Πώς μπορεί να αλλάξει σε μια στιγμή η ζωή κάποιου; Γιατί τσακώνονται ο Μπομπ Ντίλαν και η Πάτι Σμιθ; Πόσο προκλητικό είναι να έχεις ερωτική σχέση με διδύμους; Ποια είναι η Μαίρη Πολύβουα; Αυτά κα άλλα ερωτήματα απαντώνται σε αυτήν την καλογραμμένη συλλογή δεκατριών διηγημάτων, έκτασης 4-8 σελίδων κατά μέσο όρο.
Βιβλίο Μαίρη Πολύβουα
Συγγραφέας Γιάννης Καφάτος
Κατηγορία Συλλογή διηγημάτων
Εκδότης Κύφαντα
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Ο Γιάννης Καφάτος έγραψε μια ιδιαίτερη συλλογή κειμένων με πρωταγωνιστές ανθρώπους που δεν περιμένεις ότι θα
συναντήσεις σε αφηγηματικό προσκήνιο: μετανάστες, ηλικιωμένοι, ναρκομανείς, άστεγοι (πολλά από τα διηγήματα ζωντανεύουν τον δικό τους περιπετειώδη βίο) κ. ά. Πρόσωπα που δεν τραβούν το ενδιαφέρον και την προσοχή των περαστικών είναι εδώ με τη δική τους φωνή, συγκροτώντας ένα απάνθισμα ιστοριών με πλοκή-roller coaster, δηλαδή εκεί που υπάρχει γραμμική αφήγηση, θα συμβεί κάτι που θα πυροδοτήσει τις εξελίξεις και στη συνέχεια θα ολοκληρωθεί με κάτι εξίσου αναπάντεχο. Απλό λεξιλόγιο, δυνατή αφηγηματικότητα, έξυπνες ιδέες και υποδειγματική ανάπτυξή τους κάνουν τα κείμενα ιδιαίτερα προσωπικά και διαφορετικά από τα συνηθισμένα άλλων συλλογών. Επιπλέον, ελάχιστοι χαρακτήρες έχουν ονόματα κι αυτοί δρουν σε μέρη χωρίς τοπογραφικές ενδείξεις, κάτι που δημιουργεί την αίσθηση του διηνεκούς και της διάρκειας στον χρόνο. Αντιθέτως, όποτε κατονομάζονται τα σημεία δράσης αυτά είναι συνήθως στου Ψυρρή και στην οδό Αθηνάς.
Άνθρωποι που έχουμε δει χωρίς να τους βλέπουμε, που τους έχουμε προσέξει χωρίς να τους έχουμε δει βγαίνουν μπροστά. Ο συγγραφέας μάλιστα δε διστάζει να χρησιμοποιήσει λέξεις που θα εντείνουν το συναίσθημα, όχι για λόγους εντυπωσιασμού αλλά για να μας φέρει πιο κοντά στον δικό μας εαυτό, μιας και σίγουρα όλοι μας έχουμε σκεφτεί αυτές τις λέξεις γι’ αυτούς τους ανθρώπους απλώς δεν τις έχουμε πει δυνατά. Ο Γιάννης Καφάτος όμως, μετά το πρώτο αναγνωστικό χαστούκι, απλώνει μερικές φορές το χέρι της αισιοδοξίας και κυρίως της ανθρωπιάς, δείχνοντάς μας ότι οι χαρακτήρες του δεν παύουν να είναι άνθρωποι, με ένα παρελθόν και με μια σειρά από λάθη που, επίτηδες ή τυχαία, τους έριξε χαμηλά ή πιο έξω από τον κόσμο. «Γιατί αν κάποιοι κάνουν ότι δεν βλέπουν την περιφερόμενη δυστυχία στην πόλη που κυκλοφορούν, άλλοι τόσοι και περισσότεροι είναι εχθρικοί προς τη δυστυχία των άλλων. Λες κι είναι κολλητική ασθένεια» (σελ. 40). Σε κάποια κείμενα έχουμε τριτοπρόσωπη αφήγηση, σε άλλα πρωτοπρόσωπη ενώ μερικές φορές ο αφηγητής απευθύνεται σε κάποιον, στον αναγνώστη ή σε συνομιλητή του, για μεγαλύτερη παραστατικότητα.
«Στον φράχτη έκλαψα δυο φορές» γνωρίζουμε τον Αλί που εργάζεται ως σιδεράς και του οποίου το αφεντικό δέχεται μια σημαντική δουλειά: να στήσουν έναν φράχτη στα σύνορα. Ο Αλί βάζει τα κλάματα γιατί θυμήθηκε πως στο ίδιο σημείο είχε περάσει λαθραία πριν χρόνια. «Σήμερα έκλαψα για τον επόμενο Αλί που δεν θα μπορέσει να διαβεί το ποτάμι και να βρει μια ζεστή κούπα τσάι να ζεστάνει το κορμί του» (σελ. 17). Το δίλημμα μεγάλο: «Πώς θα έκλεινα εγώ μια πόρτα που την είχα βρει ανοιχτή και σώθηκα περνώντας τη; Το κλάμα του έγινε και δικό μου κλάμα: «Έχουμε μάθει να κοιτάμε και μη ρωτάμε τον άλλον «γιατί κλαις;» αφού όλοι ξέρουμε» (σελ. 18). Στη «Μαίρη Πολύβουα» γνωρίζουμε ένα ήρεμο, ταπεινό ανθρωπάκι που δέχεται να συνοδεύσει τους μαθητές του σε μια εκδρομή πίσω στον τόπο όπου γεννήθηκε. Ένα βράδυ που έχουν βγει για ποτά, η Μαίρη Πολύβουα τον βλέπει και τον χουφτώνει, τον αρπάζει και φεύγουν, προκαλώντας τη θυμηδία των παιδιών που συνόδευε. Ένα πανέξυπνο κείμενο που ξεδιπλώνει σταδιακά την ιστορία και κρατάει τη μεγάλη αποκάλυψη για το τέλος, προκαλώντας μιαν έντονη συγκίνηση για τους ανθρώπους που δεν τολμάνε, για όσους οδηγούν τους άλλους στα άκρα, για όσους προσπαθούν να συμβιβαστούν με τον άδηλο εαυτό τους. Μια κρυφή πλατωνική ερωτική ιστορία από το παρελθόν έρχεται στο φως με φόρα, ανατρέποντας τον κόσμο του καθηγητή και αφήνοντάς με άφωνο αλλά και συγκινημένο.
Σπαρακτικό είναι το «Κάτι για προσκεφάλι», ένα κείμενο που ξεδιπλώνεται σε τρεις σελίδες κι εγώ έκλαιγα για τρία λεπτά. Ένας επαίτης χαίρεται με τη χαρά των άλλων που συναντάει τα βράδια στου Ψυρρή που τριγυρνάει. Ξεχνάει τη δική του δυστυχία γιατί δε βλέπει άδεια βλέμματα, όπως τα πρωινά τις καθημερινές. Κι ενώ συγκρίνει το σήμερα με το δικό του χτες δε μεμψιμοιρεί ούτε αναθεματίζει την τύχη του, γιατί έχει κάτι σημαντικό για προσκεφάλι τη νύχτα στην πιο φιλόξενη κόχη που θα βρει, κάτι που με τάραξε και με λύγισε. Πριν κοιμηθεί φοράει έναν σκούφο που του καλύπτει το πρόσωπο για να κλαίει με την ησυχία του, μιας και «τα δάκρυα δεν θέλω να φανερώνονται στους περαστικούς» και τότε… Από το κλάμα πάμε στην ένταση με τη «Θυμωμένη μανία», όπου ένας άντρας έχει πολύ θυμό μέσα του, χωρίς να έχει ψάξει και να σκεφτεί από πού πηγάζει όλο αυτό. Γνωρίζουμε τη νοοτροπία, τις αντιλήψεις, τον χαρακτήρα του, δίνεται με ρεαλισμό η ένταση της οργής του, τα συμπτώματά του σε σώμα και μυαλό κι όταν η πλοκή ανατρέπεται, τα πάντα τινάζονται στον αέρα. Ένα ψήγμα ανθρωπιάς σκόρπιο ανάμεσα στις λέξεις κλείνει το διήγημα με μια σχετική αισιοδοξία ότι ο πρωταγωνιστής παραμένει άνθρωπος και δεν τον νίκησε το θηρίο του θυμού.

Επιστρέφουμε στο κλάμα με το «Ευριπίδου (Κάτω από την Αθηνάς)», όπου καταγράφεται η σταδιακή κάθοδος ενός ανθρώπου που τα είχε όλα και τώρα ξέπεσε στην πρέζα. Πώς έχασε την πολυτελή ζωή του, τις γυναίκες, τους φίλους του; «Πλέον δεν έχει πρόσωπο. Είναι ένα απλωμένο χέρι. Βρώμικο με μεγάλα νύχια μαύρα από την απλυσιά. Κι όμως είχε τόσο ωραία δάχτυλα! Και πολύ δημιουργικά…» (σελ. 36). Μέσα από παραστατικές και πάλι περιγραφές γνωρίζουμε τον ψυχισμό του, τις σκέψεις του, τις απέλπιδες προσπάθειες να σταθεί όρθιος κι όχι να σέρνεται. Οι παρατηρήσεις του είναι ρεαλιστικές. Ιδού για παράδειγμα πώς βλέπει τους οδηγούς στο φανάρι που ζητιανεύει: «Κλείνουν ερμητικά τα παράθυρα και φτιάχνουν την επιθυμητή θερμοκρασία με τον κλιματισμό. Αυτός όμως δυσκολεύεται να περάσει τις αντανακλάσεις της πόλης που φέγγουν στο τζάμι και δεν μπορεί να δει τον οδηγό». (σελ. 38). Πόση ωμότητα διέκρινα μέσα στην ειλικρίνεια: «Το βράδυ είναι πιο καλά. Πάντα το σκοτάδι ομορφαίνει την ασχήμια της πόλης. Έτσι κι αυτός φαίνεται λιγότερο» (σελ. 40). Και για άλλη μια φορά με την τελευταία σκηνή, με την τελευταία λέξη, έβαλα τα κλάματα.
«Τα δίδυμα» είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία για μια γυναίκα που γνωρίζει δίδυμα αδέλφια και συνάπτουν σχέση όλοι μαζί για κάνα χρόνο μόνο αλλά τους ξαναβλέπει όταν πια έχει γεράσει. Τα πάντα έχουν αλλάξει και στους τρεις κι ο συγγραφέας, ευκαιρίας δοθείσης, καταγράφει με οξυδέρκεια και σεβασμό τα πικρά αισθήματα των ανθρώπων που ο χρόνος πέρασε από πάνω τους: «Αρρωσταίνουμε και αλλάζουμε. Μεταμορφωνόμαστε σε κάτι που κανείς δεν θέλει να βλέπει, σε κάτι που κανείς δεν ανέχεται και τελικά σε κάτι που μόνο τον οίκτο προκαλεί. Δεν μας σκοτώνουν γιατί δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό και επιφέρει ποινή. Μας κοιτάζουν με οίκτο και δεν μας δίνουν σημασία, γιατί αυτό είναι το πιο εύκολο και καλύπτει τις κοινωνικές τους ανασφάλειες» (σελ. 54). Δυστυχώς το τέλος είναι πολύ κλισέ, συγκριτικά με τις έξυπνες λύσεις των άλλων κειμένων της συλλογής. Ίδια κεντρική ιδέα σχετικά με τη θέση του ηλικιωμένου στη ζωή ενώ αναπολεί τις δυνάμεις και την ομορφιά της νιότης του έχουμε και «Στο παγκάκι, στο λιμανάκι», μόνο που αυτό το κείμενο είναι γραμμένο σε πιο εξομολογητικό τόνο, χρησιμοποιεί λίγο διαφορετικό λεξιλόγιο λόγω του αφηγητή και περιέχει πιο πλούσιες αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια του ήρωα.
Υπάρχουν κι άλλα διηγήματα, όπως το «Ρε, δεν είμαι αξιοθέατο», όπου ένας κλητήρας σε ναυτιλιακό γραφείο στον Πειραιά ασχολείται με τη φωτογραφία για χόμπι. Είναι ικανοποιημένος και χαρούμενος μέχρι τη στιγμή που θα ανατραπούν οριστικά οι ρόλοι και θα μπει στη θέση αυτών που φωτογραφίζει. Στην «Περιπλάνηση» παρακολουθούμε τα βήματα, την περιπλάνηση, τη μοναξιά που είναι συνυφασμένα με τις παιδικές αναμνήσεις του ήρωα της ιστορίας: «Τα βήματα μας πάνε ή μας διώχνουν από κάπου… Η ίδια σου η ύπαρξη εξαρτάται από τα βήματα που σε πάνε και σε φέρνουν. Κάπου, οπουδήποτε, από οπουδήποτε» (σελ. 60). Έξυπνο το «Πόσα βιβλία χωράνε στις τσέπες ενός τζάκετ;», όπου ένας άστεγος προσπαθεί να μη γίνει φίλος με το εκάστοτε μεταχειρισμένο βιβλίο που αγοράζει από το περίπτερο γιατί δεν έχει πολλές τσέπες πάνω του και πρέπει να το ανταλλάξει ή μεταπουλήσει μόλις το τελειώσει. Αισιόδοξο το «Σήμερα θα γελάσουμε χωρίς λεφτά» όπου ένας καλλιτέχνης του δρόμου και η πρωτότυπη παράστασή του μου έδειξαν με όμορφο και γλυκό τρόπο πόσο σημαντικό είναι το γέλιο και το χαμόγελο στη ζωή μας. Τέλος, τα κείμενα που τιτλοφορούνται «Στον κόσμο μου» είναι αρκετά σουρεαλιστικά και πρωτότυπα.
Η συλλογή διηγημάτων «Μαίρη Πολύβουα» είναι μια φρέσκια, πρωτότυπη και διαφορετική συγγραφική δουλειά του Γιάννη Καφάτου που ξεχωρίζει σε πολλά σημεία. Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές ιστορίες, απολαυστική και προσωπική γραφή είναι μερικά από τα θετικά γνωρίσματα που με έκαναν να την ξεχωρίσω και να την αγαπήσω ιδιαίτερα.