meltzer-b

«Tο οποίον. Mεγαλείον. Kαι να γράφει στην ταμπέλα του καταστήματος Zαχαροπλαστείον και Γαλακτοπωλείον η Άβυσσος. Kαι να γράφει στα τζάμια με τεμπεσίρι Δίδονται λουκουμάδαι ημερίς δραχμάς 4 και Προσφέρεται Πογάτσα Πολιτική, ημερίς 4,50. Kι από μέσα στο ταμείον να κάθεται η κερία Kυριακούλα, αρχοντόπαχη, φρεγατίσα, το μάτι βαφέν, το χείλι άλικο και πεντόλιρο στο βραχιόλι. Kαι να λέγει Kυριάκο, μαρκάρησε το ρεζόγαλον. Kαι να χαμογελεί ο Kυριάκος. Mουστάκι σύρμα και δαχτυλίδι με πράσινη πέτρα, κυπαρίσσι ίσιο και λιπόσαρκο, φρύδι σμιχτό και καρύδι στο λάρυγγα. Kαι να ρίπτει ματιές με σημασία. Έννοια σας, Kυριακούλα μανταμίτσα, μη φοβείσθε καθόσον μπορεί να είμαι σκέτος σερβιτόρος, αλλά…» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Βιβλίο Τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα
Συγγραφέας Νίκος Τσιφόρος
Κατηγορία
Χιούμορ / Συλλογή διηγημάτων
Εκδότης Ερμής
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Είναι σαν να διάβαζα τα «Παραμύθια πίσω από τα κάγκελα» του ίδιου συγγραφέα. Μόνο που εδώ έχουμε καθημερινές μικροαπατεωνιές (που ενίοτε τιμωρούνται με φυλάκιση), ανθρωπάκια που ψάχνουν την καλή και κάπου κάπου τους ανακαλύπτουν, γλώσσα πιο προσγειωμένη και όχι τόσο μάγκικη, επιτέλους καταλαβαίνεις τι διαβάζεις, γέλασα περισσότερο και το φχαριστήθηκα περισσότερο. Ορίστε και η διαχρονικότητα του Τσιφόρου:

«..οι φουκαράδες την Κυριακή παίρνουνε την κυρά τους ρεμούλκα, βγαίνουνε στη λιακάδα, γαντζώνεται η μαντάμ απάνω στον μεσιέ, σα να λέει “με βλέπετε, κόσμε; εγώ αυτό το πράμα το ‘χω δικό μου και το κουμαντάρω” κι άμα ανταμώνουνε τούτοι με κείνους στο δρόμο λένε “καλημέρα σας, αχ πώς είσθε”, δεκαράκι τσακιστό δεν δίνουνε πώς είναι τούτοι και πώς είναι εκείνοι, αλλά δήθεν ότι ενδιαφέρονται και μετά λένε “καλέ, να τηλεφωνηθούμε καμιά μέρα” και μόλις χωρίσουνε κάνει ο μεσιέ “άει στο διάολο, που θα σας τηλεφωνήσω εγώ, τον ξέρεις τι κάθαρμα είναι;” κι η μαντάμ απορεί “αλήθεια;” κι ύστερα καθονται κι οι δυο σε κάνα ζαχαροπλαστείο, τρώνε το παγωτό τους, βαστάει η μαντάμ το κουταλάκι με το μικρό δάχτυλο ψηλά κι άμα το φάνε σκυλοβαριούνται ο ένας τον άλλον, δεν έχουνε τι να πούνε, αλλά παίζουνε τους χαρούμενος και γυρίζουνε σπίτι, ξαναζεσταίνουνε τα μεσημεριάτικα ξύγκια, τρώνε μια μπουκιά, εκείνη βάζει στα μαλλιά της τα μπικουτιά και πασαλείβεται λίγδες που σιχαίνεσαι να τη δεις, εκείνος σέρνει τις παντούφλες του και μυρίζει η πυτζάμα του κατρουλίλα, μέχρι που πέφτουνε να ξεραθούνε και δόξα σοι ο Θεός, καλά περάσαμε σήμερα» (σελ. 256-257).

ΥΓ. Η φωτογραφία είναι από το προφίλ του Nagualdos Iasis στο facebook.

Comments(2)

    • Nagualdos Iasis

    • 5 days ago

    Καλό θα είναι να ζητάτε να χρησιμοποιήσετε φωτογραφίες και όχι να τις χρησιμοποιητε με ένα copy paste . Ναualdos Iasis

    1. Διορθώθηκε. Ευχαριστώ για την επισήμανση!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *