640688341_26959905560265831_27238578665308269_n

Δυο γυναίκες που ζουν χωριστά χωρίς να ξέρουν η μία για την άλλη κι ένας πατέρας που γνωρίζει και για τις δύο. Η πανδημία του Covid-19 θα φέρει απρόσμενα κοντά τις δύο γυναίκες και θα αποκαλύψει τη σκληρότητα των συνθηκών της μίας και τις δυσκολίες της άλλης. Μπορείς να συγχωρέσεις κάποιον που σε εγκατέλειψε και μεγάλωσες χωρίς αυτόν; Πόσο εύκολο είναι να συνειδητοποιήσεις πως η αδελφή που δεν ήξερες είναι σύμμαχος και όχι εχθρός;

Βιβλίο Δυο ζωές μακριά
Συγγραφέας Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Κατηγορία
Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Τελεία
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Η Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου έγραψε ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής, έναν κόλαφο για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης της γυναίκας στην Αφρική και ταυτόχρονα ένα κείμενο που ισορροπεί ανάμεσα στη συγχώρεση και στον θυμό. Εξαίρετα και διεισδυτικά ψυχογραφήματα, αξιέπαινος λυρισμός που ζωντανεύει τη σκοτεινή μα και τη φωτεινή πλευρά της Αφρικής, υποδειγματικός χειρισμός πλοκής που μας ταξιδεύει με πρωθύστερα στο παρελθόν και στο παρόν των ηρώων του βιβλίου κι ένας πλούτος ποικίλων συναισθημάτων είναι μερικά μόνο από τα θετικά γνωρίσματα ενός μυθιστορήματος που με μάγεψε, με ταξίδεψε, με προβλημάτισε.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19, η Άννα από τη Λευκωσία θα πέσει τυχαία στο facebook profile της Ζωής και θα ανακαλύψει πως έχουν τον ίδιο πατέρα, μόνο που η άλλη κοπέλα ζει στο Κογκό. Μετά το πρώτο σοκ, αρχίζει μια έρευνα γύρω από έναν άνθρωπο που δε βρίσκεται πια στη ζωή ενώ η συνομιλήτριά της της αποκαλύπτει ότι ήξερε για κείνη από καιρό. Έτσι αρχίζουν να ξεδιπλώνονται οι ζωές των δύο κοριτσιών που μεγάλωσαν σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες, με κοινό σημείο αναφοράς έναν πατέρα που πηγαινοερχόταν Κύπρο-Αφρική μαζί με την Άννα και τ’ αδέλφια της, ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή. Η μάνα της Άννας, «ψυχρή κι αγέλαστη», δείχνει την αγάπη της στα παιδιά της μόνο με πράξεις κι όχι λόγια, αναζητώντας και υποστηρίζοντας, αρχικά τουλάχιστον, έναν άντρα που ουσιαστικά απουσιάζει από τις ζωές τους. Είναι μια γυναίκα που σκλήρυνε, που αντιμετώπισε δύσκολες καταστάσεις με τον άντρα της και που αφοσιώθηκε τόσο πολύ στα παιδιά της ώστε, όταν αυτά μεγάλωσαν κι ακολούθησαν τις ζωές τους, την έπνιξε η μοναξιά. Ταγμένη  στο καθήκον και σ’ έναν άντρα που ζούσε μακριά της, κάνει ό,τι μπορεί για το καλό του σπιτικού της, μεταβαίνει κι αυτή στο Κογκό όπου τα τοπικά γεγονότα εκείνης της περιόδου την κάνουν ν’ αλλάξει γνώμη και προσπαθεί να βρει τον εαυτό της ανάμεσα στα χαλάσματα της ζωής του συζύγου της.

Μέσα από την οικογένεια της Άννας γνωρίζουμε και την ιστορία της Λευκωσίας πριν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, τα γεγονότα που οδήγησαν στην ανεξαρτησία της Κύπρου, τις συνθήκες δημιουργίας της Πράσινης Γραμμής, την εισβολή του Αττίλα, με την κοινωνική τοιχογραφία της εκάστοτε εποχής να ζωντανεύει με αρτιότητα και ρεαλισμό. Εξίσου παραστατικά μας δίνεται και η συναρπαστική ιστορία του Κογκό (με επίκεντρο το Πουτέμπο) και της ελληνικής παροικίας που ζούσε εκεί, σε μια χώρα που στιγματίστηκε από σφαγές και εμφυλίους αλλά έζησε και ήρεμες περιόδους. Πώς μεγάλωσαν λοιπόν η Άννα και τ’ αδέλφια της, πώς στηρίχτηκε η μάνα στα πόδια της για να τα μεγαλώσει σωστά, πώς και γιατί κατέφυγε ο πατέρας στο Κογκό, πώς ήταν τα πράγματα εκεί, τι ακολούθησε στη σχέση των γονιών της Άννας και πολλά άλλα αποκαλύπτονται σταδιακά. Η Άννα μεγαλώνει με αυστηρότητα κι έναν ξένο στην ουσία πατέρα, ακροβατεί ανάμεσα Κύπρο και Κογκό ακολουθώντας πολλές φορές χωρίς τη θέλησή της τους γονείς της, κάτι που στιγματίζει την ψυχολογία της σε μια ευαίσθητη και τρυφερή ηλικία: «Χρειαζόμουν μια γέφυρα να ενώσω τις δύο άκρες του νήματος, χρειαζόμουν μια ιστορία να περπατήσω την απόσταση που μας χώριζε» (σελ. 82). Η ζωή της είναι γεμάτη αδικίες, προσμονή, υποταγή, κινδύνους αλλά και αγάπη, προστασία.

Το εντελώς αντίθετο βίωσε η Ζωή: απάτη, δυστυχία, πόνο, κακοποίηση, με αποκορύφωμα το ξεπούλημα από τη μάνα τη σ’ έναν σύζυγο που δεν έπαψε να τη χτυπάει και να την υποτιμά ενώ ταυτόχρονα τη γέμιζε παιδιά. Η μάνα της, μαθημένη να υπακούει στα απάνθρωπα και παράλογα θέσφατα της φυλής και του τόπου της, είναι κυνική: «Κορίτσια σαν κι αυτήν, μόλις μάθουν να περπατούν, είναι κιόλας γυναίκες, αποκτούν καθήκοντα και μοναδικός τους ρόλος είναι να υπηρετούν τον άντρα και να σπέρνουν τα παιδιά του. Πρώτα ένα κορίτσι ανήκει στον πατέρα και μετά στον άντρα που θα πληρώσει για να το κάνει κτήμα του… ο παππούς μου πλήρωσε τον πατέρα της [γιαγιάς μου] δυο κατσίκες όταν ήταν ακόμη τριών χρονών για να την καπαρώσει» (σελ. 142). Οπότε: «Οι γυναίκες στη χώρα της δεν ψάχνουν, αρπάζονται απ’ αυτό που θα τους λάχει για να είναι καλά» (σελ. 153). Η Ζωή μάς μεταφέρει  στη σκληρή καθημερινότητα του Κογκό και αφηγείται πώς γεννήθηκε και μεγάλωσε. Μουλάτο (νόθο) παιδί και μάλιστα μιγάς, ξεχωρίζει από τους ομοίους της. «Από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου έμαθα να συνυπάρχω ανάμεσα στο λευκό και το μαύρο σαν κάτι φυσιολογικό. Μεγαλώνοντας, συνειδητοποιούσα πως αυτά τα δύο δεν είχαν την ίδια βαρύτητα, όμως έμαθα να τ’ αντιμετωπίζω μ’ έναν δικό μου τρόπο» (σελ. 170). Ζει σε μια χώρα όπου η θρησκεία και οι αντιλήψεις δε σου δίνουν το δικαίωμα να είσαι άνθρωπος και κατ’ επέκταση μάνα. Πώς γνωρίστηκε η μητέρα της με τον πατέρα της, πώς και γιατί εκείνος ξεκίνησε παράλληλη σχέση μαζί τους, πόσο δύσκολη ήταν η καθημερινότητά τους, πώς και γιατί άλλαξε η μητέρα της και σχεδίαζε πράγματα εις βάρος της Ζωής πίσω από την πλάτη του πατέρα της συγκροτούν τη δική της πλευρά της ιστορίας και με γέμισαν ποικίλα συναισθήματα.

Η ιστορία της κουμπώνει πάνω σε αυτήν της Άννας, συμπληρώνοντας το παζλ του πατέρα τους. Γνωρίζουμε λοιπόν έναν άντρα που αναδεικνύεται αρχικά μέσα από αυτές τις ιστορίες πότε με γκρίζα και πότε με φωτεινά χρώματα, μόνο που δεν προλαβαίνουμε να τον συμπαθήσουμε ή να τον μισήσουμε, αφού το βάρος των αφηγήσεων των δύο θυγατέρων του είναι πυκνό και ποικίλο. Σε πρώτο πλάνο είναι οι κόρες του, οι μητέρες τους που ακολουθούν η κάθε μία τα δικά της βιώματα και μεταλαμπαδεύει στα παιδιά της απόψεις, σκέψεις και πράξεις που είτε φαίνονται αρχικά λανθασμένες αλλά τις αγνοούν είτε αποδεικνύονται τέτοιες στη συνέχεια, οι τόσο συναρπαστικές χώρες τους και πολλά άλλα. Μέσα από όλα αυτά προσπαθούμε να καταλάβουμε έναν άντρα που αλλιώς ξεκινάει και αλλιώς καταλήγει. Σταδιακά αλλάζει κι αυτός, τιμωρείται, πληγώνεται, παγιδεύεται, παρασύρεται, υποκύπτει, λυγίζει όταν διαπιστώνει τα λάθη που έκανε για τις κόρες του και για τις γυναίκες της ζωής του. Η ιστορία του έχει μια δύναμη μοναδική που τον φέρνει με ευφάνταστο τρόπο σ’ ένα ήδη γεμάτο δράση και ανατροπές προσκήνιο. Διχασμένος ανάμεσα σε δύο οικογένειες αλλά όχι με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς, ένας άνθρωπος που ακροβατεί ανάμεσα στην αλαζονεία και την ποταπότητα, στην καλοσύνη και στο κακό. «Πώς κατάφερνε να σκορπά παντού τη συμφορά ενώ είχε πάντα καλές προθέσεις γι’ αυτούς που αγαπούσε;» (σελ. 269). Ξεδιπλώνεται λοιπόν «η τραγωδία ενός ανθρώπου που ενώ θα μπορούσε να διεκδικήσει αγάπη και στοργή, διάλεξε την απομόνωση και τη μοναξιά». Ένας άντρας με δύο οικογένειες, που ορθοπόδησε και γκρεμίστηκε για να ξανασταθεί στα πόδια ου σε δύο χώρες και τελικά κατέληξε μόνος και μπατίρης, χειριστικός με τις γυναίκες αλλά ταυτόχρονα καταπάτησε όλους τους ηθικούς φραγμούς. «Η τραγωδία ενός ανθρώπου που, ενώ θα μπορούσε να διεκδικήσει αγάπη και στοργή, διάλεξε την απομόνωση και τη μοναξιά» (σελ. 371). Τι έφταιξε και πήγε τόσο στράφι η ζωή του; «Οι λανθασμένες επιλογές ή που ήταν ευκολόπιστος και επέτρεψε στους γύρω του να τον εκμεταλλευτούν» (σελ. 371); Αμέλειες και λάθη που έφεραν δυστυχία σε όλους, παιδιά που τελικά δεν μπόρεσε να προστατέψει κι ένα διαρκές μετέωρο: έλλειψη αγάπης ή ανικανότητα να την εκφράσει έμπρακτα;

Το «Δυο ζωές μακριά» είναι ένα μυθιστόρημα για δυο γυναίκες που δεν είναι αντίζηλοι, δεν εποφθαλμιά η μία τη θέση ή τη ζωή της άλλης αλλά αδέλφια που μοιράζονται την ίδια ουτοπία, έναν πατέρα που ουσιαστικά δεν ανήκει σε καμία από τις δύο. Ένα δυνατό, συναρπαστικό κείμενο για δυο γυναίκες που ξεδιπλώνουν τη ζωή τους η μία στην άλλη τίμια και ειλικρινά, δίνοντας χώρο να εκφράσουν πίκρες, απογοητεύσεις, ανεκπλήρωτα όνειρα με κοινό άξονα έναν πατέρα που άθελά του άφησε πίσω του πληγές και παραλείψεις. Μετά από όλα αυτά πώς θα νιώσει η μία για την άλλη; Θα βρεθούν τελικά από κοντά; Τι άλλο έζησαν όταν χάραξαν τη «δική τους» (όσο γίνεται) πορεία στη ζωή; Πώς θα κλείσει αυτή η δυνατή ιστορία;

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Το σκοτάδι έχει έναν παράξενο τρόπο να σε στρέφει στα νοσηρά που δε θέλεις να θυμάσαι» (σελ. 17).

«Γιατί οι γονείς μόνο σαν γεράσουν τολμούν να ξανοιχτούν; Δεν μπορούν να καταλάβουν πως το παρελθόν τους διαμορφώνει το δικό μας παρόν και επηρεάζει το μέλλον των παιδιών τους;» (σελ. 25-26).

Η σαβάνα: «Η πανσέληνος, απαστράπτουσα στο στερέωμα, έριχνε το χρυσαφένιο φως στο νύχτωμα, αφήνοντας ένα μυστήριο να πλανιέται στις σκοτεινές φυλλωσιές… Γύρω μας είχαμε σαν μουσική υπόκρουση την οχλαγωγία της ζούγκλας, μικρές φωνές πουλιών, στριγκλιές μαϊμούδων, κοάσματα βατράχων και μέσα απ’ το βάθος έναν ανατριχιαστικό βρυχηθμό λιονταριού που μας γέμισε ανατριχίλα. Οι νύχτες στην Αφρική κρύβουν ένα μυστήριο που μπορεί να αποπλανήσει και το πιο λογικό πλάσμα» (σελ. 88-89).

Για τους πρόσφυγες: «Η μοίρα του κατατρεγμένου δεν αφήνει περιθώρια περισυλλογής. Αμπαλάρεις σκέψεις κι αισθήματα σ’ ένα κουτάκι του νου και της καρδιάς και ξεκινάς για το επόμενο ταξίδι προς άγνωστο προορισμό. Δεν έχει σημασία που ο μπόγος σε κάθε καινούργιο ξεσηκωμό γίνεται όλο και πιο μικρός…φτάνει να μη χάνεις την ελπίδα σου πως μια μέρα θα ριζώσεις κάπου για πάντα» (σελ. 116).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *