athanasiadou_apo_pou_pame_1771593530

Δύο φίλες στη Β΄ λυκείου αρχίζουν να πιέζονται όταν φτάνει η στιγμή να διαλέξουν τι θα κάνουν στη ζωή τους και τι σχολές θα δηλώσουν για τις πανελλήνιες εξετάσεις του χρόνου. Ταυτόχρονα βιώνουν διάφορα γεγονότα προσωπικής φύσεως που θα τις ωριμάσουν, θα τις ατσαλώσουν και θα βάλουν τη φιλία τους σε δοκιμασία μέχρι να βρουν τον δρόμο τους για το αύριο.

Βιβλίο Από πού πάμε για το αύριο;
Συγγραφέας Ανθούλα Αθανασιάδου
Κατηγορία
 Εφηβικό μυθιστόρημα
Εκδότης Κέδρος
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Η Ανθούλα Αθανασιάδου έγραψε ένα συναρπαστικό εφηβικό μυθιστόρημα για το στρες των πανελλήνιων εξετάσεων, τα αδιέξοδα της εφηβικής ηλικίας, τον αγώνα για επιβίωση των παιδιών ανάμεσα σε χιλιάδες υποχρεώσεις που δεν είναι δική τους επιλογή και πολλά άλλα. Με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Μαριάντζελας γνωρίζουμε την οικογένειά της, τις ανασφάλειες και τους φόβους της, τα αδιέξοδα που βλέπει μπροστά της, το δίλημμα ποια δουλειά των γονιών της ν’ ακολουθήσει, τα δικά της όνειρα και σχέδια που δε συνάδουν με το μέλλον που προσδοκούν η μητέρα κι ο πατέρας της κλπ. Η κοπέλα, από τις επτάμιση το πρωί ως τις δέκα το βράδυ, τρέχει σε σχολείο και φροντιστήρια, «στην αναζήτηση της τέλειας αποστήθισης», εν όψει των αγγουριών, όπως λέει η ίδια χαρακτηριστικά, που θα στρωθούν μπροστά της τον επόμενο χρόνο λόγω πανελληνίων. Έχει απελπιστεί: «Το σύστημα που πλέκεται γύρω μας είναι ασφυκτικό». Οι γονείς της διαφωνούν σε όλα μεταξύ τους, εκτός από το ότι πρέπει να πετύχει η κόρη τους στο πανεπιστήμιο. Η μητέρα είναι δικηγόρος διαζυγίων, μια δουλειά που θέλει να την κληρονομήσει η κόρη της. Μπορεί να είναι βαρετή ή δύσκολη αλλά θα εξασφαλίσει την ανεξαρτησία του παιδιού της. Από την άλλη, ο πατέρας είναι επιχειρηματίας, διαθέτει είδη τουριστικού εξοπλισμού σε ξενοδοχεία και τουριστικά καταλύματα, οπότε η κόρη του μπορεί να συνεχίσει την επιχείρησή του.

Μες σε αυτό το περιβάλλον μεγαλώνει ένα φυσιολογικό έφηβο κορίτσι χωρίς ξεκάθαρο στόχο, χωρίς κάποιο ταλέντο ή κλίση, που έχει απορρίψει τις επιλογές των γονιών της αλλά δεν έχει βάλει ακόμη κάτι στη θέση τους. Τι δουλειά θα βρει, πού, με τι συνθήκες, πώς θα αποκτήσει λεφτά για να φτιάξει τη δική της ζωή; Από την άλλη, ξέρει πως το πανεπιστήμιο δεν είναι μια εγγυημένη λύση για το μέλλον, αφού πολλοί νέοι δεν έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ το πτυχίο τους, δουλεύοντας στη λάντζα ή μένοντας άνεργοι. Έχει θυμό: «Μα τι γίνεται με τη γενιά των γονιών μας; Σ’ εμάς πρέπει να βγάλουν όλα τα απωθημένα τους για τις απαίσιες ζωές τους;» (σελ. 36). «…μας παρέδωσαν ένα κουβάρι χωρίς συγκεκριμένες κατευθύνσεις, χωρίς μια πυξίδα καθοδήγησης, με ανύπαρκτες αξίες, με όλα όσα καθόριζαν παλιότερα τη στάση των ατόμων μέσα στην κοινωνία να βρίσκονται υπό κατάρρευση…όλα παίζονται, όλα επαναπροσδιορίζονται, όλα είναι ρευστά…ποιος θα μπει στον κόπο να παλέψει για να χτίσει μια γερή φιλία, μια σωστή ερωτική σχέση, να δουλέψει με τον εαυτό του και τις αδυναμίες του» (σελ. 123).  Δε χάνει ευκαιρία να κοιμάται στα διαλείμματα, αποζητώντας «πέντε λεπτά αμνησίας». Στο πλάι της βρίσκεται ο Γιάννης, το αγόρι της, που σπουδάζει ήδη και ονειρεύεται τη στιγμή που θα διευθύνει ως σεφ τη δική του κουζίνα. Τη στηρίζει, την καταλαβαίνει, την αγαπάει αληθινά και μαζί θα ζήσουν μια σειρά από περιστατικά που θα βάλουν τη σχέση τους σε νέες βάσεις ενώ μια σημαντική εξέλιξη για την καριέρα του Γιάννη θα τους οδηγήσει σε δύσκολες αποφάσεις.

Από την άλλη, έχουμε την κολλητή της Μαριάντζελας, τη Χλόη, μια κοπέλα εντελώς αντίθετη από κείνη, που μπλέκει σε μπελάδες, οι βαθμοί της είναι χαμηλότατοι, οι καθηγητές δεν την εκτιμούν, κοντεύει να μείνει από απουσίες. Είναι ένα κορίτσι που ουσιαστικά μεγαλώνει μόνη της, αφού η μητέρα της είναι νοσοκόμα σε κυλιόμενες βάρδιες. Η επαναστάτρια, αντιδραστική Χλόη, που αψηφά κανόνες και υποχρεώσεις, δεν μπορεί χωρίς τη χαμηλών τόνων κολλητή της και ταυτόχρονα η Μαριάντζελα μόνο κοντά στη Χλόη νιώθει πως μπορεί να αναπνεύσει. Κάτι απρόσμενο θα αλλάξει τη ζωή των κοριτσιών και θα αναγκάσει τη μητέρα της Χλόης να απαιτήσει πλέον από την κόρη της να αναλάβει τις ευθύνες της γιατί εκείνη κουράστηκε. Τα δυο κορίτσια ζουν ένα δύσκολο καλοκαίρι με διάφορες περιπέτειες που θα τις φέρουν πιο κοντά και θα δυναμώσουν τη φιλία τους. Εφηβικοί έρωτες, κρίσεις πανικού, ορμόνες, αδιέξοδα, άγχος και στρες για το αύριο, χωρισμένοι γονείς, σκληρότητα, «με προσδοκίες που δεν αντέχουμε», ένας δύσκολος και καυτός, όχι λόγω θερμοκρασίας, Αύγουστος που θα τις αναγκάσει να πάρουν αποφάσεις, να επιλέξουν, να πληρώσουν το τίμημα, να ωριμάσουν. Ένας Αύγουστος χωρίς διακοπές, με ρουφηγμένα πρόσωπα, μαύρους κύκλους και κουρασμένο ύφος και για τις δύο.

Η συγγραφέας καταφέρνει μέσα από μια σειρά ρεαλιστικών περιστατικών να αποτυπώσει όλες τις δυσκολίες και τον ψυχισμό των εφήβων της σημερινής εποχής και ταυτόχρονα, μέσα από την πλοκή, να δείξει πώς μπορεί κάποιος να βρει τον δικό του δρόμο, έχοντας απελπιστεί από τον εαυτό του, τις προσδοκίες του και τις επιθυμίες του. Η ιστορία κορυφώνεται όταν μπαίνουμε στην τελική ευθεία της τρίτης λυκείου, όπου «…στο σχολείο επικρατεί υπνηλία, ενώ στο φροντιστήριο νευρικότητα…». Όλα δείχνουν μονότονα, κουραστικά, πιεστικά και τότε ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι πέφτει από την ταράτσα, φορτισμένο και στρεσαρισμένο. Αυτό αλλάζει τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης της Μαριάντζελας και της Χλόης που έχουν παγώσει από το σοκ. «Ένα κορίτσι σαν εμάς. Βασικά…εμείς» (σελ. 92). Αλήθεια: «Πώς ξέρεις πότε έχεις φτάσει στο μη περαιτέρω; Πότε δεν αντέχεις άλλο, ούτε καν να  λύσεις μια ακόμη εξίσωση, ούτε να γράψεις μια ακόμη έκθεση, απλώς δεν μπορείς άλλο;» (σελ. 92). Νέες εξελίξεις, απρόσμενες αλλαγές, θα θέτουν τη φιλία τους διαρκώς σε νέα διλήμματα και προβλήματα, θα καταφέρουν όμως να μείνουν μαζί ως την ενήλικη ζωή που κάποια στιγμή θα διαλέξουν;

Ένα μυθιστόρημα για τα «νέα παιδιά που οδηγούνται στα άκρα απ’ τα αδιέξοδα της ζωής τους» και μια σειρά γεγονότων που αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο τις δύσκολες στιγμές της εφηβείας εν όψει των πανελληνίων και της ενηλικίωσης. Ρεαλισμός, σωστοί διάλογοι, εκπλήξεις, αισιοδοξία, μια μικρή βοήθεια για τη μεγάλη δοκιμασία πριν την ωριμότητα. «…θα ‘πρεπε να χαιρόμαστε τα δεκαεφτά μας χρόνια, να περιμένουμε με λαχτάρα την επόμενη μέρα… για να χαρούμε τα νιάτα μας, τις εκδρομές, τους έρωτες και τις φιλίες μας. Γιατί δεν θα ξαναείμαστε ποτέ δεκαεφτά χρόνων, γεμάτες ενέργεια και προσδοκίες. Αλλά ένα σιχαμερό σύστημα μας ψαλιδίζει αυτές τις προσδοκίες, μας ρουφάει την ενέργεια…» (σελ. 94). Το τέλος συστήνει με τον καλύτερο τρόπο την εσωτερική αναζήτηση που οφείλουν να κάνουν τα παιδιά καθώς και τις λύσεις που υπάρχουν αν τύχει να έχουν αυτιά και μάτια ανοιχτά για κάτι καλύτερο, γι’ αυτό που θα τους δείξει σε τι πραγματικά μπορούν να διαπρέψουν αν το ακολουθήσουν με πάθος και όραμα. Μια γλυκόπικρη ιστορία γεμάτη ρεαλισμό και αγάπη για την αληθινή ζωή, αυτήν έξω από τα σχολεία και τα πανεπιστήμια.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *