91.-xamena-kommatia-cover-011

«Η μνήμη είναι ένα σιωπηλό νήμα που υφαίνει τη ζωή μας. Είναι τα πρόσωπα που αγαπήσαμε, οι στιγμές που μας σημάδεψαν, οι λέξεις που ειπώθηκαν και εκείνες που έμειναν ανείπωτες. Και έρχεται κάποτε μια στιγμή που το νήμα αυτό αρχίζει να ξηλώνεται». Έτσι ξεκινάει το συγκινητικό, τρυφερό και αισιόδοξο μυθιστόρημα του Μιχαήλ Δούκα, με πρωταγωνίστριες μια μητέρα και μια κόρη. Ή μια κόρη και μια μητέρα; Η νόσος του Αλτσχάιμερ θα αλλάξει τους ρόλους τους στη ζωή, την καθημερινότητά τους, την ψυχική τους υγεία, τους ανθρώπους γύρω τους. Πόσο δύσκολο είναι να φροντίζεις κάποιον που σε φρόντιζε και τώρα δε σε θυμάται;

Βιβλίο Χαμένα κομμάτια 
Συγγραφέας Μιχαήλ Γ. Δούκας
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα

Εκδότης Κύφαντα
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Η Άννα μεγάλωσε σε μια όμορφη οικογένεια που στήριξε τις αποφάσεις της και της χάρισε πολλές καλές αναμνήσεις. Τώρα η μητέρα της, Μαργαρίτα, διαγνώστηκε με Αλτσχάιμερ και τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο. Ο συγγραφέας, στηριγμένος σε προσωπικά βιώματα, καταγράφει τα σταδιακά βήματα εκφυλισμού της νόσου, τις κλιμακούμενες δυσκολίες ασθενούς και φροντιστή, το ντόμινο των εξελίξεων που θα έρθουν στις προσωπικές τους ζωές κι όλα αυτά ζωντανεύουν μέσα από ρεαλιστικές, λιτές και ανθρώπινες στιγμές. Το χρονικό αυτό εμπλουτίζεται με πρωθύστερα που μας ταξιδεύουν στο παρελθόν της μητέρας για να μάθουμε ποια ήταν, πού μεγάλωσε, πώς γνώρισε τον άντρα της, πώς παντρεύτηκαν και πώς μεγάλωσαν την οικογένειά τους. Με γλαφυρότητα περπατάμε στο χωριό όπου γεννήθηκε η Μαργαρίτα, έναν τόπο «που ακόμα και οι αναμνήσεις μοσχοβολούσαν ψωμί ψημένο σε ξυλόφουρνο και καλοκαίρια ποτισμένα με τον χυμό των ώριμων φρούτων», όπου παιδιά τρέχουν ξυπόλητα φωνάζοντας, τα τζιτζίκια τραγουδούν ασταμάτητα. Ο γάμος της «βασιζόταν στην αγάπη, στον σεβασμό, στις μικρές χαρές που κάνουν τη διαφορά. Σε όλα εκείνα που δεν χρειάζονται πολλά για να ανθίσουν». Και στη συνέχεια, πραγματοποιεί τα όνειρά της, παντρεύεται, έρχεται η Άννα στη ζωή τους. Τι αναμνήσεις έχει λοιπόν η Άννα από το σπιτικό της, ποια είναι η δική της ζωή, τι θέλει, τι κατάφερε; Έκανε οικογένεια αλλά «όσο κι αν η ζωή της άλλαζε, όσο κι αν η ίδια δημιουργούσε κάτι καινούργιο, δεν ήθελε να κόψει το νήμα που τη συνέδεε με μια γυναίκα που της έμαθε τα πάντα».

Από κεφάλαιο σε κεφάλαιο παρακολουθούμε τις εναλλαγές της Μαργαρίτας, το άγχος της, την απώλεια της μνήμης της μα και τις μικρές χαρές που της δίνουν φως όταν αναβιώνει στιγμές από το πρόσφατο ή το μακρινό παρελθόν της, όταν αναγνωρίζει την κόρη της, όταν μαγειρεύει. Η Μαργαρίτα έχει «μια μυρωδιά που κουβαλούσε αγάπη, θυσία και μια αίσθηση ασφάλειας που κανείς άλλος δεν μπορούσε να προσφέρει» (σελ. 271). Η Άννα έχει να παλέψει με: «Ένα αόρατο ρήγμα, μια ρωγμή που μπορεί να ξεκίνησε πριν καιρό, μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη, αλλά τώρα άνοιγε ολοένα και περισσότερο, καταπίνοντας τις σταθερές, τις βεβαιότητες, όλα όσα πίστευε δεδομένα…από εδώ και πέρα, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο». Και προσπαθεί να κρατηθεί όρθια και δυνατή όταν η μητέρα της δεν την αναγνωρίζει: «…εκείνη η ματιά που άλλοτε ήταν γεμάτη ζεστασιά και στοργή, θα ήταν τώρα κενή, ξένη, απρόσιτη» (σελ. 13). Και όλα αυτά: «Δεν ήταν μια στιγμιαία αφηρημάδα. Δεν ήταν ένα απλό μπέρδεμα… Ήταν κάτι πολύ πιο μεγάλο. Κάτι που ξετυλιγόταν σιγά σιγά, χωρίς έλεος, μπροστά της».

Η Άννα πάει τη μητέρα της στον γιατρό περιμένοντας τη διάγνωση για το αναπόφευκτο αλλά η μητέρα της «Ήταν λες και είχαν πάει μια όμορφη απογευματινή βόλτα, λες και δεν στεκόταν στο κατώφλι μιας πραγματικότητας που θα άλλαζε τη ζωή τους». Η Άννα νιώθει πως δεν είναι έτοιμη για το βάρος που θα σηκώσει και παρακολουθούμε σταδιακά τον αγώνα της να σταθεί στα δικά της πόδια για να βοηθήσει τη μητέρα της. Η καθημερινότητα αλλάζει, η φωνή της μαμάς που κάποτε ήταν σταθερή και δυνατή τώρα έγινε απαλή, εύθραυστη και σαρωτική, Η Άννα παλεύει με μικρές εκπλήξεις και προτάσεις για να νιώσει πως η ζωή της είχε ακόμα ρίζες, πως τίποτα δεν είχε χαθεί εντελώς. Στο πλάι της σστέκεται ο άντρας της, ο Ορέστης, που την κρατά στην αγκαλιά του χωρίς να μιλάει «Γιατί μερικές φορές η σιωπή είναι το μόνο που μπορεί να αντέξει η καρδιά». Την αγαπάει: «Τα χέρια του την τύλιξαν, τη ζέσταναν, της έδωσαν την αίσθηση ότι για λίγο δεν χρειαζόταν να είναι δυνατή» (σελ. 180). Ο Ορέστης ευγνωμονεί την πεθερά του που τον είχε αγκαλιάσει με μεγάλη αγάπη και στάθηκε δίπλα τους στους μικροκαβγάδες: «…-τα σπίτια δεν κρατιούνται μόνα τους. Θέλουν φροντίδα, δουλειά, αγάπη. Κι όσο η καρδιά σας χτυπάει μαζί, πάντα θα έχετε λόγο να τα ξαναφτιάχνετε» (σελ. 117).

Με το πέρασμα του χρόνου όμως οι ισορροπίες στο ζευγάρι αλλάζουν: «Η φθορά δεν ξεκινούσε από αδιαφορία αλλά από κόπωση…Ποιος φροντίζει εκείνον που φροντίζει τους άλλους;» (σελ. 247). Η Άννα αφοσιώνεται όλο και περισσότερο στη φροντίδα της μητέρας της, η στάση της και η συμπεριφορά της δημιουργούν εντάσεις στην οικογένειά της, είναι απότομη, στρεσάρεται, αφήνει τα πάντα στη μέση. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα όταν ξεσπάει η πανδημία του Covid-19 που φέρνει τους ήρωες του μυθιστορήματος αντιμέτωπους με νέες ευθύνες. Επιπλέον, έχουμε μια μεγάλη αποκάλυψη που ανατρέπει οριστικά τις ισορροπίες και δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να υμνήσει τη μητρότητα μέσα και από άλλες πλευρές, δημιουργώντας έτσι μια πολυπρισματική ιστορία, με ολοκληρωμένους χαρακτήρες και καλογραμμένη πλοκή. Γραφή κοφτή, ρεαλιστική, με διακριτικές παρομοιώσεις και μεταφορές που ελαφραίνουν το κείμενο («Δυο γυναίκες πλεγμένες σαν τα φύλλα της πίτας, λεπτές, τρυφερές, κι από μέσα γεμάτες ζωή», σελ. 88), φωτίζει με μια διεισδυτική ματιά την ψυχοσύνθεση του ανθρώπου που πάσχει και του ανθρώπου που είναι πλάι του. Σκληρές και δύσκολες στιγμές που ο συγγραφέας δεν τις «μαλακώνει», δεν τις «στρογγυλεύει» για να δείξει το μέγεθος της δύσκολης αυτής περιπέτειας και ταυτόχρονα να εντείνει την ανάγκη της αγάπης και της υποστήριξης προς τον πάσχοντα.

Στο κείμενο παρεμβάλλονται και αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Μαργαρίτας: «Γράφω όλα αυτά γιατί φοβάμαι. Φοβάμαι πως μια μέρα θα τα ξεχάσω. Ή μάλλον, φοβάμαι πως δεν θα θυμάμαι ότι ξέχασα. Και θέλω να μείνει κάτι που να λέει πως υπήρξα» (σελ. 38). Εικόνες και αναμνήσεις από τη ζωή της που θέλει να κρατήσει για πάντα, τα σχέδια που έκανε για να φύγει από τη σκληρή ζωή του χωριού και να επιβιώσει με αξιοπρέπεια στην Αθήνα, να σπουδάσει, να ξεφύγει από τη σκληρή δουλειά και την κλειστή κοινωνία. Δε μεγαλοπιάνεται, απλώς θέλει κάτι καλύτερο για το εαυτό της, να τιμήσει τους γονείς της. Η δουλειά της ως δασκάλα στον Πειραιά, ούσα ανύπαντρη γυναίκα στην Αθήνα της δεκαετίας του 1970, το βαρύ μυστικό της, η κόρη της που ήταν όλη της η ζωή, αυτά και πολλά άλλα συμπληρώνουν τις πρωθύστερες αφηγήσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω και δεν επαναλαμβάνουν ήδη γραμμένα πράγματα. Απλώς, το πιο προσωπικό ύφος ενός ημερολογίου δίνει αμεσότητα και άφατη τρυφερότητα, μιας και η Μαργαρίτα διαβλέπει το τέλος της ασθένειας και θέλει να προλάβει: «Και αν δεν μιλήσω… να ξέρεις. Ότι σ’ αγαπώ. Ακόμα κι αν δεν θυμάμαι πια γιατί» (σελ. 294).

Photo by Anton Kraev on Unsplash

Πώς είναι η νέα καθημερινότητα, ποια είναι τα σημάδια, πώς είναι η ζωή σε ένα κέντρο φροντίδας, τι συμβαίνει όταν ο ασθενής αρχίζει να μην αναγνωρίζει τον φροντιστή του και τον διώχνει ή του επιτίθεται, πώς και γιατί ξεσπάει σε παραλήρημα, τι συμβαίνει στο τελευταίο στάδιο με τη διαύγεια; Αυτά και άλλα ερωτήματα απαντώνται στο μυθιστόρημα του Μιχάλη Δούκα, ο οποίος καταγράφει τα πάντα χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη ούτε να γεμίζει τις σελίδες με περιττολογίες ή να καθυστερεί τις εξελίξεις. Μπορεί σε κάποια σημεία να δάκρυσα, το κείμενο όμως εν όλω διακατέχεται από δύναμη και αισιοδοξία: «Δεν είναι μόνο το ότι δεν σε θυμήθηκαν. Είναι ότι, σε μια στιγμή, έφυγε από το πρόσωπό τους όλη η ιστορία τους…δεν χάνονται όλα μέσα στη λήθη. Η αγάπη, η τρυφερότητα, η δική σου παρουσία δίπλα τους περνούν πια από άλλες διαδρομές. Ίσως δεν σε θυμούνται με το όνομά σου, μα νιώθουν τη ζεστασιά σου, αναγνωρίζουν την ασφάλεια που τους προσφέρεις… Η καρδιά θυμάται, ακόμα κι όταν το μυαλό ξεχνά». Άλλωστε, όπως λένε και τα παιδιά της Άννας: «Η γιαγιά σ’ αγαπάει. Κι ας μπερδεύεται καμιά φορά» (σελ. 151). Το πιο δύσκολο σημείο είναι όταν εσύ θυμάσαι τα πάντα αλλά εκείνος δε θυμάται τίποτα. Και τότε: «Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να κρατάς σφιχτά το χέρι που ξεγλιστρά, να αγαπάς ακόμα κι όταν δεν σε θυμούνται, να ψιθυρίζεις «είμαι εδώ», ακόμα κι όταν δεν ξέρουν ποιος είσαι. Γιατί αυτή η αρρώστια παίρνει τα πάντα αλλά δεν μπορεί να πάρει την αγάπη» (σελ. 16).

Ενδιάμεσα στα κεφάλαια και σε ειδικό πλαίσιο δίνονται κάποιες παρατηρήσεις και κάποιες συμβουλές που ίσως βοηθήσουν τους ανθρώπους που φροντίζουν ασθενή με Αλτσχάιμερ. Τα πρόσωπα του οικογενειακού περιβάλλοντος, οι ξένοι και οι γείτονες, ακόμη και οι επαγγελματίες φροντιστές αν καταφύγει κανείς σε αυτούς, όλα καταγράφονται και σημειώνονται με παραστατικότητα. Έτσι δημιουργείται ένα πολυπρισματικό βιβλίο που καλύπτει την περιπέτεια της ασθένειας από κάθε πλευρά, τονίζοντας ότι κανείς δεν είναι μόνος σε αυτό το δύσκολο ταξίδι καθημερινού αποχαιρετισμού: «Κάθε μέρα είναι μια νέα πρόκληση. Να θυμάσαι για δύο, να προσέχεις για δύο, να ζεις για δύο… Να γίνεσαι η άγκυρα που τους κρατά στον κόσμο που ξεθωριάζει μέσα τους» (σελ. 53). Ας μη γελιόμαστε: «Δεν υπάρχει επιστροφή. Μόνο η προσπάθεια. Η προσπάθεια να κρατήσεις όσα μπορείς, όσα μπορείς…Να αγαπήσεις, ακόμα κι όταν δεν σε θυμούνται…Και πάνω απ’ όλα, να μάθεις να λες αντίο, λίγο λίγο, κάθε μέρα» (σελ. 54). Δεν υπάρχει θεραπεία: «-Μπορούμε να επιβραδύνουμε την εξέλιξη, να διαχειριστούμε τα συμπτώματα, να προσφέρουμε μια ήσυχη καθημερινότητα, να προετοιμαστούμε..» (σελ. 25). «Αλλά η ζωή δεν είναι μόνο απώλειες… Είναι και στιγμές που γεμίζουν την ψυχή σου» (σελ. 71). Οπότε: «Αφήστε τους να ζήσουν τις μνήμες τους…Γιατί μπορεί αύριο να μη θυμούνται ούτε το όνομά σας αλλά σήμερα σας το είπαν με όλη τους την καρδιά» (σελ. 74). Επίσης: «…βιώνουν τις εποχές και τις γιορτές όχι με βάση το ημερολόγιο αλλά με βάση στιγμιαία συναισθήματα, θραύσματα μνήμης, εικόνες που αναδύονται ξαφνικά και χάνονται πριν προλάβουν να αφήσουν το αποτύπωμά τους. Για εκείνους, ο χρόνος είναι σαν ρεύμα νερού, ποτέ σταθερό, ποτέ ομοιόμορφο» (σελ. 176).

«Το Αλτσχάιμερ δεν είναι απλώς μια ασθένεια. Είναι μια σταδιακή αποξένωση, ένα μακρύ αντίο που κρατάει χρόνια. Είναι η απώλεια του εαυτού μέσα σε μια θάλασσα από σκιές. Όμως, ακόμα και μέσα στο σκοτάδι, υπάρχει φως». Τα «Χαμένα κομμάτια» είναι ένα μυθιστόρημα για όσους παλεύουν με την ασθένεια και για όσους βρίσκονται δίπλα σε αυτούς τους ανθρώπους, για την αγάπη που επιμένει, για τη δύναμη της ανθρώπινης καρδιάς, για τους δεσμούς που δε χάνονται ποτέ ακόμα κι όταν φαίνεται να ξεθωριάζουν. Είναι μια μάχη που δίνεται κάθε μέρα, «σιωπηλά, πίσω από κλειστές πόρτες, σε δωμάτια νοσοκομείων, σε σπίτια γεμάτα αναμνήσεις και σκιές». «Δεν χρειάζονται προτροπές, εξηγήσεις ή νοσταλγικές συζητήσεις. Αρκεί κάτι μικρό, κάτι φαινομενικά ασήμαντο, όπως η μυρωδιά από ένα κουλουράκι βανίλιας…Και τότε ξαφνικά ο χρόνος κάνει ένα βήμα πίσω…Και ύστερα, όπως ήρθε, έτσι και φεύγει., Αλλά για εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα, όλα μοιάζουν όπως ήταν κάποτε. Και αυτό, κάποιες φορές, είναι αρκετό» (σελ. 68). Ταυτόχρονα όμως το βιβλίο είναι κι ένας ύμνος στη μητρότητα, στις μητέρες που απέκτησαν παιδιά δικά τους ή όχι, στη μητρότητα ως δύναμη που κινεί τον κόσμο, στις μάνες που έκαναν λάθη από αγάπη και σε όσες στάθηκαν δίπλα στα παιδιά τους. Ένας οδηγός αγάπης που με συγκίνησε και με γέμισε δύναμη και αισιοδοξία.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *