Ένα παιδί μεγαλώνει σε κακοποιητική οικογένεια μέσα σε συνθήκες εξαθλίωσης, απομόνωσης και φόβου. Χρόνια αργότερα μια ηθοποιός δέχεται μια αναπάντεχη πρόταση για κινηματογραφική ταινία σε χωριό της Ηπείρου. Τι μυστικά κρύβει το μαύρο δάσος και πώς θα ενωθούν δυο φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους ιστορίες;
Βιβλίο Μαύρο Δάσος
Συγγραφέας Μαρία Ράπτη
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα / Τρόμου
Εκδότης Bell
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Αρχές Ιουλίου του 2024, όπου «η πόλη είναι ράθυμη και ήσυχη», η Αλίκη, μετά από μια σημαντική τηλεοπτική επιτυχία, παίζει πλέον σε δεύτερους ρόλους στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Ο φίλος της, Κρις Αντωνίου, βραβευμένος σκηνοθέτης στο εξωτερικό, της προτείνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεγαλύτερη κινηματογραφική παραγωγή που έγινε ποτέ στην Ελλάδα κι εκείνη δέχεται. Το ταξίδι, οι γνωριμίες, οι πρόβες, τα γυρίσματα με βραβευμένους ηθοποιούς διεθνούς βεληνεκούς τη φοβίζουν αλλά θα το τολμήσει. Ο Κρις έχει διαπρέψει στο εξωτερικό, δουλεύει εμμονικά, σαν το σκυλί, με ταπεινότητα και θάρρος κι αυτή η ταινία είναι ένα μεγάλο προσωπικό και όχι μόνο στοίχημα. Ο Κρις και η Αλίκη φτάνουν πρώτοι στο χωριό όπου θα γυριστεί το φιλμ και βυθίζονται σε μακρινές αναμνήσεις που ακόμη τους τρομοκρατούν. Το ξενοδοχείο όπου μένουν είναι χτισμένο μέσα στο δάσος, σε ένα ύψωμα κοντά στο γειτονικό χωριό που απλώνεται αμφιθεατρικά στην πλαγιά. Το μέρος και η ατμόσφαιρα τους οδηγούν σε κάτι που προσπαθούν να ξεχάσουν, πολύ σύντομα όμως θα το αντιμετωπίσουν ξανά.
Στο ξενοδοχείο εργάζεται και η Κατερίνα, μια φοβισμένη κοπέλα που παλεύει με τους δικούς της δαίμονες. Μάλιστα, πριν λίγα
χρόνια είχε γεμίσει μια βαλίτσα για την περίπτωση που θα χρειαζόταν να φύγει βιαστικά, αν έφταναν τα πράγματα σε σημείο που δε θα είχε άλλη επιλογή. Τα χρόνια όμως κύλησαν ήρεμα, αν και πάντα έπρεπε να προσέχει και να έχει τον νου της. Έχει ένα αδύναμο σώμα χωρίς ίχνος λίπους, κάτι που «δεν οφείλεται σε φροντίδα αλλά σε ετοιμότητα», το διατηρεί για λόγους επιβίωσης. Δέχεται να δουλέψει στο ξενοδοχείο εν όψει της άφιξης των ξένων επισκεπτών που θα γυρίσουν την ταινία, αντικαθιστώντας μια υπάλληλο που έφυγε βιαστικά και απρόσμενα. Τα δωμάτια του προσωπικού είναι εκτός του κεντρικού συγκροτήματος, σχεδόν μέσα στο δάσος κι αυτό της αρέσει. «Υποθέτει -ή θέλει να υποθέτει- ότι τίποτα δεν πρόκειται να έρθει από το δάσος για εκείνη». Ποιος όμως απεικονίζεται στη φωτογραφία που κρύβει και τι ρόλο παίζει στη ζωή της; Αλήθεια, τι συνέβη στην κοπέλα που αντικατέστησε και τι παράξενο συμβαίνει με τους υπόλοιπους υπαλλήλους του ξενοδοχείου; Ποια είναι η σκοτεινή φιγούρα που παρακολουθεί από μακριά το ξενοδοχείο και τους ενοίκους του; «…τα παιδιά που φοβούνται, που πονάνε και που τελικά διαλύονται είναι η πρώτη ύλη για τους εφιάλτες». Μήπως είναι κι αυτός ένα τέτοιο παιδί;
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Αλίκης εναλλάσσεται με τριτοπρόσωπη που ζωντανεύει άλλες πτυχές της πλοκής κι έτσι δημιουργείται μια σφιχτοδεμένη ιστορία με υποβλητική ατμόσφαιρα, απανωτές ανατροπές και διαρκείς εκπλήξεις. Ταυτόχρονα, με κάποια πρωθύστερα, επιστρέφουμε στο παρελθόν ενός παιδιού που μεγαλώνει σ’ ένα κακοποιητικό περιβάλλον και η συγγραφέας δίνει τον καλύτερό της εαυτό στις περιγραφές του χώρου και στα ψυχογραφήματα των χαρακτήρων που μας συστήνει. Με άφθαστο ρεαλισμό περπατάμε νοερά σ’ ένα μέρος όπου κανείς λογικός άνθρωπος δε θα έμπαινε μέσα. Βρώμικο, γεμάτο σκουπίδια, με λερούς τοίχους κι όμως: «Ήταν πολλοί εκείνοι που θα προτιμούσαν να βρίσκονται εκεί αντί στον δρόμο. Πολλοί τους οποίους η πόλη εκεί έξω έδιωχνε, τσάκιζε, απειλούσε… ένα τέτοιο απωθητικό μέρος είναι καλύτερο από το άγριο κρύο, την κοφτερή νύχτα, τον ορκισμένο εχθρό ή τους απελπισμένους» (σελ. 14). Δέκα χρόνια μετά παρακολουθούμε το αγόρι να μεγαλώνει σε ακόμη πιο άσχημες συνθήκες, με τις περιγραφές να με ανατριχιάζουν και με τις συνθήκες διαβίωσης να δίνονται με χειρουργική ακρίβεια. Είναι ένα παιδί φοβισμένο, παραμελημένο, που απλώς θέλει το σπίτι του και τους γονείς του απαλλαγμένους από τα μεγάλα προβλήματα που το κάνουν να κρυώνει ή να φοβάται, να πεινά ή να πονάει, χωρίς αστυνομικούς που το παίρνουν μαζί τους μες στη νύχτα για να το οδηγήσουν σε ξένα κτήρια με ξένους ανθρώπους. Ποιο είναι όμως αυτό το αγόρι και πώς θα δεθεί με την κυρίως ιστορία;
Από την άλλη, το Μαυρόδασος με τον θρύλο που κυκλοφορεί ακόμη από στόμα σε στόμα και με το δάσος γύρω γύρω βοηθάει στη δημιουργία μιας εξίσου υποβλητικής ατμόσφαιρας, αυτήν τη φορά στο ύπαιθρο. «Στις έξι το πρωί, το δάσος τρέμει από ήχους, αόρατα νερά που κελαρύζουν, δρυοκολάπτες που χτυπούν χαριτωμένα τους κορμούς των δέντρων, αηδόνια που κεντάνε τον αέρα με τη φωνή τους, φύλλα που θροΐζουν από το απαλό αεράκι, φρέσκο και ελαφρώς παγωμένο, Ό,τι κάνει ένα δάσος βρίσκεται εκεί με τρόπο πληθωρικό, σχεδόν λιγωτικό» (σελ. 28). «Το δάσος γύρω του βάφεται σκούρο, πέφτει προς τη νύχτα. Τραβά επάνω του τα σκεπάσματα του ύπνου, που δεν είναι ύπνος αλλά μια διαρκής επαγρύπνηση, γιατί τα δάση δεν κοιμούνται ποτέ» (σελ. 213). Ο τόπος αυτός κάηκε δυο φορές μετά το 1830, όντας ακόμη τουρκικό έδαφος, αλλά οι κάτοικοι τη δεύτερη φορά σώθηκαν χάρη σε μια γυναίκα που είχαν απομονώσει στις παρυφές του δάσους λόγω της παράξενης συμπεριφοράς της. Η Φρόσω ήταν μια απόκληρη κοπέλα που μιλούσε με τα δέντρα και τα νερά, τα γήτευε και τελικά τα χρησιμοποίησε για να σώσει τον τόπο της. Το σπίτι της στη ρεματιά είναι εγκατελειμμένο, γκρεμίζεται σιγά σιγά, ταυτόχρονα όμως είναι λες και σε τραβάει κοντά του και θέλει να σε κρατήσει. Από δωμάτιο σε δωμάτιο όλο και μεγαλώνει μια υπερφυσική αίσθηση απόκοσμου: «Κάτι υπάρχει εδώ, κάτι ζει εδώ, και δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό. Αυτό το δωμάτιο αναπνέει» (σελ. 119).
Έτσι λοιπόν ξεδιπλώνεται μια ανατριχιαστική ιστορία που θα οδηγήσει την Αλίκη σε ρήξη με την ως τότε ήρεμη και στρωμένη ζωή της, ο φίλος της, ο Κρις, και ο σύντροφός της, ο Άκης, εμπλουτίζουν τη δράση, οι ηθοποιοί και το συνεργείο έχουν τον δικό τους ρόλο στην ιστορία και όλα αυτά κλιμακώνουν την αφήγηση. Απανωτές ανατροπές, διαδοχικές εκπλήξεις, ερωτήματα που απαντώνται σταδιακά, νέες πληροφορίες που εντείνουν την αγωνία, υποβλητική ατμόσφαιρα, εναλλαγές πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης είναι μερικά μόνο από τα θετικά γνωρίσματα ενός μυθιστορήματος που αναμιγνύει ιδανικά τον φόβο που γεννάει ο θρύλος με τον τρόμο που προκαλεί ο θάνατος. Κι όλα αυτά σε ένα ειδυλλιακό τοπίο γεμάτο μυστικά: «Οι άνθρωποι μιλούν για τη φύση με μια διάθεση ρομαντισμού και νοσταλγίας… Η φύση είναι η απόλυτη ισότητα, η αμείλικτη δικαιοσύνη. Είναι το άγριο ζώο που παραμονεύει ένα άλλο. Ο θάνατος του άνθους που μετρά μόλις λίγες μέρες ζωής…Το ξάφνιασμα, το δάγκωμα, το φάγωμα, το αίμα, ο χαμός. Όλα αυτά είναι φύση και η φύση είναι όλα αυτά. Δηλαδή, αγριότητα» (σελ. 97). Μια σκοτεινή ιστορία για όσες ψυχές προτιμούν το σκοτάδι κι όχι το φως, μια κραυγή αγωνίας για τα κακοποιημένα παιδιά και ταυτόχρονα ένα σκληρό μάθημα για όσους θέλουν να κρατήσουν τα μυστικά τους θαμμένα για πάντα.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«…όλο αυτό έγινε από αγάπη. Από πολλή, πληγωμένη αγάπη. Δηλαδή από το πιο επικίνδυνο πράγματα στον κόσμο. Το υλικό απ’ το οποίο γεννιούνται οι εφιάλτες» (σελ. 332).
«Δεν είμαστε κακοί. Δεν είμαστε καλοί. Αυτό που μένει όταν βγάλεις αυτά τα δύο, αυτό είμαστε. Και μερικές φορές πρέπει να είναι αρκετό» (σελ. 335).
