάτι σοβαρό, για το οποίο όμως αδιαφορεί εξ ου και προτιμά το Βερολίνο, μήπως όμως κάτι κρύβεται πίσω από αυτήν την αρνητικότητα; Γιατί ξεσηκώνει τον συνοδοιπόρο της να κάνουν αυτά που έχουν απωθημένα, θεωρώντας πως αυτή είναι «η πρώτη τους τελευταία μέρα»; Ο Λίβιους είναι γαντζωμένος με πείσμα και ξεροκεφαλιά στις προκατασκευασμένες του απόψεις, η Λία του επισημαίνει τα λάθη του, του δίνει νέες προοπτικές και τρόπους σκέψης, τον στριμώχνει, τον ζορίζει. Σύντομα η «αναγκαστική συγκατοίκηση» και η ψιλοκουβέντα μετατρέπονται σε βαθιές εξομολογήσεις, σε συγνώμες που ξαλαφρώνουν την ψυχή, σε επικές γκάφες με καλοπροαίρετη βάση.

Η εκκεντρικότητα της Λέα δημιουργεί μια σειρά αναπάντεχων περιπετειών και επεισοδίων που εντυπωσιάζουν πώς τα σκέφτηκε όλα αυτά ο συγγραφέας. Σφυρηλατούν τη σχέση μεταξύ των δύο ανθρώπων και ταυτόχρονα εμπλουτίζουν τη νοοτροπία, τον τρόπο σκέψης και τις αντιλήψεις τους με προκλήσεις, κινδύνους, αλλαγές, κινήσεις που δε θα έκαναν και επιλογές που δε θα ακολουθούσαν υπό άλλες συνθήκες. Από την παραφροσύνη περνάμε στη συγκίνηση, από το ξεκαρδιστικό γέλιο στην αγωνία και ο συγγραφέας ανατρέπει τα ίδια τα λόγια που διαβάζουμε σε ορισμένα σημεία, δίνοντας μιαν άλλη οπτική γωνία, δημιουργώντας σοκ από τις ανατροπές, από την αλήθεια στη ζωή της Λέα, από τον φόβο της για κάτι που προσπαθεί να αποφύγει. Ταυτόχρονα όμως ξεκαρδιζόμαστε με τις γκάφες του Λίβιους που κάνει όποια ακρότητα δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του πως θα διαπράξει. Το κείμενο μας ταξιδεύει στις εθνικές οδούς της Γερμανίας: διασταυρώσεις, γέφυρες, βενζινάδικα, μαγαζιά με φαγητό, ουρητήρια, νταλίκες με νυσταγμένους οδηγούς, όλα αυτά σε μια παγωμένη και κρύα ατμόσφαιρα γεμάτη ψιλόβροχο ή και καταιγίδες. Κάποιες φορές μάλιστα δίνεται ακόμη μεγαλύτερη ζωντάνια όταν ο Λίβιους απευθύνεται στον αναγνώστη («Σας δίνω τρεις ευκαιρίες…» κ. ά. σημεία).

Πόσο μεγάλο ρόλο παίζουν οι επαγγελματικές και άλλες υποχρεώσεις στις αποφάσεις που δεν πήραμε και στις ευχάριστες, ξαφνικές ακρότητες που αφήσαμε πίσω μας χωρίς να τις υλοποιήσουμε; Μήπως γεμίσαμε απωθημένα επειδή φοβόμαστε τις αλλαγές; Το κείμενο είναι διαποτισμένο με όμορφες σκέψεις που προβληματίζουν, όπως ότι τα όνειρα αξίζουν περισσότερο από την πραγματοποίησή τους. Επίσης: «Οι άνθρωποι που θυμούνται δεν ζουν στο παρελθόν…Οι άνθρωποι που κάνουν πλάνα δεν ζουν στο μέλλον» (σελ. 45). Τονίζεται ιδιαιτέρως πως: «…το κάτι δέχεται πάντα μεγαλύτερη κριτική από το τίποτα» (σελ. 169) και κυρίως πως: «Αυτό είναι το μόνο που μετράει. Όχι πόσα χρόνια ζει κανείς αλλά πόσο καλά ζει. Όχι πόσο πολύ προσπαθούμε να γίνουμε αθάνατοι αλλά πόσο συνειδητά επιδιώκουμε να γεμίσουμε τον χρόνο μας με αναμνήσεις» (σελ. 171).

Ευτυχώς το χιούμορ σώζει πολλές φορές τη συγκίνηση και τις δύσκολες στιγμές που επηρεάζουν τους χαρακτήρες του βιβλίου: «Κατά τη γνώμη μου, τα πράγματα με αυτή τη μάρκα με σήμα το μήλο ήταν όπως και με το Βερολίνο: και τα δύο έχουν ολοφάνερα κουσούρια, ωστόσο ο κόσμος είτε δεν μιλάει γι’ αυτά είτε ανακηρύσσονται σε αντικείμενα λατρείας» (σελ. 18). Πότε ξεκαρδιστικό (τα δημόσια ουρητήρια στις γερμανικές εθνικές οδούς «η κόλαση της αμμωνίας»), πότε αναπάντεχο («…με κοίταξε σαν να της είχα ζητήσει να πιάσει λίγο το τιμόνι επειδή ήταν ώρα να βάλω αλοιφή για τις αιμορροΐδες»), πότε έξυπνο, πότε πεζό, με ατάκες αλλά και κρυμμένη ειρωνεία («…σωριάστηκα σ’ ένα σκληρό, μεταλλικό παγκάκι, που πρέπει να ήταν το νούμερο ένα στα προϊόντα ευεξίας για φακίρηδες»), το χιούμορ του συγγραφέα έρχεται να ελαφρύνει την κατάσταση σε αρκετά σημεία. Υπάρχει ακόμη και αυτοσαρκασμός, καλά κρυμμένος στα λόγια της Λέα προς τον Λίβιους: «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα έπρεπε να γράφεις θρίλερ και όχι αυτά που γράφεις» (σελ. 143). Γέλασα πολύ μάλιστα και το έκανα εικόνα όταν η κοπέλα πειράζει τον καθηγητή για το βιβλίο του: «Λέει για κανέναν αιμοσταγή δολοφόνο με τσεκούρι που γδέρνει γυμνές γυναίκες για να κάνει σκοινάκι με τα άντερά τους;» (σελ. 34).

Αλήθεια, πώς θα αντιδρούσα αν μάθαινα πως ήρθε η τελευταία μου μέρα; Τι θα ήθελα να κάνω και πόσο εύκολα θα το πραγματοποιούσα; Σε αυτό το παιχνίδι μπαίνουν δύο άγνωστοι μέχρι πριν λίγοι άνθρωποι, οι οποίοι θα ζήσουν ένα road trip γεμάτο εκπλήξεις, γκάφες, ανατροπές, γέλιο και άφθονη τροφή για σκέψη. Εκεί που γελούσα δάκρυζα κι εκεί που προβληματιζόμουν απολάμβανα την ευφάνταστη πλοκή. Μάλιστα, σε κάποιο σημείο έκλεισα το βιβλίο γεμάτος οργή και λύπη ταυτόχρονα, αφήνοντας να κατακάτσει μέσα μου αυτό που διάβασα πριν προχωρήσω. «Η πρώτη τελευταία μέρα» είναι ένα ενδιαφέρον, γλυκόπικρο μυθιστόρημα ενός συγγραφέα που έχει διαπρέψει στο θρίλερ και στο αστυνομικό μυθιστόρημα και τώρα δοκιμάζεται με επιτυχία σ’ έναν «κόντρα ρόλο», χαρίζοντας όμορφες στιγμές, γεμάτες ανθρωπιά και διαχρονικές αλήθειες πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, το τέλος, τον θάνατο, τη φιλία, τις λάθος αποφάσεις, τα παιχνίδια της μοίρας και του εαυτού μας. Τα σκίτσα του βιβλίου ανάμεσα στα κεφάλαια που δείχνουν με τον δικό τους τρόπο τα συμβάντα τα έκανε ο Jörn Stollmann (Γερν Στόλμαν) και είναι λιτά και παραστατικά. Πάντως, αν αυτή είναι η πρώτη θετική επαφή κάποιου με τον συγγραφέα, ας προετοιμαστεί πριν εντρυφήσει στον άλλο, στον σκοτεινό συγγραφικό του κόσμο. Δε θα βγει χαμένος από κανένα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *