Πώς επηρεάζει το σουβλάκι τις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων; Πόσα κωμικοτραγικά γεγονότα μπορεί να συμβούν κατά τη διάρκεια των πασχαλινών διακοπών στο Καραμπουρνάκι; Πόσο σκληρή είναι η δουλειά του ελεύθερου επαγγελματία και πώς συμπεριφέρεται σ’ ένα σούπερ-μάρκετ όταν δεν του βγαίνει ο μήνας; Αυτά και άλλα ερωτήματα απαντώνται σε αυτήν τη συλλογή δεκατεσσάρων ευθυμογραφημάτων.
Βιβλίο Έρως ανίκατε μάσαν
Συγγραφέας Αύγουστος Κορτώ
Κατηγορία Χιούμορ / Συλλογή διηγημάτων
Εκδότης Πατάκης
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Στην «Κρίση Τιτανικού» γνωρίζουμε φοβίες που δεν έχουν αναγνωριστεί από τη σύγχρονη ψυχιατρική, «ωστόσο η αποδοχή τους από την επιστημονική κοινότητα είναι ζήτημα χρόνου». Κοινοχρηστοφοβία (τον χειμώνα μάλιστα που δε λειτουργεί το αέριο που πληρώνεις στα κοινόχρηστα: «-Σκέφτομαι να αυτοπυρποληθώ μπας και ζεσταθώ. -Σιγά μη βρεις αναπτήρα που δουλεύει»), Τραγκοφοβία, Αραιοφοβία, Μοντεμοφοβία και Ρουτεροφοβία, Φακελοφοβία, Κερματοφοβία, Κτηνοφοβία, Μπιχλοφοβία («τα χνούδια στον διάδρομο, η Μπέτυ κι ο Σαράντης, ξέρω ότι δεν πρέπει να τα βαφτίζω») κ. π. ά. μας περιμένουν να τ’ ανακαλύψουμε. Στο «Πάσχα στο Καραμπουρνάκι», απολαμβάνουμε τις οικογενειακές παιδικές γιορτές του συγγραφέα: διάβασμα και αδηφαγία, φυσικά η Κατερίνα του, ασύλληπτα κωμιτραγικά γεγονότα από Μεγάλη Δευτέρα ως Κυριακή του Πάσχα και ένα γλυκόπικρο φινάλε: «Τώρα όμως που η νοσταλγία -αυτή η πανούργα μακιγιέζ της μνήμης- έχει μεταμορφώσει την εποχή εκείνη σε προσωπική μυθολογία…άθελά μου γυρίζω στα χρόνια της αθωότητας μ’ έναν γλυκόπικρο αναστεναγμό» (σελ. 39). Κι όσο όμορφα πέρασε τότε, τόσο δύσκολες στιγμές βίωσε στο «Ο άντρας που αγαπούσε τις σερβιέτες». Μια περιπέτεια υγείας με κύστη κόκκυγα ξαναρίχνει τον συγγραφέα σε απίθανες περιπέτειες για φαγητό και γλυκό, ξυπνάει τη συγγραφέα του τσελεμεντέ όταν αποτυγχάνει το μαλεμπί που έγραψε στο βιβλίο της, ανακαλύπτει τα θετικά της σερβιέτας και πολλά άλλα. Άουτς και χαχα μαζί! Στο «Έλαβον: γίδα βραστή» καταγράφονται οι βουλευτικές εκλογές μέσα από μια μη πολιτική οικογένεια που όμως φανατίζεται την κρίσιμη ημέρα! Και φυσικά υπάρχει κάτι που θα δημιουργήσει προβληματισμό: «…το μέλλον μεμονωμένων ανθρώπων μα και της χώρας ολόκληρης κρεμόταν συχνά απ’ το ήθος, τη συνέπεια, την ακεραιότητα και την εργατικότητα των πολιτικών, οίτινες συχνά αποδεικνύονταν πιο αφερέγγυοι κι από παπατζή στο πανηγύρι της Αγίας Κομποθέκλας» (σελ. 218). Εσείς έχετε ψηφίσει Μ.Α.Σ.Χ.Α.Λ.Ι.Λ.Α.; Χάνετε!
Στο «Δαμάζοντας τα δίπιτα», μαθαίνουμε για τις συνέπειες του σουβλακιού στη σωματική υγεία και πώς συνδυάζεται με τις
παιδικές αναμνήσεις του συγγραφέα που κατέφευγε στις κοριτσοπαρέες και στα μη βίαια παιχνίδια τους, με τις συνεχόμενες απόπειρες μαθητικού αθλητισμού (τένις, ποδόσφαιρο, κολύμβηση και χιλιάδες άλλα) να αποτυγχάνουν η μία πίσω από την άλλη, με τον Αύγουστο Κορτώ να είναι ανελέητος με τις ατάκες και τα ξεκαρδιστικά περιστατικά αλλά: «να μην ξεχνάμε την πιο σημαντική γυμναστική: τον χτύπο της καρδιάς που αγαπάει» (σελ. 58). Η ταλαιπωρία της δίαιτας συνεχίζεται στο «Ιστορία μου, αφαγία μου»: «Είτε εξαιτίας προβλημάτων αισθητικής… είτε εξαιτίας κινδύνων στην υγεία μου, την ελλαδική πανίδα και το βαρυτικό πεδίο της Γης, ή, τέλος, επειδή ζούμε σ’ έναν σκάρτο ντουνιά που λατρεύει τις κορμάρες και δαιμονοποιεί και την παραμικρή ατέλεια…» (σελ. 84). Μάνα και πατέρας, λόγω της εμφάνισης του παιδιού τους, κάνουν απανωτά λάθη και δίαιτες (το ίδιο λέμε) αλλά δε φταίνε: «…κι ο έρμος ο γονιός μαζί με το παιδί παθαίνει και μαθαίνει». «….έχω γίνει ένα πράμα σαν διασταύρωση ανθρώπου με εθνική οδό, που αν μ’ έβλεπε η Αλεξίου ξαφνικά σε συναυλία θα τα ‘χανε και θα τραγουδούσε Όλα σ’ τα ταΐζουν, γλυκά κι αλατισμένα» (σελ. 92). Στα «Τετράφυλλα και τρίφυλλα» επιστρέφουμε στο σήμερα, στην οικονομική κρίση που αποτυπώνεται στα λιγότερα φύλλα χαρτιού υγείας, στις φθηνότερες επιλογές προϊόντων από το σούπερ-μάρκετ, στα σπαγγέτι σε προσφορά κι αφήνεις πίσω σου νιόκι και μπαρίλες, ένδεια, κοινοχρηστά (ναι, πάλι). Ένα απολαυστικό κείμενο-απομνημονεύματα ενός ελευθεροεπαγγελματία καλλιτέχνη, «του ζήτουλα με το μπλοκάκι» αλλά με αντίβαρο την αγάπη! «Κι αναπόφευκτα, τα ζόρια γεννούνε νοσταλγία»: αθώες εποχές, φοιτητικά χρόνια με χαρτζιλίκι, χωρίς τον τρόμο του βιοπορισμού.
Στο «Ο Ηράκλειτος και η ομπρελοθήκη», ο συγγραφέας γνωρίζει το έργο του Ηράκλειτου και ταυτόχρονα αναπολεί αλλόκοτους θανάτους από την ιλαρή τους πλευρά, οπότε και πάλι το γέλιο είναι ξεκαρδιστικό. Η γιαγιά-Κολοκοτρώνης, οι αδελφές Αδαμπαμπά και άλλα περιστατικά μας οδηγούν αναπόφευκτα στις σκέψεις του συγγραφέα για το δικό του τέλος και σ’ ένα από τα πιο ευφυή μηνύματα ταφόπλακας που έχω διαβάσει ως τώρα. Το πιο αγαπημένο μου είναι η «Ιζαμπέλ Ατζαμή»: προσωπικές εξομολογήσεις πάνω σε γκάφες, λάθη, αδεξιότητες του συγγραφέα, εκρήξεις ακατάσχετου γέλιου απο ξεφτιλίκια γεωγραφικά, διατροφικά, γευστικά (ακόμη θυμάμαι τον τρόπο περιγραφής που καταναλώνεται το σοκολατένιο τσουρέκι του Τερκενλή). Ένα μπουγατσατζίδικο πουλάει κλιματιστικά; Τι θα συμβεί αν πάτε σε μουσείο με ένα μπουκάλι νερό και ένα λούτρινο αρνί που βελάζει; Στα «Δρακουλίνια των Εξαρχείων» καταγράφονται οι προσδοκίες του συγγραφέα από το συγγραφιλίκι, τα λογοτεχνικά σαλόνια των Αθηνών που τον περίμεναν ορθάνοιχτα, με τη φαντασία του να περιφέρεται σε αυτά της δεκαετίας του ’20, η συγκινητική έκδοση του πρώτου του έργου «Το βιβλίο των βίτσιων» και πώς ούρλιαζε σε όλο το Μέτσοβο γι’ αυτό όταν το έμαθε, κρατώντας ένα άδειο βαζάκι μαρμελάδα φράουλα, πώς έφτασε στην Αθήνα και πόσο δύσκολα βρήκε τη διεύθυνση στα Εξάρχεια, σαν άλλος Χατζηχρήστος.
Το «Έρως ανίκατε μάσαν» είναι μια πολύ καλογραμμένη συλλογή κειμένων που δε δίνουν έμφαση μόνο στην ατάκα, στο γέλιο και στις σουρεαλιστικές ακρότητες (όπως θα διαπιστώσουμε αργότερα στο «Φωτιά στα Σαββατόπαχα») αλλά υπάρχει και η προσωπική κατάθεση του συγγραφέα, μια υποστήριξη για όσους περνούν τα ίδια με το φαγητό, τις δίαιτες και την οικογένεια. Ο συγγραφέας καταφέρνει να παντρέψει αρμονικά το γέλιο με τον προβληματισμό και να περάσει διαχρονικά και καίρια ανθρώπινα μηνύματα («…μουντρουχίλα του ανέραστου, αντικοινωνικού εφήβου που μισεί τους πάντες και τα πάντα με πρώτο τον εαυτό του και βρίσκει παρηγοριά στο φαΐ που πάντα του κάθεται και ποτέ δεν τον προδίδει», σελ. 184-185), αξίες και διαπιστώσεις που αποκαλύπτουν τις αλήθειες της εποχής μας αλλά και του παρελθόντος που μας οδήγησε ως εδώ. Μου άρεσε επίσης που, ενώ και πάλι η μητέρα του συγγραφέα, Κατερίνα, εμφανίζεται στα κείμενα, έχει θα έλεγα «δεύτερο» και όχι πρωταγωνιστικό ρόλο: πότε υποστηρίζει το παιδί της, πότε παίζει ή τρώει μαζί του, πότε το συμβουλεύει, πότε το νουθετεί, έρχεται στις δύσκολες καταστάσεις και τις κάνει χειρότερες ή καλύτερες! Τα κείμενα είναι γραμμένα με μεγάλες και μακριές προτάσεις εναλλάξ με μικρές, με ολοζώντανες σκηνές που στήνονται σχεδόν κινηματογραφικά, με χειμαρρώδη και προφορικό λόγο, έξυπνες παρομοιώσεις, αξιομνημόνευτες ατάκες. Γέλιο και κλάμα εναλλάσσονται με ηθικά διδάγματα, αποδόμηση και αυτοσαρκασμός αγκαλιάζονται με τη νοσταλγία και την αναπόληση. Συγκινητικό είναι το επεξηγηματικό Επίμετρο, όπου ο Αύγουστος Κορτώ εξομολογείται με τι γελούσε μεγαλώνοντας, με τι γελάει ακόμη και πώς αποφάσισε να στραφεί αποκλειστικά στα χιουμοριστικά κείμενα και να μας παραδώσει το πρώτο του παρεάκι γέλιου.