Μια γυναίκα που κακοποιείται από τον άντρα της καταφέρνει να βρει τη δύναμη και να φύγει μακριά του. Βρίσκει καταφύγιο σ’ ένα ζευγάρι που την υποδέχεται με αγάπη κι όταν φτάνει η ώρα να τους ανταποδώσει το καλό θα κάνει κάτι χωρίς να σκεφτεί το κόστος στις ζωές τους.
Βιβλίο Υφάντρα
Συγγραφέας Μαρία Ξυλούρη
Κατηγορία Αλληγορία / Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Μεταίχμιο
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Η Μαρία Ξυλούρη έγραψε μια εκπληκτική αλληγορική νουβέλα με πλούσιο λεξιλόγιο, διττά νοήματα, δεύτερες αναγνώσεις και μυστήριο. Η Μπιάνκα, που τώρα δουλεύει για τον κύριο Τέιλορ ως οικονόμος του, πείθει την Επισκέπτρια να έρθει κοντά τους για να βοηθήσει με την υγεία της κυρίας Τέιλορ που χειροτερεύει. «…θα μπορούσε, πράγματι, να έρθει αν την παρακαλούσες…συχνά, τις περισσότερες φορές, θα κατέληγες να μην μπορείς να αποφασίσεις αν ήταν τελικά καλύτερα που ήρθε ή όχι». Πάντως : «Ήταν και μερικές που μόνο τότε συνειδητοποιούσαν τι ακριβώς είχαν κάνει, σε ποιαν ακριβώς είχαν ανοίξει την πόρτα…δεν ήταν προετοιμασμένες για το τίμημα» (σελ. 12). Παράλληλα με το σήμερα, μέσα από πρωθύστερα ξεδιπλώνεται το παρελθόν της Μπιάνκας και η κακοποίηση που υφίστατο από τον άντρα της. Έτσι, η αγωνία κορυφώνεται, με την ταυτότητα της Επισκέπτριας να παραμένει ένα γλυκό μυστήριο ως τη στιγμή που πρέπει και με τις απανωτές ανατροπές στη ζωή της οικονόμου, η οποία, επιπλέον, προέρχεται από σημαντική οικογένεια υφαντριών.
Η Επισκέπτρια παρατηρεί πάντα τα χέρια των συνομιλητριών της που την καλούν κοντά τους για να τις βοηθήσει: «Τα χέρια
των περισσότερων γυναικών που την παρακαλούσαν να έρθει ήταν έτσι. Δάχτυλα που γραπώνονταν από το παραμικρό γιατί είχαν ελάχιστα πράγματα δικά τους, νύχια σπασμένα και λερωμένα από τον αγώνα της κάθε μέρας. Εκείνες με τα περιποιημένα δάχτυλα είχαν άλλους τρόπους να προσπαθούν να επιβάλλουν το θέλημά τους» (σελ. 11). Έχει μια αέρινη παρουσία, ξέρει τα πάντα για όλους και το αντάλλαγμα που έχει στο μυαλό της για ό,τι της ζήτησαν θα φέρει ανείπωτο πόνο και τραγωδία στις ζωές των χαρακτήρων. Από την άλλη, με τον ίσιο τρόπο μαθαίνουμε ποιος είναι ο κύριος Τέιλορ και από τι δραπέτευσε. Πώς και γιατί ασχολήθηκε με το αμπέλι και την οινοποιία όταν έφτασε στον τόπο όπου ζει σήμερα «με καρδιά τσακισμένη και σχέδια αδιαμόρφωτα»; Τι συνέβη με τη γυναίκα του; Ποιος είναι ο ρόλος του στη συναρπαστική αυτή ιστορία;
Μεγάλο βάρος στην πλοκή είναι αφιερωμένο στην Μπιάνκα, τελευταίο κρίκο μιας μεγάλης και ακατάλυτης γενιάς από υφάντρες, που δένει μάνα και κόρες, γυναίκες πρόθυμες ή αναγκασμένες να υποκύψουν σε αρχέγονες δοξασίες για το καλό της οικογένειάς τους. Φυσικά δεν είχαν όλες ευτυχισμένη ζωή, όσο πιστές κι αν ήταν στα ανείπωτα ήθη και έθιμα αυτής της παραδοξολογίας, είτε ήταν υπάκουες είτε έσπασαν τον δεσμό. Όλες τους όμως αφοσιώθηκαν στην υφαντική, γιατί «το να μην τη μάθει θα ήταν κάλεσμα σε χειρότερες συμφορές να έρθουν». Με ανατριχιαστική ειλικρίνεια και δυνατές μεταφορές καταγράφονται σκληρές και καίριες διαχρονικές αλήθειες: «είχε όμως έναν άντρα αυστηρό και κρύο και μια ζωή κλειστή και μικρή, τα δέχτηκε [τα υφαντικά εργαλεία] με ευγνωμοσύνη και προσπάθησε να βρει σε αυτά την παρηγοριά που δεν έβρισκε γύρω της, ούτε καν στα μάτια της κόρης της» (σελ. 14). Μέσα σε λίγες σελίδες ξεδιπλώνεται το οικογενειακό παρελθόν της Μπιάνκας, το άρρηκτα δεμένο με τα εργαλεία, τις δαχτυλήθρες και την καρακάξα στο παράθυρο των σπιτικών που άνοιξαν οι γυναίκες. Η κάθε μια τους ανεξαιρέτως παντρευόταν «για να γίνει, επιτέλους, κάτι που δεν ήταν κόρη, κάτι που δεν ήταν στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο γονείς» (σελ. 19). Μια γενιά από υφάντρες που «δεν απέδιδαν το σχέδιο που θα τις οδηγούσε εκεί που ήθελαν αλλά το σχέδιο που ήλπιζαν ότι θα έκανε τη ζωή πιο υποφερτή για λίγο» (σελ. 91). Αλλά πάντα, μα πάντα, έπρεπε να τρυπήσουν το δάχτυλό τους το Σάββατο βράδυ και ν’ αφήσουν τη ματωμένη δαχτυλήθρα στο περβάζι. «…κι ο κόσμος όλο γυρνούσε και γυρνούσε, ανίδεος, αδιάφορος, ανοργάνωτος, αδίστακτος».
Η συγγραφέας καταγράφει με σεβασμό και ωμότητα τη ζωή της ηρωίδας της και τον γάμο της με έναν άντρα που την κακοποιούσε για χρόνια: «οι μελανιές συνεχίζονταν, καινούργιες πάνω σε παλιές που ακόμη δεν είχαν σβήσει, έτσι που η Μπιάνκα μερικές φορές κοιταζόταν στον καθρέφτη της και σκεφτόταν το δέρμα της σαν κουρελού» (σελ. 26). «Η Μπιάνκα, όταν ύφαινε τα παγόνια, δεν ήξερε ότι ύφαινε τη σωτηρία της». Δάκρυσα όταν παραδέχτηκε: «Είμαι κάποιου η γυναίκα. Μαγειρεύω, πλένω, ράβω, κεντάω, υφαίνω» (σελ. 116). Κι όταν απάγκιασε στου κυρίου Τέιλορ «συχνά τιναζόταν στα αγγίγματα, ακόμη δεν είχε πειστεί ότι μπορούσαν να είναι ακίνδυνα» (σελ. 127). Οι ευτυχισμένες μέρες ήταν αυτές χωρίς τον άντρα της και οι σκληρές αυτές με την παρουσία του, αισθήματα που αποτυπώνονταν στην τέχνη και στα χρώματα των υφαντών που έφτιαχνε. Ψάχνουμε μάταια τη λογική στις αφορμές για τα ξεσπάσματα του συζύγου και από σελίδα σε σελίδα βλέπουμε πώς αλλάζει η Μπιάνκα όταν διαπιστώνει πως τελικά δε θα τη σώσουν οι δαχτυλήθρες και τα υφαντά της γενιάς της, «τίποτα δεν υπήρχε να τη σώσει, σίγουρα δεν θα έσωζε η ίδια τον εαυτό της, δεν ήταν τίποτα, δεν είχε τίποτα» (σελ. 55).
Η Μαρία Ξυλούρη έχει μια ιδιαίτερη γραφή που χρειάζεται προσοχή κατά την ανάγνωση αλλά αποζημιώνει με όμορφες περιγραφές, βαθιές σκέψεις και απρόσμενες εξελίξεις. Η δύναμη του κειμένου είναι τέτοια που μ’ έκανε να πιστεύω πως διάβαζα κάτι υπερφυσικό, ένα δείγμα μαγικού ρεαλισμού, μόνο και μόνο για να γκρεμιστεί σχεδόν αμέσως αυτή η αίσθηση επιστρέφοντάς με σε πραγματικές συνθήκες. Οι υφάντρες «δεν ήταν θεές», υποστηρίζει η συγγραφέας, αλλά τότε γιατί τόσες δοξασίες και εμμονή σ’ ένα τελετουργικό; Σε τι χρησίμευε αυτό; Από την άλλη, το κείμενο είναι άχρονο και άτοπο, παρ’ όλο που υπάρχουν διακριτικές ενδείξεις για τόπο δράσης μάλλον την Ιταλία. Μου άρεσε επίσης που, σε δεύτερη ανάγνωση, έχουμε το δίπολο γυναίκα-άντρας δοσμένο με τέτοιο τρόπο που με έβαλε σε σκέψεις, προβληματισμούς και διάβασμα ξανά και ξανά ορισμένων φράσεων, όχι γιατί είναι δυσνόητες αλλά γιατί λάτρευα να τις αναμασώ. Άντρας και γυναίκα λοιπόν έχουν το ίδιο μοτίβο, αν και παραλλαγμένο: δημιουργούν κάτι για να ξεφύγουν, για να φτιάξουν κάτι καλύτερο απ’ αυτό που βίωναν. Η γυναίκα (Μπιάνκα και οι πρόγονοί της) υφαίνει, ο άντρας (κύριος Τέιλορ) δημιουργεί αμπελώνες και παράγει ένα πολύ καλό κρασί. Πόσο πιστά όμως και πόσο φανατικά ο καθένας; Τι θα συμβεί αν βαρεθούν, απογοητευθούν, παρακούσουν;
Η «Υφάντρα» είναι μια συναρπαστική αλληγορία και ταυτόχρονα μια κραυγή αγωνίας για τις καταπιεσμένες και κακοποιημένες γυναίκες που προσπαθούν να ξεφύγουν από τη βαναυσότητα «υφαίνοντας», ώσπου να πάρουν τη μοιραία απόφαση και να τολμήσουν το πρώτο βήμα απομάκρυνσης. Επίσης, είναι μια διαφορετική ματιά πάνω στην καλοσύνη και στην ανταπόδοση, που στρέφει την πλοκή σε απρόσμενα μονοπάτια, απογειώνοντας τις εξελίξεις με τέτοιο τρόπο που το τέλος αφήνει τον αναγνώστη άφωνο. Τα οικογενειακά θέσφατα και η ορθολογιστική αμφισβήτησή τους, η καλοσύνη και η δοτικότητα, η νέα αρχή μετά από μια «μη ζωή» είναι μερικά μόνο από τα ζητήματα που απασχολούν τη Μαρία Ξυλούρη στο νέο της βιβλίο και τα θέτει επί τάπητος με υπέροχο λεξιλόγιο, προσωπικό στυλ γραφής και προσεγμένα καλολογικά στοιχεία.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«…ένας πυρετός… απλώθηκε βιαστικός και βουβός στο χωριό τους κι οι θεοί τον τίναξαν σαν κουβέρτα κι οι άνθρωποι έμειναν στον αέρα σαν τη σκόνη πριν πέσουν κατάχαμα, πριν τους καταπιεί η γη» (σελ. 16).
«…οι πικραμένοι άνθρωποι είναι μαχαίρια δίκοπα: είτε γραπώνονται από την παραμικρή γλύκα της ζωής για να σωθούν από το φαρμάκι της είτε γίνονται φαρμακεροί οι ίδιοι» (σελ. 17).