Ένας συγγραφέας που πλέον ζει ως ghost writer μετά τη σύντομη μεγάλη του επιτυχία παίρνει έναν φάκελο μ’ ένα απειλητικό σημείωμα και τη φωτογραφία μιας νεκρής γυναίκας. Έτσι ξεκινάει μια υποχρεωτική μακάβρια συνεργασία που τον ξαναφέρνει στην πρώτη θέση των πωλήσεων και τον κάνει να νιώθει ανίκητος. Κάθε πτώμα και μια νέα, συναρπαστική ιστορία που ξετρελαίνει το κοινό. Σύντομα όμως μια από τις νεκρές γυναίκες αναγνωρίζεται και η αστυνομία τον θεωρεί ύποπτο. Ποιος είναι ο αποστολέας και δολοφόνος; Γιατί θέλει να βοηθήσει τον συγγραφέα να ξαναγίνει πλούσιος και διάσημος; Πόσο σκοτεινός είναι ο κόσμος του βιβλίου και της λογοτεχνίας;
Βιβλίο Η τρίτη γυναίκα
Συγγραφέας Αντώνης Ζερβός
Κατηγορία Αστυνομικό μυθιστόρημα
Εκδότης Bell
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Ο Αντώνης Ζερβός έγραψε ένα πολύπλοκο και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, γεμάτο ενδιαφέροντες χαρακτήρες, ιστορίες που εμπλουτίζουν την καθαυτή πλοκή, ευρηματικές ανατροπές και καλοδουλεμένα ψυχογραφήματα. Μέσα σε 400 περίπου σελίδες ξεδιπλώνεται η άνοδος και η πτώση ενός ανθρώπου που έκανε ένα σύντομο μπαμ, έπεσε στην αφάνεια και εκτινάχτηκε ξανά, πατώντας κυριολεκτικά επί πτωμάτων. Ταυτόχρονα, ακολουθούμε μαζί με τον αστυνόμο Στάβαρη (που γνωρίσαμε στο «Deadline») ένα μπερδεμένο κουβάρι ανακρίσεων και ερευνών, γεμάτων από αναπάντεχους υπόπτους και βυθιζόμαστε στο οικογενειακό παρελθόν του συγγραφέα όπου κρύβονται κάποια σημαντικά μυστικά. Καταλήγουμε μάλιστα σ’ ένα τέλος που προσωπικά χρειάστηκε να το διαβάσω δυο-τρεις φορές για να καταλάβω τι συνέβη, όχι γιατί ήταν δυσνόητο αλλά γιατί ο συγγραφέας σκόρπισε με τέτοιο τρόπο τα κλειδιά των γρίφων στο βιβλίο που, αν παρασυρθείς από τις ανατροπές και τη δράση, τα έχεις χάσει, σου έχουν διαφύγει.
Ο συγγραφέας Άλκης Βρεττός δημιούργησε τον δολοφόνο Βαλτάσαρ που στιγμάτιζε απόκοσμα, μικρά έργα τέχνης στα θύματά
του και την αστυνόμο Κέλλυ Βαλταδώρου, την όμορφη και αδίστακτη διώκτριά του. Η ιστορία του στοίχειωσε τους αναγνώστες αλλά στη συνέχεια η συγγραφική του πορεία ήταν καθοδική. Η Πένι Μολφέτα, η μάνατζέρ του, τον χαρακτήρισε «ανυπόφορα αυτοκαταστροφικό», οπότε κάποια στιγμή χάθηκε η έμπνευση, έγιναν κάποια λάθη και πλέον ο Βρεττός ζει ξεχασμένος, βουτηγμένος στο ποτό. Ξεπουλάει ό,τι ελάχιστο έχει απομείνει από το ταλέντο του γράφοντας επί πληρωμή μέτρια βιβλία για λογαριασμό άλλων. Μια στο τόσο κάποιος τον ξεθάβει και του κάνει αφιερωματικές βραδιές αλλά «οι περίεργοι που ήθελαν να δουν πώς είναι ένα ξεπεσμένο ταλέντο, όλο και λιγότεροι». Κάποια στιγμή, ο Βαλτάσαρ του στέλνει έναν φάκελο με τη φωτογραφία μιας νεκρής γυναίκας και του αναθέτει να γράψει την ιστορία της μέσα σε εννιά μήνες αλλιώς θα σκοτωθεί αγαπημένο του πρόσωπο. Η επιστολή είναι ανατριχιαστική: «Νιώθω το μεγαλείο σου, είναι δικό μου. Το ζω. Με ανέσυρες όταν κειτόμουν χαμένος. Σ’ το ανταποδίδω τώρα. Ο κόσμος σε χρειάζεται. Εγώ σε χρειάζομαι, να κερδίσουμε τη θέση μας ξανά».
Μια άγρια έξαψη ξυπνάει στον Βρεττό αυτό το αρρωστημένο παιχνίδι και αρχίζει να χτίζει την ιστορία του, να ψάχνει τα σημάδια που άφησε ο δολοφόνος για να εντοπιστούν, να δημιουργεί σκοτεινές και ανατριχιαστικές πλοκές, παρ’ όλο που αυτό δοκιμάζει τις ψυχικές του αντοχές. Μια σκοτεινή, ακαταμάχητη έλξη τον κάνει να αφοσιωθεί στις λεπτομέρειες της φωτογραφίας με τη νεκρή γυναίκα. Ένα πτώμα σ’ ένα συνηθισμένο δάσος, «Βρύα, πεσμένα φύλλα, ρίζες και κορμοί». Μια ψόφια καρακάξα στη βάση του λαιμού της. Αρχίζει να μπαίνει στο μυαλό του δολοφόνου, να παρατηρεί τις λεπτομέρειες, να τις ανασυνθέτει, να ψάχνει τι συμβολίζουν, γιατί και πώς έστησε έτσι το θύμα του ο «Βαλτάσαρ». Ο Άλκης μεγάλωσε με τις ιστορίες του παππού Σταύρου, που έλεγε παραμύθια φερμένα από παράξενες γωνιές της θάλασσας, αφού ήταν χρόνια ναυτικός και είχε γυρίσει όλο τον κόσμο. Έλεγε λοιπόν στα εγγόνια του παραμύθια από μέρη παράξενα, σοκάκια σκοτεινά, και τους έδειχνε την παλιά υδρόγειο πάνω στο γραφείο. «Οι ιστορίες ψιθυρίζονται τη νύχτα, στο φως σιωπούν». Αυτό ακολουθεί και τώρα ο Βρεττός, με την αδρεναλίνη της επιτυχίας να τον μεταμορφώνει σε τέρας. Ποιος είναι όμως στην πραγματικότητα ο Βαλτάσαρ, πώς διάλεξε το θύμα, πώς σχεδιάζει το χτύπημα, πώς ξέρει τόσα πολλά για τη ζωή και τον χαρακτήρα του Άλκη;
Έτοιμο λοιπόν το πρώτο βιβλίο, ο ήρωάς μας αρχίζει να κινεί τα νήματα της επικείμενης έκδοσης όπως αυτός θέλει, τρελαίνοντας τη Μολφέτα, η οποία όμως διαβλέπει πως έχει στα χέρια της κάτι πραγματικά καλό. Νέα σαρωτική επιτυχία ξεκινάει, με τον Βαλτάσαρ να στέλνει ξένες, ανώνυμες, καταδικασμένες στην αφάνεια γυναίκες. Ο Βρεττός έχει μεταμορφωθεί, έχει γίνει αδίστακτος: «Δε με ενδιέφερε ποια θα απεικονιζόταν στην επόμενη φωτογραφία που θα αναλάμβανα να γράψω την ιστορία της, αρκεί να ήταν ξένη. Αρκεί να λάμβανα τη φωτογραφία» (σελ. 79). Τα βιβλία του γίνονται ανάρπαστα, διασκευάζονται σε ταινίες, μεταφράζονται. «Ήμουν με διαφορά ο καλύτερος της γενιάς μου…Ήμουν ο ροκ σταρ της αστυνομικής λογοτεχνίας» (σελ. 84). «Ο χρόνος με βοήθησε να σκληρύνω. Να θάψω τους φόβους κάτω από την πιστή τήρηση των κανόνων που εκείνος επέβαλε με τον τρόπο του. Να δω την πραγματική ουσία της ανίερης, άτυπης συμφωνίας κυρίων που μας έδενε. Ήμασταν και οι δυο ταλαντούχοι, ο καθένας στο δικό του μερίδιο θανάτου. Προικισμένοι. Εκείνος να τροφοδοτεί τους εφιάλτες μου, εγώ να του προσφέρω τη στρατιά των ακολούθων που ονειρευόταν» (σελ. 86). Δε φοβάται μην απογοητεύσει τον άγνωστο αποστολέα αλλά μην εξαφανιστεί το ίδιο αιφνιδιαστικά όπως εμφανίστηκε. Ο Βρεττός έχει μετατραπεί συν τω χρόνω σε δύστροπο, ανυπόφορο, επιθετικό μπάσταρδο, «ένα καταραμένο πρεζόνι θανάτου που ζητούσε τη δόση του».
Γύρω από τον Άλκη έχουμε, εκτός από τη Μολφέτα, τη Ραλλού, την καλύτερή του φίλη, που τον στήριξε οικονομικά, δίνοντάς του δουλειά στο φαρμακείο της, η οποία ανησυχεί για την υγεία του και για την καθοδική του πορεία. Σημαντικό ρόλο παίζει και ο αδελφός του, Στηβ, με τον οποίο έχουν κακές σχέσεις. Ο Στηβ, πάντα δύσκολος και ζόρικος, έχει μια εξάχρονη κόρη, τη Δανάη, έχει πλέον χωρίσει κι έχει προχωρήσει τη ζωή του. Ο Άλκης καταφεύγει στο πατρικό του στη Νίκαια, από κει που έφυγε ένα βράδυ και δεν ξαναγύρισε. Απομονώνεται για να γράψει αλλά το παρελθόν του ξυπνάει σταδιακά και τον πληγώνει. Φτάνει ακόμη και σε μια μοιραία στιγμή της εφηβικής του ζωής που ακόμα δεν έχει επουλωθεί ψυχικά από αυτό που βίωσε. Ταυτόχρονα, στο σπίτι μπαινοβγαίνει ο κυρ-Ισίδωρος, φίλος του παππού Σταύρου, μια μοναχική και μυστηριώδης προσωπικότητα, που δείχνει να τα έχει χαμένα, ίσως όμως και όχι. Τι κρύβεται πίσω από τις διφορούμενες απαντήσεις του και γιατί βυθίζεται διαρκώς στο παρελθόν, με τον ισχυρισμό πως όλα αυτά συμβαίνουν τώρα;

Και τότε έρχονται στο προσκήνιο ο αστυνόμος Στάβαρης με τη γυναίκα του, τη δικηγόρο Πέρσα, χαρακτήρες που γνωρίσαμε στο «Deadline», με τη δεύτερη, ως φανατική αναγνώστρια των βιβλίων αλλά και διορατική και παρατηρητική, να ανακαλύπτει τις ομοιότητες του θανάτου που ανέλαβε ο Στάβαρης με το μυθιστόρημα του Βρεττού. Έτσι, από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τα παιχνίδια με το μυαλό του αναγνώστη, την υποδειγματική ανάμιξη ρεαλισμού και φαντασίας, από την καταβύθιση σ’ ένα παρελθόν που πρέπει να ξεχαστεί, επιβιβαζόμαστε σε ένα όχημα που ανεβάζει ταχύτητας, κορυφώνει τη δράση και εμπλουτίζει ακόμη περισσότερο την πλοκή. Η νεκρή ήταν ηθοποιός σε παιδικές παραστάσεις, με λίγους φίλους και εραστές, μια φιλόδοξη γυναίκα που αγωνιζόταν να γίνει όνομα στον χώρο κι επιπλέον ήταν και μια εφήμερη σχέση του Βρεττού όταν γινόταν το καστ της ταινίας που βασιζόταν σε βιβλίο του. Λογικό δεν είναι λοιπόν ο συγγραφέας να θεωρηθεί ύποπτος; Με τη συνεργάτη του, αστυνόμο Μαυροδήμου, αρχίζουν τις έρευνες, τις ανακρίσεις, τις παρακολουθήσεις, τα εντάλματα. Ο Στάβαρης προσεγγίζει τους νεκρούς ακροπατώντας στα σημάδια που άφησαν πίσω τους να βρεθούν, αφουγκράζεται τους ψιθύρους των θρυμματισμένων μυστικών τους που ψάχνουν να ακουστούν. Μπορεί πάντως να λύθηκαν οι υποθέσεις της καραντίνας που είδαμε στο προηγούμενο βιβλίο αλλά η σκιά τους στοιχειώνει ακόμη τα σκοτάδια του Στάβαρη, ζητώντας απαντήσεις σε ερωτήσεις που εκείνος ένιωθε πως ποτέ δε θα είχε. Πώς είναι πλέον η σχέση ανάμεσα στο ζευγάρι;
Ο Στάβαρης και η Πέρσα φέρνουν μαζί και νέα ενδιαφέροντα πρόσωπα, όπως το πιο παράδοξο, λιγομίλητο και θανατηφόρο δίδυμο του Πετρίδη, παλιού μπάτσου του Τμήματος Ληστειών, και του οδηγού του, Ζαμοράνο, τον ακούραστο, λεπτολόγο, με αστείρευτη υπομονή Ζίλφο από το Εγκληματολογικό, ο οποίος προσεγγίζει τον τόπο του εγκλήματος με θρησκευτική ευλάβεια και ως ψυχαναγκαστικός σφραγίζει με μεθοδικότητα τον τόπο του εγκλήματος για να εντοπίσει και να καταγράψει στη συνέχεια και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, τον Αζαριάν, που φαίνεται να παίζει ένα βρόμικο παιχνίδι εις βάρος όλων και φυσικά βγαίνουν στο φως νέοι ύποπτοι, που όλοι τους ανεξαιρέτως έχουν μια θέση στην πλοκή.
«Η τρίτη γυναίκα» είναι ένα καλοδουλεμένο, πολυεπίπεδο αστυνομικό μυθιστόρημα, με πολλούς χαρακτήρες και διαρκείς εναλλαγές στην αφήγηση. Η πλοκή μάλιστα αφήνει σκόρπιες πολλές άκρες που χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση ώστε να ξετυλιχτεί το νήμα μιας σκοτεινής υπόθεσης. Πάντως, υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στη δράση και στη σχετική στασιμότητα, μιας και ο συγγραφέας πότε δίνει βάρος στις περιγραφές είτε του περιβάλλοντος είτε του ψυχισμού των χαρακτήρων πότε απογειώνει τη δράση με νέα στοιχεία, απρόσμενες εξελίξεις και αποκαλύψεις μυστικών που δίνουν τη θέση τους σε νέα ερωτηματικά. Μέσα σε όλα αυτά, χρησιμοποιούνται ελάχιστα καλολογικά στοιχεία που δίνουν μια διακριτική λογοτεχνικότητα: «Η νύχτα είχε χαθεί στη μουδιασμένη σιωπή που αφήνει πίσω της η βροχή όταν ξεθυμαίνει» (σελ. 137) και «Κοίταξε έξω τον ουρανό. Το μαύρο ξέφτιζε αργά στο γκρίζο, κάνοντας τη σιωπηλή πόλη να δείχνει πιο παγωμένη. Πιο μόνη» (σελ. 259).
Με το πλούσιο λεξιλόγιο, το παραστατικό στήσιμο του περιβάλλοντος χώρου και την παράθεση των σκέψεων και των αντιλήψεων των χαρακτήρων δημιουργείται μια ιστορία ολοζώντανη και ρεαλιστική, απόλυτα ανθρώπινη, που μας βοηθάει να κατανοήσουμε όλους ανεξαιρέτως τους χαρακτήρες και να τους αγκαλιάσουμε ή να τους μισήσουμε αντίστοιχα. Το αγγλικό νανούρισμα στο οποίο βασίζεται και προσαρμόζεται η εξιστόρηση είναι ανατριχιαστικό και πλούσιο σε ερμηνείες: «Μία για τη θλίψη, δύο για τη χαρά, τρεις για ένα κορίτσι, τέσσερις για ένα αγόρι, πέντε για το ασήμι, έξι για το χρυσάφι, επτά για ένα μυστικό που δε θα ειπωθεί ποτέ». Θα βρεθεί λοιπόν η πραγματική ταυτότητα του «Βαλτάσαρ»; Θα μάθουμε τα κίνητρά του; Θα βγουν στο φως όλα τα μυστικά που βαραίνουν τους χαρακτήρες του βιβλίου; Γιατί, ας μην ξεχνάμε πως: «Όλες οι ιδέες σε τρώνε. Όσο πιο καλές, τόσο πιο πολύ σε τρώνε. Μέχρι στο τέλος να μη μείνει τίποτα από σένα» (σελ. 40).