Πώς είναι η ζωή δίπλα σ’ ένα ποτάμι; Πώς συμβιώνουν οι βορινοί κάτοικοι με τους πεδινούς; Πόσο δύσκολο είναι να ζήσει κάποιος βασισμένος στις καλλιέργειές του; Ποια είναι τα ήθη και τα έθιμα ενός τόπου όπως αυτός της Ηπείρου και πώς επηρεάζονται ζωές και χαρακτήρες; Αυτά και άλλα ερωτήματα απαντώνται σε μια καλογραμμένη συλλογή.
Βιβλίο Το μοίρασμα
Συγγραφέας Ειρήνη Μπόμπολη
Κατηγορία Συλλογή διηγημάτων
Εκδότης Πνοή
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Η Ειρήνη Μπόμπολη έγραψε οκτώ διηγήματα με περίπου 10-20 σελίδες κατά μέσο όρο με κοινό τόπο αναφοράς τον ποταμό Άραχθο και τη γύρω περιοχή. Η κάθε ιστορία εκτυλίσσεται σε διαφορετικές εποχές και στιγμές αλλά υπάρχουν κοινά σημεία αναφοράς που δημιουργούν μια ολότητα στο σύνολο των κειμένων, φωτίζοντας έτσι ανθρώπους και εποχές συγκεκριμένου τόπου. Με πλήθος καλολογικών στοιχείων και με απολαυστικό λυρισμό η συγγραφέας μάς ταξιδεύει στους δύσκολους και σκληρούς χρόνους του ηπειρώτικου παρελθόντος από την καταστροφή του Σουλίου ως σήμερα, φωτογραφίζοντάς μας καθημερινές στιγμές απλών ανθρώπων που μοχθούν για ένα καλύτερο αύριο. Δεισιδαιμονίες και προλήψεις, ελπίδες και λαχτάρες, όνειρα και σχέδια συγκροτούν μια συναρπαστική πινακοθήκη ιστοριών με λέξεις, ιδιωματισμούς και περιγραφές γεμάτα αφηγηματική δεινότητα.
Θα ξεκινήσω με τον «Γάμο», ένα από τα ομορφότερα κείμενα της συλλογής, όχι τόσο λόγω της ιστορίας όσο της ρεαλιστικής,
λεπτομερούς περιγραφής των γεωργικών εργασιών του καλοκαιριού και πώς αυτές συνδέονται με την καθημερινή ζωή των φτωχών ανθρώπων εκείνου του τόπου. Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα γραφής της Ειρήνης Μπόμπολη εδώ έχουν τονιστεί στον υπερθετικό βαθμό και η συγγραφέας έδωσε τον καλύτερό της εαυτό, χτίζοντας μια ιστορία γεμάτη ρεαλισμό και σασπένς. Μάλιστα, δε διστάζει να διακόψει τη ροή στο πιο κρίσιμο σημείο για να μας μεταφέρει στο παρόν, όπου η ίδια άκουσε τις ιστορίες που αφηγείται και πιάνει τη συνέχεια μέσα από τα μάτια της κεντρικής ηρωίδας που είναι συγγενικό της πρόσωπο!
«Ήταν Ιούνιος. Φρέσκο καλοκαίρι. Φρέσκοι καρποί. Το τριφύλλι μεγάλωνε θρεψερό..» (σελ. 19). Ο Αλέξης και ο Βασίλης είναι γειτονικοί ιδιοκτήτες χωραφιών με καρπερό χώμα για τριφυλλόσπορο, μαζί στο όργωμα και στο σβάρνισμα, μαζί στο βοτάνισμα και στο σκάλισμα. Η κόρη του Βασίλη, Εφταλού, προκομμένη και νοικοκυρά, έχει πια περάσει τα είκοσι και παραμένει ανύπαντρη, μιας και η μάνα της είχε αρνηθεί διάφορα προξενιά. «Δεν είναι της σειράς μας», έλεγε για τον καθένα που προξένευαν για την κόρη της. Το ίδιο συνέβη και στον γιο του Αλέξη, που γοητεύτηκε από μια μελαχρινή κοπέλα αλλά ο πατέρας την έκοψε ότι δε θα βοηθήσει σε χωράφια και δουλειές, δε θα τους γηροκομήσει, και τον αποθάρρυνε: «Δεν κάνει αυτή για σένα», εννοώντας: «Δεν κάνει αυτή για μας». Να όμως που η μοίρα τα φέρνει αλλιώς και τα παιδιά των δυο γειτόνων ίσως είναι η καλύτερη λύση. Θα ευοδωθεί όμως αυτός ο γάμος;
Ιδιωματισμοί, ρεαλιστικές περιγραφές, ανατροπές, κινηματογραφικός ρυθμός φέρνουν στο φως μια ολόκληρη μικρή κοινωνία. Τα σταδιακά βήματα της κάθε αγροτικής εργασίας που εκτελούσαν οι οικογένειες των γειτόνων είναι δοσμένα με τέτοια δύναμη που ήταν σα να είμαι παρών ανάμεσα στους μεροκαματιάρηδες, ένιωθα τη ζέστη του καλοκαιριού πάνω μου και άκουγα τον ήχο των τζιτζικιών που τους τρελαίνει. Ο καιρός περνάει μέσα από τις σκληρές δουλειές του Αλέξη και του Βασίλη (που ξαποσταίνουν «με το στριφτό τσιγάρο σε καλαμποκόφυλλο στα κιτρινισμένα δάχτυλά τους»), των γειτόνων τους, των βουνίσιων που κατεβαίνουν να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους και ταυτόχρονα η Εφταλού μεγαλώνει και μεστώνει. Το έθιμο του λογοδοσίματος, η περιγραφή της πατινάδας, τα συναισθήματα των ηρώων, τα προικιά της νύφης, η συμμετοχή του χωριού μου θύμισαν τους πίνακες του Νικηφόρου Λύτρα και του Νικολάου Γύζη. Βασικός πρωταγωνιστής όμως στην ιστορία είναι ο ποταμός Άραχθος, που θα συναντήσουμε και σε άλλα διηγήματα της συλλογής. Τζουμερκιώτες και Ξηροβουνίτες κατέβαιναν το βουνό με τα πόδια μαζί με τα ζώα για να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους, με το ποτάμι να είναι ένα φυσικό σύνορο ανάμεσά τους. Για τον λόγο αυτόν υπήρχε και το έθιμο «το πάντρεμα του ποταμού», όποτε παντρεύονταν κόσμος από τους «αποπέρα» και τους «αποδώθε» και περίμεναν σημάδι από το ποτάμι για το μέλλον του γάμου.
Μου άρεσε πολύ και το «Μοίρασμα», όπου έχουμε μια πρωτότυπη εισαγωγή μέσω της οποίας η συγγραφέας αναλώνεται σε προσωπικές απορίες, σκέψεις και προβληματισμούς πάνω στη ζωή, στο παρελθόν και στη μνήμη, πριν μας αφηγηθεί την ιστορία της: «Η μεγαλύτερη μορφή μνήμης είναι η γραφή». Στη συνέχεια γνωρίζουμε την Αγγελική και τη «μοιρασμένη ζωή» της. Η κοπέλα μεγάλωσε στην αριστερή όχθη του ποταμού Άραχθου με τον ήχο του, «με το νυχτερινό βούισμά του». Το χειμώνα η οικογένειά της κινδύνευαν από τις κατεβασιές και τα ορμητικά νερά του αλλά το καλοκαίρι ο ποταμός ήταν μέχρι και περαστός. Απέναντι όμως δεν έπρεπε να πάνε, το ποτάμι ήταν το απροσπέλαστο σύνορο μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Βρισκόμαστε στην εποχή που το Σούλι έπεσε στα χέρια των εχθρών κι έτσι ξεδιπλώνεται μια ιστορία γεμάτη γλυκόπικρη τρυφερότητα. Η οικογένεια λαχταράει να γυρίσει στο πατρικό της, στην απέναντι όχθη, που είναι τουρκοκρατούμενο έδαφος κι όταν περνάει ο καιρός κι απελευθερώνεται η Ελλάδα τα καταφέρνουν μεν αλλά το βλέμμα τους είναι στραμμένο ξανά απέναντι. Ώσπου ο Άραχθος παίρνει και πάλι το πάνω χέρι και τότε… Για άλλη μια φορά έχουμε υποδειγματική λυρικότητα και έξοχες περιγραφές: «Οι κρανιές στις άκρες από τα μονοπάτια, τα γρανιτένια ρυάκια που αυλάκωναν τον λόφο, η πλούσια βλάστηση με ρείκια και γράβια, το φως που έπεφτε γλυκό στα φυλλώματα των δέντρων» (σελ. 56). Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που περνάνε τα χρόνια και πώς αλλάζει σταδιακά η ζωή της Αγγελικής, η οποία θα ζήσει μέχρι και την τρέλα του εμφύλιου πολέμου ενώ η ζωή της θα είναι πότε από τη μια και πότε από την άλλη όχθη του ποταμού.
Στην «Κατεβασιά», ο Άραχθος είναι και πάλι ο αφέντης της ιστορίας, μιας και: «Όλη μας η ζωή ήταν το ποτάμι. Οι νύχτες και οι μέρες μας. Οι ανάσες μας… Πλήθος μυστικά είχε ο τόπος μας, πολλά ορατά και περισσότερα αθέατα». «Το λάτρευε το ποτάμι ο τόπος του και το ποτάμι έδινε ζωή στον τόπο» (σελ. 11). Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Αλέξης, ο οποίος από νωρίς το πρωί ασχολείται με τα ζώα και τους κήπους του, χαζεύει την όμορφη φύση γύρω του, το ποτάμι. Η εγγονή του, η Ρηνούλα, δίνει φως στη ζωή του και διώχνει τις ομίχλες που σκεπάζουν τα ζεστά και υγρά πρωινά τον κάμπο. Η κατεβασιά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των κατοίκων, αφού ο κάμπος πλημμυρίζει και τα πάντα αναβάλλονται: «Η οργή και η αγάπη του ποταμού μαζί» χαρίζει δέος, φόβο και σεβασμό στους κατοίκους για το θαύμα της ανθρώπινης φύσης.
Μια πιο τραγική, σκληρή και απάνθρωπη ιστορία διαβάζουμε στον «Λάμπρο», όπου ένα παιδί κάνει καθημερινά την ίδια διαδρομή για να πάει για μάθημα, χαζολογώντας λίγο στον μύλο και στα καλάμια του ποταμού. Δεν είναι καλός μαθητής, μιας και φοιτά για τρίτη χρονιά στην πρώτη δημοτικού. Η αντίδρασή του στην πειθαρχία του σχολείου, στο διάβασμα κατ’ οίκον κλπ. βασίζεται στη συμπεριφορά του δασκάλου Περικλή, που υπηρετούσε άψογα τις τότε προθέσεις του εκπαιδευτικού συστήματος «για σωφρονισμό και ηθοπλασία της νεολαίας». Ο Λάμπρος, «επιδεικτικά ανένδοτος και προκλητικά αδιάφορος», θα ζήσει κάτι που θα ανατρέψει για πάντα τον παιδικό του κόσμο και θα μου φέρει δάκρυα στα μάτια. Από τα πιο ανατριχιαστικά κείμενα της συλλογής, με έβαλε σε σκέψεις για την έννοια της αυτοδικίας και της δικαίωσης.

Στο «Φράγμα» επιστρέφουμε και πάλι στις συναρπαστικές περιγραφές της φύσης και ταξιδεύουμε σ’ έναν τόπο όμορφο που τελικά θα κινδυνεύσει να αφανιστεί κάτω από τα νερά του ποταμού όταν αποφασιστεί να φτιαχτεί ένα φράγμα. Έχουμε και πάλι καταπληκτικές περιγραφές που μας βάζουν για τα καλά στην καρδιά των γεγονότων και οξύνουν τις αισθήσεις: η θαυματουργή εκκλησία της Παναγίας βρίσκεται εκεί που σμίγουν τα ποτάμια και σχηματίζεται απέραντος λευκός αιγιαλός, με τις νύχτες να μην είναι μαύρες χάρη στα λευκά χαλίκια της κοίτης που εκπέμπουν το δικό τους φως μες στη νύχτα. Ο τόπος αυτός θεωρούνταν ισκιωμένος γιατί, μεταξύ άλλων, όταν η σελήνη χανόταν, το μεγάλο ποτάμι χυνόταν στο μικρό και πλημμύριζε τον τόπο. Εκεί που «δυο ποτάμια φιλιούνται» λοιπόν η πολιτεία αποφάσισε να φτιάξει φράγμα για εξοικονόμηση ενέργειας. Το χωριό Φάγκος θα γίνει λίμνη και οι κάτοικοι πρέπει να φύγουν. Λίγο πριν την αλλόκοτη ασέληνη περίοδο όμως μια κοπέλα που τη δάγκωσε φίδι καλείται να υλοποιήσει το τάμα της να γίνει καλά στην εκκλησία της Παναγίας ενώ φτάνει στο μέρος ο Ανδρόνικος, ο μηχανικός που θα υπολογίσει τις συνέπειες και την ασφάλεια του έργου. Υποβλητική ατμόσφαιρα, με τον φόβο των κατοίκων γι’ αυτές τις γρουσούζικες μέρες να είναι σχεδόν απτός. Δεισιδαιμονίες και προλήψεις, νέες τεχνολογίες που θα αλλάξουν την ιστορία του χωριού και κάποια χαρακτήρες που θα γνωρίσουν αδιανόητες εκπλήξεις.
Την κλειστή κοινωνία ξεντύνει η συγγραφέας στον «Ξένο», όπου βρισκόμαστε κοντά στο Πάσχα, πρώιμη άνοιξη. Ο Αλέξης περιμένει τον γιο του από την πρωτεύουσα όπου πήγε προς εύρεση εργασίας κι από τότε επέστρεφε αραιά στο πατρικό του. Η μικρότερη κόρη της οικογένειας είναι 25 ετών κι ακόμη ανύπαντρη, οπότε αυτό το καλοκαίρι πρέπει να της βρουν γαμπρό. «Θα ξεκινούσαν από το καλύτερο και κοντινότερο σπιτικό μέχρι το πιο αδέξιο και μακρινό». Ο γιος του φέρνει μαζί έναν φίλο του για να προξενέψει την αδελφή του κι αυτό δεν αρέσει στον πατέρα γιατί είναι ξένος! Ο Λευτέρης «είχε φινέτσα, στιλ, αρχοντιά. Μιλούσε πρωτευουσιάνικα, με ωραία προφορά, χαμογελούσε με τρόπο». Όμως: «Διέφερε σημαντικά από τα παιδιά του χωριού, τα ηλιοκαμένα στα χωράφια, στο όργωμα, στο βοτάνισμα, στο σκάλισμα, στον τρύγο» (σελ. 101). Από την άλλη ο πατέρας θέλει «κάποιον άξιο, να το λέει η καρδιά του. Αυτό το παιδαρέλι… Άλλοι τρόποι, άλλες συνήθειες, αλλιώς μαθημένο. Έβλεπε πάνω του έναν μποέμικο αέρα, ένα ύφος ασυνέπειας». Ο τόπος, το χωριό, δε συγχωράνε και τελικά το ποτάμι είναι αυτό που θα αποφασίσει για τη συνέχεια της ζωής όλων τους. Μια σκληρή ιστορία, και πάλι ποτισμένη με λογοτεχνικά πλουμίδια από μεταφορές και παρομοιώσεις: «Η φύση τριγύρω χαμογελούσε σπαρταριστά με όλων των ειδών τα χρωματιστά χαμόγελα», «Το δάσος στις πρώτες φρέσκες πρασινάδες των νεογέννητων φύλλων έλαμπε στο απριλιανό δέος» κ. ά. Ένα διήγημα με κλιμακούμενη πλοκή, ανατροπές και μια άλλη χρήση της λέξης «ξένος».
Στην «Πόλη» ξεφεύγουμε εν μέρει από το παρελθόν του τόπου κι ερχόμαστε στο σήμερα. Είναι Σεπτέμβρης στον κάμπο της Αμβρακίας, με μια ζέστη που έρχεται υγρή «και μειώνει τις ανάσες σου», με μια γνώριμη υγρασία που «ακουμπάει παντού με την κολλητική της δύναμη και σε πνίγει». Η περιοχή «Είναι κάμπος και ως κάμπος έχει τους δικούς του βιορυθμούς, τον δικό του αγέρα και τα μοναδικά χρυσαφένια δικά του δειλινά που κάνουν τα νερά της λιμνοθάλασσας πολύτιμο οπτικό χρυσάφι». Η ηρωίδα της ιστορίας περιδιαβαίνει στην πόλη της Άρτας προσπαθώντας να συνταιριάξει το χτες με το διαστρεβλωμένο σήμερα ενώ η συγγραφέας μάς εισάγει σταδιακά στη ζωή της. Έμφαση δίνεται σε μια συναρπαστική λυρική εισαγωγή γεμάτη χρώματα και εικόνες, με τη φύση της περιοχής όπου διαδραματίζεται η πλοκή του κειμένου να ζωντανεύει ξανά με άφθαστο ρεαλισμό. Πανέμορφες παρομοιώσεις και μεταφορές στολίζουν και αυτό το κείμενο: «Τα πλατάνια, αρχές φθινοπώρου, διατηρούσαν όλα σχεδόν τα φύλλα σε χρώμα δελεαστικού κίτρινού ή σε αποχρώσεις φρεσκοψημένου κεραμιδιού».
Από την ατμόσφαιρα, τον καιρό και το κλίμα περνάμε στο τοπίο, στο ποτάμι, το οποίο «ημερεύει, γαληνεύει, συρρικνώνεται σε στενότερη κοίτη ανάμεσα σε αρδεύσιμα χωράφια, σε ελαιώνες και πορτοκαλεώνες» κι από κει στο περίφημο γεφύρι. Η Άρτα είναι μια πόλη που κάποτε είχε ένα τόσο ακμαίο ποτάμι αλλά τώρα έχει περιοριστεί από το φράγμα, φυσικά με τους αντίστοιχους κινδύνους σε πλημμύρες και ξηρασίες. Η κοπέλα της ιστορίας κάνει νοερές αναδρομές στο παρελθόν της πόλης, φέρνει στο μυαλό της το πολύβουο παζάρι, το οποίο στήνεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη σα μαγικό σκηνικό με χιλιάδες λεπτομέρειες: «πολυποίκιλο, πολύχρωμο και προκλητικό», με λουκουμάδες, χαλβά με αμυγδαλωτή κρούστα, ζαχαρωτό μαλλί της γριάς, ραβδωτές καραμέλες, λουκούμια. Ακόμη και με ζωοπανήγυρη, με προίκες για τα κορίτσια, μα πάνω απ’ όλα με παιχνίδια: μπαλαρίνα, γύρος του θανάτου, συγκρουόμενα κ. ά.
Η ηρωίδα ανατρέχει σε αυτά ελπίζοντας να βρει κάτι που να τη βοηθήσει να αναπλάσει τον χαμένο μύθο της αθωότητάς της, να βρει τις ψηφίδες του δικού της παρελθόντος. Το σήμερα στην πόλη της Άρτας όμως έχει εξαφανίσει κάθε ίχνος από το χτες και το παζάρι έχει ευτελιστεί: «Ακατάστατα εμπορεύματα, άσχετα μ’ αυτόν τον τόπο, και ακατάστατοι θορυβώδεις επισκέπτες». Έχουμε «Μια πόλη στην κόψη του ορίου». Ποιο όμως είναι το κομμάτι που ενώνει όλα τα πρόσωπα της πόλης και δίνει μια συμπαγή δομή στην ιστορία της; Μια συναρπαστική εξιστόρηση της πορείας της Άρτας στον χρόνο και ταυτόχρονα η σύγκρουση του χτες με το σήμερα αλλά και ο φόβος για την τιμωρία της ανθρώπινης αλαζονείας.
Η συλλογή κλείνει με ένα παραδοσιακό παραμύθι της Άρτας σε διασκευή από τη συγγραφέα, το «Τσιαμ κουρελάκι». Ένα πάμφτωχο παιδί με μια ζητιάνα μάνα περιμαζεύει από τον δρόμο ένα φίδι και το κρύβει από τη μάνα του. Όταν το ζώο μεγαλώνει κουβαλάει το παιδί σ’ έναν φιδότοπο κι εκεί τα άλλα φίδια το ρωτάνε τι θέλει για να τους δώσει το φίδι του για βασιλιά. Το παιδί ζητάει το τσιαμ κουρελάκι, που μοιάζει με μικρό φασόλι σε σχήμα καρδιάς και, όταν το έχεις πάνω σου, ό,τι ζητήσεις, γίνεται. Αυτή είναι η αρχή μιας σειράς φαντασιακών περιπετειών με μάγια, θαύματα, κόλπα και σημαντικά διαχρονικά μηνύματα. Ένα συναρπαστικό παραμύθι για την πραγματική αγάπη και για τη συγχώρεση, προσεκτικά διασκευασμένο.
«Το μοίρασμα» είναι μια συναρπαστική και λυρική συλλογή διηγημάτων για τον Άραχθο και τον τόπο που επηρεάζει με τις κατεβασιές του, για τους ανθρώπους που μοχθούν για ένα καλύτερο αύριο παλεύοντας με τη φτώχεια και την αξιοπρέπεια, για ένα χτες που έχει χαθεί σχεδόν για πάντα κι επιβιώνει ελάχιστα σε προφορικές μαρτυρίες και παραδόσεις. Καλολογικά στοιχεία, ποικίλες ιστορίες, ενδιαφέρων χειρισμός πλοκής και κινηματογραφική αφήγηση είναι μερικά μόνο από τα θετικά χαρακτηριστικά μιας συλλογής που με ταξίδεψε στον χρόνο και μου γνώρισε αντιλήψεις, νοοτροπίες και ψυχογραφήματα μιας άλλης εποχής που παραμένει κοντινή μας κι ας μην το αντιλαμβανόμαστε με την πρώτη ματιά.