545819637_3309976159140623_3113073665054515487_n

Ο Θωμάς Σιταράς μας ταξιδεύει και πάλι στην Αθήνα των αρχών του προηγούμενου αιώνα με πλήθος ανεκδότων, αστείων και κωμικοτραγικών περιστατικών και επιλεγμένα άρθρα από τον ημερήσιο και τον περιοδικό Τύπο της εποχής. Αυτήν τη φορά, ασχολείται με την ερωτική αφύπνιση της πρωτεύουσας των δεκαετιών 1920-1940, καταγράφοντας και ζωντανεύοντας εκπληκτικά μια κοινωνία που ισορροπεί ανάμεσα στον πουριτανισμό και την απελευθέρωση. Ψίθυροι, βλέμματα, εξομολογήσεις ενός αθόρυβου ενίοτε ερωτικού ρεύματος που διαπερνούσε την εποχή προκαλούν γέλιο αλλά και προβληματισμό.

Βιβλίο Τα κόκκινα τετράδια
Συγγραφέας Θωμάς Σιταράς
Κατηγορία Non fiction
Εκδότης Bell
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Αυτήν τη φορά ο συγγραφέας έχει μια πανέξυπνη ιδέα: αυτά τα σκαμπρόζικα συμβάντα μας τα αφηγούνται ένα γκαρσόνι κι ένας ταξιτζής σε δύο διακριτά και ξεχωριστά μέρη. Η οξυδερκής ματιά τους και το επαγγελματικό περιβάλλον που τους επιτρέπει να παρατηρούν τα πάντα είναι πολύτιμα όπλα για να καταγραφούν οι μεγάλες αλήθειες που δε θα συναντήσουμε ποτέ σε επίσημα βιβλία. Επιπλέον, δεν υπάρχει στείρα καταγραφή γεγονότων αλλά οι δύο πρωταγωνιστές αφηγούνται και τη δική τους προσωπική ζωή, με αποτέλεσμα να ζωντανεύουν άψογα και παραστατικά οι επαγγελματικοί χώροι που κινούνται (καφενεία, ζαχαροπλαστεία, πιάτσες ταξί, η κίνηση στους δρόμους κ. ά.). Μικρές παράλληλες ιστορίες καταγωγής, ανατροφής, αντιλήψεων και ιδεών των δύο προσωπικοτήτων κουμπώνουν στον κεντρικό κορμό της αφήγησης και συμπληρώνουν μια εκπληκτική τοιχογραφία της Αθήνας μεταξύ των δύο πολέμων.

Μια σύντομη εισαγωγή μας ταξιδεύει από την απαγορευτική για τη γυναίκα εποχή του Όθωνα στην Μπελ Επόκ με τις επιστρατεύσεις που παίρνουν τους άντρες κι αφήνουν στις γυναίκες πεδίο για την επερχόμενη απελευθέρωσή τους. Έτσι φτάνουμε στον Μεσοπόλεμο, που γεμίζει τον κόσμο νεόπλουτους από την αισχροκέρδεια επί των αγαθών που περιορίζονταν στη διακίνηση και τα στερούνταν ο κόσμος αλλά και κουνιστές Σμυρνιές με μυστικές ερωτικές συνταγές, όπως επίσης τα περίφημα μπαιν-μιξτ κ. ά. Σε αυτήν την εποχή θα μας ταξιδέψουν το γκαρσόνι Θοδωρής και ο ταξιτζής Μανώλης. Ας τους διαβάσουμε!

Ο Θόδωρος δουλεύει πάνω από τριάντα χρόνια ως γκαρσόνι σε κυλικεία, ξενοδοχεία, ζαχαροπλαστεία, εστιατόρια, καμπαρέ και κοσμικά κέντρα. Δε σκοπεύει να παραβεί τα μυστικά του επαγγέλματος ούτε και να θίξει κανέναν, απλώς αφηγείται τα όσα σκαμπρόζικα του έτυχαν, αναβιώνοντας μια εποχή γεμάτη ατασθαλίες, απάτες, προκλήσεις, ευκαιρίες, διακορεύσεις. Πώς πρέπει να είναι ντυμένος, πώς να συμπεριφέρεται στους πελάτες, πώς να παίρνει παραγγελίες, πώς να προσέχει τα πάντα και να ικανοποιεί κάθε τους επιθυμία είναι τα πρώτα στοιχεία που μας χαρίζει και τονίζει πως αυτή είναι μια δουλειά που «χρειάζεται πόδι, αυτί, μάτι, μπράτσα και μνήμη». Ως τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο μπορεί να υπήρχαν ευκοσμία και σεμνότητα στα κέντρα διασκέδασης, καθώς και περισσευούμενη ηθική στον δρόμο αλλά μέσα στα σπίτι γινόταν χαμός: ο κύριος που αγορεύει υπέρ της ηθικής δε θα διστάσει να διαφθείρει το φτωχοκόριτσο του συνοικισμού, τη ράφτρα ή την κορδελιάστρα κι αυτές μάλιστα του τις προμηθεύει εκμαυλίστρια ιδιοκτήτρια σπιτιών του έρωτα! Πώς όμως αυτά τα κορίτσια μπαίνουν σε τέτοια σπίτια; Μα φυσικά χάρη στην προαγωγό, τη γυναίκα που ξετρυπώνει με διαβολεμένη ειδικότητα τα θύματά της από τη χαμηλή και τη μεσαία τάξη, μια γυναίκα που βρίσκεται παντού και θηρεύει με τρόπο σατανικό. Δεν είναι όμως μόνο τα αθώα κορίτσια αλλά και παντρεμένες κυρίες που εκδίδονται για λίγα χρήματα παραπάνω και μάλιστα κρυφά από τους άντρες τους, στους οποίους λένε διάφορα ψέματα για τη μέρα τους («Ο πατέρας στη λέσχη, η μητέρα στα αίσχη»). Οι ανάγκες της επιβίωσης αλλά και οι ανάγκες της πολυτέλειας τις ωθούν σε ακολασίες. «Η μεταπολεμική περίοδος, μια περίοδος εκφυλισμού, σπατάλης και αχαλίνωτης τάσης προς τον εύκολο πλουτισμό, ήταν η πρώτη ώθηση προς τον ηθικό κατήφορο…» (σελ. 39).

Άνθρωποι και ανθρωπάκια περνάνε από τις σελίδες του ημερολογίου του Θόδωρου: μπανιστηρτζήδες (απίστευτο το γεγονός ότι κυκλοφορούσαν με τρυπάνια, στόχευαν συγκεκριμένα σπίτια με έντονη και ιδιαίτερη ερωτική δραστηριότητα και μετά κυκλοφορούσε λίστα με τις διευθύνσεις για τους «μιλημένους»), εφαψίες και επιδειξίες, σαδιστές, σάτυροι, ερωτύλοι και φαύλοι. Ο κόσμος κατά μεγάλο ποσοστό συχνάζει στα ζαχαροπλαστεία και στα καφενεία για κόρτε και κρυφό ραντεβού κι έτσι αναλύονται τα κόλπα τους και οι πόθοι τους. Ζευγαράκια για τα σεπαρέ, γερόντια-σάτυροι που δεν το βάζουν κάτω με τίποτα, γεροντοπαλίκαρα και περασμένης ηλικίας έγγαμοι που καταλαμβάνουν θέσεις-καραούλια γεμάτα αποκαλύψεις φέρνουν στο προσκήνιο μια άλλη Αθήνα. Κι από την άλλη, γυναίκες που απατούν τους άντρες τους ως εκδίκηση, παξιμαδοκλέφτρες ελευθέρων ηθών, ξεσκολισμένες, όλες εδώ.

Η φωτογραφία είναι από τη σελίδα των εκδόσεων Bell στο facebook

Τα σεπαρέ, όπου ο καθένας μπορούσε να διασκεδάσει χωρίς αδιάκριτα βλέμματα γύρω του, στον μεσοπόλεμο μετατρέπονται σε μικρές γκαρσονιέρες για σαρκικές ανάγκες και τα γκαρσόνια δίνουν ρεσιτάλ εχεμύθειας και… προαγωγού. Παντρεμένες, κοκότες και δεσποινίδες μπαίνουν στα σεπαρέ εκούσες-άκουσες και οι ιστορίες που προκύπτουν είναι ατελείωτες και άκρως διασκεδαστικές (για μας τους αναγνώστες τουλάχιστον). Κι όχι μόνο ζευγαράκια αλλά και μαστροποί-προαγωγοί με τις νεαρές τους δεσποινιδούλες και τα κορόιδα-θύματα που θα γδύσουν. Ρομαντικοί και προικοθήρες (χαρακτηριστική μορφή ανάμεσά τους ο Παναής της γνώστης φράσης «μην είδατε τον Παναή»), αγύρτες και αποφασισμένοι να διακορεύσουν είναι θαμώνες αυτών των χώρων. Κι από τα κοσμικά μαγαζιά του κέντρου περνάμε σε αυτά του Φαλήρου, όπου γίνεται το ίδιο σώσε! Άλλη βόλτα στα περίφημα καμπαρέ, εκεί όπου συχνάζει ο «καλός κόσμος της κακιάς ζωής», με κονσομασιόν και σαμπάνιες, έχουμε και τις σουμπρέτες στα καφέ-σαντάν του 19ου αιώνα, τις παστρικές επειδή πλένονταν πιο συχνά από τον υπόλοιπο κόσμο της εποχής και πολλά πολλά άλλα.

Στη συνέχεια, ο ταξιτζής Μανώλης αποκαλύπτει τα δικά του μυστικά που είναι εξίσου κωμικοτραγικά και αποκαλυπτικά, γιατί: «Η αλήθεια είναι πως όλα, ανεξαιρέτως όλα, εμείς οι σοφέρ τα ξέρουμε καλύτερα γιατί τα ζούμε καθημερινά» (σελ. 211).  Προηγείται μια σύντομη αναδρομή στο επάγγελμα από τους αμαξάδες και τις άμαξες ως τους σοφέρ με μια παρέλαση οχημάτων: λαντό και βικτόριες, παετόνια, βιζαβί, τα μόνιπα ή «Μαρίκες» και μαθαίνουμε ποιον τύπο άμαξας προτιμούσαν οι οικογενειάρχες με τη φαμελιά τους, τα ζευγαράκια, οι ξενύχτηδες, ποια τα ψευδώνυμα των αμαξάδων, οι τιμές τους, ποιοι ήταν ο Σωκράτης Δέδες και ο Μανώλης ο τραμπαρίφας κ. ά. Τα ταξί θεωρούνταν «κινούμενες γκαρσονιέρες» αλλά και «ξενοδοχεία ύπνου» (πιο φθηνά θα σας έρθει να κοιμηθείτε στο αμάξι ώσπου ν’ αρχίσει η συγκοινωνία παρά να σας πάει στο σπίτι σας αν μένετε μακριά!) και οι επιβαίνοντες ήταν αποκάλυψη και γερά μαθήματα αγωγής και ζωής για τους οδηγούς. Οι ταξιτζήδες συζητάνε μεταξύ τους «τα πιο καταπληκτικά πράγματα, τις πιο σκανδαλώδεις αποκαλύψεις για ευυπόληπτα πρόσωπα της κοινωνίας, τα πιο σπουδαία μυστικά» και μαζί μ’ αυτούς γνωρίζουμε κι εμείς μια άλλη, διαφορετική, σεξουαλική Αθήνα. Δεν είναι εύκολο επάγγελμα όμως, μιας και, εκτός από τις διασκεδαστικές καταστάσεις, υπάρχουν και κίνδυνοι, μικροεπεισόδια, σπανιότερα κάποια εγκλήματα. Τους κλέβουν, τους εξαπατούν, αρνούνται να τους πληρώσουν, βιώνουν διάφορες περιπέτειες.

Πειραιάς, Φάληρο, Κηφισιά, Πάρνηθα, Ερμού («το Ελ Ντοράντο των γυναικών»), Αιόλου, Σύνταγμα, Αλυσίδα, Ποδονίφτης, Χαλάνδρι και άλλα σημεία της Αθήνας αποτελούν φωλίτσες, καθωσπρέπει σπίτια με τη μυστηριώδη ταμπέλα «εδώ κατοικεί οικογένεια», ψεύτικα «μοδιστράδικα» και κομμωτήρια-βιτρίνες κι ανάμεσα σε όλους αυτούς τους «πειρασμούς» υπάρχουν το στέκι των οργίων στη Μεσογείων κοντά στον Σταυρό, γκαρσονιέρες και φιγιέρες, νυφοπάζαρα, και φυσικά η Τρούμπα και τα Βούρλα. Οι αφηγήσεις του ταξιτζής είναι εξίσου γλαφυρές με του γκαρσονιού και καταγράφουν την πιο σκοτεινή πλευρά της Αθήνας, μιας και τα κέντρα διασκέδασης καποια στιγμή κλείνουν. Τι συμβαίνει μετά; Χμ…

«Τα κόκκινα τετράδια» είναι μια συναρπαστική σειρά αστείων και αναπάντεχων περιστατικών του αθηναϊκού μεσοπολέμου που καταγράφουν στα ημερολόγιά τους ένα γκαρσόνι κι ένας ταξιτζής. Γέλιο, συγκίνηση, αγωνία με συντρόφευσαν ως το τέλος ενώ χάρη στην παραστατική πένα του συγγραφέα και στην εμβρίθειά του να ανακαλύψει όλα αυτά τα ντοκουμέντα που συμπληρώνουν και τεκμηριώνουν τα κείμενά του πραγματοποιείται ένα εκπληκτικό ταξίδι σε μια Αθήνα που πλέον δεν υπάρχει πια. Αυθεντικές ιστορίες, πλούσιο φωτογραφικό και εικονογραφικό υλικό, σπάνια σκίτσα και γελοιογραφίες, μαρτυρίες συγκροτούν την ταυτότητα μιας πόλης που δεν κοιμάται ποτέ και φιλοξενεί στους κόλπους της κάθε καρυδιάς καρύδι, από νοικοκυραίους μέχρι μπερμπαντηδες.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *