Πρόκειται για μια συλλογή δεκαοκτώ διηγημάτων, μικρής και μεσαίας έκτασης, με ήρωες ούτε αθώους ούτε καθαρούς ενόχους, μόνο ανθρώπους που πέρασαν το σημείο χωρίς επιστροφή. Γέλιο και συγκίνηση, αγωνία και ένταση, ποικίλοι θεματικοί και αφηγηματικοί άξονες είναι μερικά μόνο από τα θετικά γνωρίσματα των κειμένων που μου τράβηξαν το ενδιαφέρον από το πρώτο ως το τελευταίο.
Βιβλίο Παράλληλοι κύκλοι
Συγγραφέας Γιώτα Βασιλείου
Κατηγορία Συλλογή διηγημάτων
Εκδότης Κύφαντα
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Θα ξεκινήσω με το πιο «ανάλαφρο» διήγημα, τη «Συμμορία ηλιθίων», ένα ξεκαρδιστικό και ταυτόχρονα τραγικό μες στην κωμικότητά του κείμενο για δύο διαρρήκτες, που ο ένας είναι χειρότερος από τον άλλον σε χαζομάρα ή μάλλον ατυχία. Η Γιώτα Βασιλείου κατάφερε να γράψει μια περιπέτεια που, κατά βάση, θα μπορούσε να ολοκληρωθεί σε μόλις μια παράγραφο. Να όμως που με το ταλέντο της και τα ευρήματα που ανακαλύπτει ζωντανεύει μια νυχτερινή διάρρηξη με σπαρταριστό χιούμορ, κινηματογραφικότητα και μια αναπάντεχη έκπληξη στο τέλος, δημιουργώντας αξέχαστες σκηνές. Ο Μπόλεκ κι ο Λόλεκ….συγνώμη, το αφεντικό κι ο βοηθός του, προσπαθούν να μπουκάρουν σ’ ένα σπίτι, με τις βλακείες τους να ακολουθούν κολλητά η μία την άλλη. Ο πλαδαρός και ψηλός βοηθός τρώει συνέχεια φάπες που ακούγονται σα βροντές μες στην ησυχία της νύχτας, μάλιστα μία εξ αυτών «είχε άσχημο εξαγόμενο για τον χοντρό. Η μασέλα του ξεκόλλησε από τα ούλα κι εκσφενδονίστηκε ίσαμε δυο μέτρα μακριά», οπότε ακολούθησε ένας μικρός χαμός. Διασκέδασα με την εκφορά του λόγου του και με τον τρόπο που τραβάει τα σύμφωνα, ξεκαρδίστηκα από το πώς προσέχει μόνο ο ένας όσο ο άλλος πέφτει σε λάθη και τότε γίνεται η ανατροπή: πέφτουν σε μαύρη γάτα! Ο βοηθός παραλύει: «Γάτα! Μαύρη! Γρουσσσσουσσζιά, αφεντικό». Θα τους πιάσουν λοιπόν ή θα κλέψουν και θα φύγουν ανενόχλητοι;
Σε άλλο κλίμα μα εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η «Εκδίκηση στη νιοστή», όπου μια ψυχοθεραπεύτρια δουλεύει ως ψυχολόγος
υποστήριξης σε γραμμή για κακοποιημένες γυναίκες και παιδιά. Έχει μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα με ιδιαίτερες ικανότητες κι ένα όχι και τόσο νόμιμο χόμπι, που όμως την έχει βοηθήσει σημαντικά στη δουλειά της. Ακούει και συμβουλεύει γυναίκες γεμάτες ανασφάλεια, φόβο και ντροπή, που πολλές φορές καλούν για να πετάξουν απλώς από πάνω τους το φορτίο, να νιώσουν για λίγο απελευθερωμένες. Δεν είναι όλες έτοιμες να συζητήσουν το πρόβλημά τους ούτε να ακούσουν τι έχει να τους πει ο συνομιλητής στην άλλη άκρη της γραμμής. Το τηλεφώνημα μιας αποφασισμένης γυναίκας θα βάλει σε υποψίες την ψυχολόγο και χάρη στην παρατηρητικότητά της θα ανοίξει ξανά ένας φάκελος που έχει κλείσει από τριετίας. Μια φωνή από το παρελθόν, ένα καρτοκινητό από το εξωτερικό και ο βόμβος ενός κλιματιστικού είναι τρία ασύνδετα χαρακτηριστικά που όμως συγκροτούν μια ανατριχιαστική ιστορία γεμάτη ένταση και σασπένς. Πρόκειται για ένα από τα πιο συμπυκνωμένα διηγήματα της συλλογής και καταγράφει ένα συναρπαστικό παιχνίδι γάτας και ποντικιού που με συνεπήρε ως την τελευταία λέξη.
Επίσης μου άρεσαν «Η σιωπηλή ώρα» και «Τα μεταξωτά βρακιά». Στο πρώτο, μια σαρανταδυάχρονη γυναίκα που ζούσε μόνη της βρέθηκε δολοφονημένη στο σπίτι της. Κάποτε ήταν μαζεμένη, αθόρυβη, μοναχική αλλά τελευταία έβριζε και τσακωνόταν με όλους. Υπάρχουν τρεις μάρτυρες, άλλοι τόσοι ύποπτοι και όλοι είναι μπλεγμένοι σε μια σκληρή ιστορία εκδίκησης που με συγκίνησε. Το δεύτερο, είναι μια συναρπαστική ιστορία που μ’ έβαλε κατευθείαν σε μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του υπόκοσμου και ξεδιπλώνει μια περιπέτεια με πολύ ξύλο, κλάμα και αποχωρισμούς. Με κλιμακούμενη δράση και ανατροπές, η δεκασέλιδη αυτή ιστορία με αποχαιρέτησε με αναπάντεχο τρόπο, αφήνοντάς με μ’ ένα λοξό χαμόγελο έκπληξης μα και ικανοποίησης στα χείλη. Μια από τις καλύτερες μορφές εκδίκησης.
Γλώσσα του υποκόσμου, αν και πιο «λαϊκή» έχουμε και στο «Σόλο καπίκι», όπου παρακολουθούμε τι συμβαίνει στον καφενέ του Βρασίδα του Κουλού στο Μενίδι. Ένα καταγώγιο που στην πραγματικότητα φιλοξενεί πρέφα, πόκα, ζάρια, στοιχήματα, «Φίσκα στο ρεμάλι και τον χασίκλα ο καφενές». Ένα βράδυ, μια πανέμορφη γυναίκα θα ζητήσει να κάνει ένα τηλεφώνημα κι αυτό θα φέρει τα πάνω κάτω στο μαγαζί, με αποτέλεσμα… Το ιδιαίτερο και προσεγμένο λεξιλόγιο της πιάτσας δίνει μια αυθεντικότητα στο κείμενο και θυμίζει πολύ Νίκο Τσιφόρο. Το απολαυστικό χιούμορ είναι καλοδεχούμενο: «Καμιά ώρα, ή τόσο, μετά, αφού το μαγαζί είχε γίνει υπόλοιπο εκπτώσεων κι οι θαμώνες ρετάλια που παρέμειναν απούλητα…» (σελ. 23). Σε εντελώς άλλη θεματολογία μας μεταφέρουν τα «Λουλούδια στην άβυσσο», ένα συγκινητικό, ανατριχιαστικό κείμενο, για μια γυναίκα εγκλωβισμένη κάτω από ερείπια μετά από σεισμό και πώς προσπαθεί να βγει από τον τάφο με τη βοήθεια και την εμψύχωση της μητέρας της. Το τέλος μου έφερε δάκρυα στα μάτια. Κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, απόλυτα αληθινή.
Μια γλυκόπικρη ιστορία διαβάζουμε στην «Πρόσκληση σε γεύμα», η οποία μας ταξιδεύει πίσω στο 1930, σε ένα χωριό της Ηπείρου, χειμώνα καιρό. Η Λένη και ο Παναγής δείχνουν ευτυχισμένο ζευγάρι αλλά εκείνος δε χάνει ευκαιρία να τη μειώνει και να την κακοποιεί με κάθε πιθανό τρόπο. Τελικά, ο Παναής εντοπίζεται νεκρός και η Λένη καλεί τον χωροφύλακα που της το ανακοινώνει σε γεύμα. Η προσεγμένη χρήση ντοπιολαλιάς δίνει αληθοφάνεια στα γεγονότα ενώ το γεύμα στήνει ένα γλυκόπικρο σκηνικό, μιας ο χωροφύλακας με τη χήρα γευματίζουν στη σκιά ενός τραγικού γεγονότος με τρόπο που δείχνει την ανάγκη του ανθρώπου για επαφή, για επικοινωνία. Απότομο τέλος έχει το «Πίσω από το τζάμι», όπου ένας άντρας παρακολουθεί μια κοπέλα που τη θαύμαζε από τα σχολικά τους ακόμη χρόνια, τότε που ή δεν του έδινε σημασία ή τον κοίταζε με οίκτο ή τον εκμεταλλευόταν. Είναι ανατριχιαστικός ο τρόπος που μαθαίνουμε τις αλλαγές στη ζωή της κοπέλας μέσα από τα μάτια του διώκτη της που ξέρει και βλέπει τα πάντα από τη ζωή της τόσα χρόνια μετά. Παραμένει όμως αόρατος για κείνη, ζει πίσω από ένα τζάμι και στο παγκάκι απέναντι από το σπίτι της χαράζει μια γραμμή για κάθε μέρα που δεν την έχει αγγίξει.. «Το αίμα στάζει ήσυχα όταν δεν το κοιτάς» (σελ. 114).
Με το μυαλό και την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα παίζει και το «Τα μάτια του άλλου», όπου ένας ψυχίατρος συζητά μ’ έναν δολοφόνο τριών ανθρώπων και σύντομα το παιχνίδι αλλάζει κανόνες. Γιατρός και ασθενής αρχίζουν να γίνονται ένα, να αλλάζουν θέσεις, να παίζει ο ένας με το μυαλό του άλλου, στην προσπάθειά του να κυριαρχήσει σε αυτό το προκλητικό παιχνίδι «ανάκρισης». Ωμή η παραδοχή του δολοφόνου: «Όταν κάποιος με κοιτάζει και βλέπω πίσω του τον εαυτό μου -στραβό, λειψό, μικρό- τότε ξέρω πως πρέπει να τον σβήσω από τον χάρτη. Δεν αντέχω να καθρεφτίζομαι σε μάτια που με ακυρώνουν» (σελ. 134). Το τέλος με άφησε χωρίς ανάσα. Ιδιαίτερη μνεία θα κάνω στο «Μαχαίρι», μιας και η ιστορία ξεδιπλώνεται εν είδει πρακτικών ανάκρισης και η συγγραφέας προσέχει την κάθε λεπτομέρεια για καλύτερη πιστότητα και αληθοφάνεια. Το ακόμη πιο πρωτότυπο όμως είναι που ανακρίνεται το μαχαίρι που χρησιμοποιήθηκε ως φονικό όπλο! «-Τον σκότωσες εσύ; -Εγώ απλώς υπάκουσα. Το χέρι είναι που αποφασίζει να σκοτώσει» (σελ. 129). Ενδιαφέρουσες διαχρονικές αλήθειες και απόψεις: «Μα το αίμα δεν φεύγει. Μένει κάτω απ’ τη λάμα. Όπως η θύμηση αυτού που έκαναν μένει κάτω από το πετσί τους» (σελ. 129).
Κεντρικός άξονας σε αυτά και στα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής είναι η εκδίκηση, «αρχαία όσο και ο άνθρωπος», που γεννήθηκε από την ανάγκη, από την ώθηση να αποκατασταθεί μια ισορροπία που κάποιος τη χάλασε. Έχει διάφορες μορφές και γεννιέται με διαφορετικές αφορμές. Είτε ξεσπάει γρήγορα είτε είναι υπομονετική, στοχεύει στην καταστροφή αλλά είναι και μάθημα επιβίωσης, προχωράς δηλαδή αντέχοντας όσα προσπαθούν να σε λυγίσουν. «Για κάποιους είναι όπλο, για άλλους καταφύγιο», όπως λέει χαρακτηριστικά η συγγραφέας. Πολλές φορές όμως είναι και η επιστροφή των πράξεών μας: «Ό,τι σπέρνεις, στο τέλος βρίσκει τρόπο να γυρίσει πίσω». Κάθε διήγημα λοιπόν της συλλογής είναι και μια διαφορετική πλευρά της εκδίκησης, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κάθε τέλος μια επιστροφή, κάθε κείμενο και μια διαφορετική αναγνωστική εμπειρία.