Η Ρενέ Στυλιαρά έχει καταφέρει να αποτυπώνει βαθυστόχαστα νοήματα με λέξεις απλές και κατανοητές. Με μια σειρά επιτυχημένων βιβλίων ήδη στο ενεργητικό της και με μια ευρεία γκάμα προϊόντων γύρω από κάθε μορφή αγάπης, επιστρέφει με ένα νέο έργο που είναι αφιερωμένο, σε τι άλλο, στον έρωτα.
Βιβλίο Τι σημασία έχει ο τίτλος
Συγγραφέας Ρενέ Στυλιαρά
Κατηγορία Ρομαντικό μυθιστόρημα
Εκδότης Χάρτινη Πόλη
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Από την αρχή η συγγραφέας προετοιμάζει τον αναγνώστη πως «Υπάρχουν αμέτρητα βιβλία εκεί έξω, όπου κάποιος γράφει γράμματα σε κάποιον που ερωτεύτηκε κι επιχείρησε να το ζήσει…Ολόκληρες βιβλιοθήκες χτισμένες πάνω στην ίδια ακριβώς ιστορία: κάποιος αγάπησε σε βάθος και αυτό το ονόμασε τέχνη για να επιβιώσει» (σελ. 8). Η μόνη διαφορά: «…αυτό το βιβλίο το έγραψα εγώ για Εκείνη. Και μόνο». Γιατί: «Αν χρειαστεί να ειπωθεί ποια είναι, τότε δεν είναι αυτά. Οι υπόλοιποι είστε οι ενδιάμεσοι. Όχι θεατές. Όχι ιδιοκτήτες. Αλλά ρομαντικοί δορυφόροι. Αν διαβάζοντας αναγνωρίσετε τον εαυτό σας, κρατήστε το για λίγο. Σας χρειάζεται» (σελ. 9). Κι όμως, η προσωπική και ονειρική γραφή της Ρενέ κατάφερε να με κρατήσει ως το τέλος, ζωντανεύοντας μια γνωριμία που θα εξελιχθεί σε ό,τι μπορούμε να φανταστούμε… ή και όχι! «-Θα μείνεις; -Θα δείξει»!
Μπορεί λοιπόν να έχουν γραφτεί πολλά βιβλία για την κινητήρια δύναμη του έρωτα αλλά πάντα θα υπάρχει χώρος για κάτι ακόμη. Έτσι, οι τρυφερές αυτές σημειώσεις που κατέληξαν να γίνουν βιβλίο και γράφτηκαν για ένα μόνο ζευγάρι μάτια μου κράτησαν συντροφιά για πολύ καιρό, με ταξίδεψαν και με συγκίνησαν σε μεγάλο βαθμό, λες και δεν έχω διαβάσει ως τώρα άλλα βιβλία για τον έρωτα. Ταυτόχρονα, απόλαυσα την καλαισθησία της στοιχειοθεσίας των σελίδων, καθώς και της όλης έκδοσης, το όμορφο και ουσιαστικό περιεχόμενο, τη δύναμη των λέξεων και την παραστατικότητα των προτάσεων. Μπορεί πολλοί να έχουν νιώσει έτσι αλλά ένας, ή μάλλον μία, κατάφερε να το αποτυπώσει επακριβώς: «Ένας άντρας φώναζε στο κινητό του…Μια γυναίκα έψαχνε τα κλειδιά της νευρικά… Ένας σκύλος γάβγιζε στο τίποτα… Κι εγώ, μες σ’ αυτόν τον θόρυβο του καλοκουρδισμένου γρήγορα κρατούσα δυο καφέδες… Ήμουν έξω από τον παράδεισο τριάντα τέσσερα λεπτά και το γνώριζα γιατί τα είχα μετρήσει όλα. Μέχρι που γύρισα σ’ εσένα. Άνοιξα προσεκτικά την ξύλινη πόρτα κι ο χρόνος έπεσε ξανά στα γόνατα» (σελ. 103-104).
Το κείμενο είναι σε πεζή μορφή, αν και είναι στοιχισμένο έτσι που να μοιάζει με ποίημα. Οι παράγραφοι έχουν απόσταση μεταξύ τους, κάτι που αφήνει να παίρνουμε μικρές ανάσες και να νιώθουμε πως κάνουμε ένα μεγάλο ταξίδι με πολλές και μικρές στάσεις. Μικρά αποφθέγματα με την καλλιγραφία και το logo της συγγραφέως χωρίζουν τα κεφάλαια και το όλο lay out ακολουθεί την καλαισθησία και το οπτικό αποτύπωμα της Ρενέ. Πρόκειται για μια ιστορία αγάπης χωρίς γενικό τίτλο, ο οποίος δεν έχει καμία σημασία άλλωστε, με τα κεφάλαια να στέφονται μόνο από τον αριθμό της εκάστοτε σελίδας όπου ξεκινάνε το καθένα ή, προς το τέλος, από ένα ρολόι που προσμετρά τον χρόνο που έχει ζήσει η συγγραφέας με τον έρωτά της. Μια ιστορία που ξεδιπλώνεται χωρίς δράση αλλά μέσα από λέξεις και φράσεις που προχωράνε την πλοκή παρακάτω με γλυκό ή σκληρό τρόπο, ανάλογα την ένταση και το είδος των συναισθημάτων που εκλαμβάνει η συγγραφέας από τη γυναίκα που αγάπησε. «Γι’ αυτό και όσα ακολουθούν δεν έχουν ημερομηνίες. Έχουν μόνο αναμονή, διάρκεια και φαινομενικά κενά διαστήματα. Χρονικά στίγματα σ’ ένα ερωτευμένο χρονολόγιο. Όχι από μια ζωή -από εκείνη τη ζωή. Τη δική μας. Ή τη δική μου, αν προτιμάς» (σελ. 145).
Η πρώτη γνωριμία («οι μοιραίες συναντήσεις μοιάζουν εκ των υστέρων σαν να είχαν ραντεβού»), μια στιγμή που αργότερα θα χρειαστεί πολλές λέξεις, το πρώτο ραντεβού («Ήταν από εκείνες τις στιγμές που δεν συμβαίνει τίποτα αλλά όλα προετοιμάζονται», σελ. 71), το πρώτο ταξίδι «λίγο μη, λίγο μαζί, λίγο γιατί» («Ήθελα το μέρος να προσαρμοστεί πάνω σου σαν ρούχο ραμμένο μόνο μια φορά. Κι αν ποτέ το ξαναφορούσες, να σου έπεφτε λάθος», σελ. 76), τα πρώτα αισθήματα («σε ψάχνω σε κάθε γωνιά αυτού του ολοστρόγγυλου κόσμου»), η απόσταση («Δεν ήμασταν ποτέ στο ίδιο μέρος την ίδια ώρα. Κι όμως, παραπατούσαμε συχνά στο ίδιο σημείο. Δειλά, στο ίδιο σημείο», σελ. 40), τα συναισθήματα («Να μου προκαλέσεις τη φωτεινή εντύπωση πως σε ξέρω μια ζωή. Ίσως και δύο», σελ. 28), η μοναξιά της σύντομης απουσίας, η επικοινωνία, οι σκέψεις, οι δυσκολίες, η «σφιγμένη προσμονή που έχει πάντα ο θιγμένος εγωισμός όταν προσποιείται την αξιοπρέπεια» σελ. 51), οι δοκιμασίες, οι προβληματισμοί, οι διαφορές («Εσύ και ήθελες και δεν ήθελες…Κι εγώ ήξερα πια ακριβώς τι δεν ήθελα», σελ. 64), ο άχρονος χρόνος («Σε παρατηρούσα ολόκληρη, προσπαθώντας να σε αποστηθίσω πριν σε χάσω ξανά», σελ. 106) και τόσα άλλα καταγράφουν μια γλυκόπικρη ιστορία αγάπης που με συγκίνησε και με ταξίδεψε.
Ένα βιβλίο που «μιλά για εκείνο το σπάνιο είδος συνάντησης που δεν σου επιτρέπει να συνεχίσεις τη ζωή σου σαν να μη συνέβη τίποτα». Ιστορίες που «συνθέτουν έναν χώρο όπου κάτι αληθινό μπορεί να σταθεί χωρίς την αγωνία τι θα γίνει μετά». Και στο κάτω κάτω: «Κάποια πράγματα δεν γράφονται για να σωθούν. Γράφονται επειδή δεν αντέχεται να ζει κανείς σαν να μην τα συνάντησε ποτέ» (σελ. 11). Μια ιστορία που η συγγραφέας προδικάζει λόγω πείρας: «Έχω βλέπεις από χρόνια εξοικειωθεί με την επικινδυνότητα εκείνου που φλέγεται. Χαμογελάω στις επικείμενες στάχτες και ξεκινάμε το πρώτο μας ταξίδι» (σελ. 17). Αλλά δε διστάζει να το ζήσει ως το τέλος, όπως έκανα κι εγώ μέσα από το υπέροχο αυτό κείμενο.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Έπρεπε να σβήσεις τ’ αστέρια σου από τα μάτια μου αν ήθελες να ξημερώσει ξανά ο κόσμος μου ανεπηρέαστος από το φως σου» (σελ. 99).
«Η ατμόσφαιρα μύριζε ζεστή πέτρα και μέρα που τελειώνει» (σελ. 121).
«Εγώ για σένα θα ξεκινούσα από την αρχή τη ζωή μου… Αφού έτσι κι αλλιώς με σύστησες με το τέλος της όταν σε γνώρισα» (σελ. 131).