Κέρκυρα, Μεγάλο Σάββατο. Λιτανεία, φιλαρμονική, μπότηδες. Κατανυκτική μουσική, κόσμος, το Λιστόν γεμίζει ασφυκτικά. Ένα εντεκάχρονο αγόρι βρίσκεται νεκρό σε μια σοφίτα, το έπνιξαν με καλώδιο. Ύποπτοι είναι όλα τα μέλη της οικογένειάς του που βρίσκονταν στο κτήριο εκείνη τη στιγμή, καθώς και οι υπόλοιποι ένοικοι. Ποιος άφησε τρεις νεκρές μέλισσες πάνω στο πτώμα του παιδιού και μια γεμάτη κυψέλη μπροστά σ’ ένα από τα διαμερίσματα; Ποιος θα ήθελε να αφαιρέσει τη ζωή ενός αθώου πλάσματος; Πώς συνδέονται όλα αυτά με μια ψεύτικη «αγία» από την Περίθεια τη δεκαετία του 1950 και με μια πολύνεκρη σχολική εκδρομή πριν είκοσι χρόνια;
Βιβλίο Τάματα
Συγγραφέας Γιώτα Κοντογεωργοπούλου
Κατηγορία Αστυνομικό μυθιστόρημα
Εκδότης Bell
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Η Γιώτα Κοντογεωργοπούλου έγραψε ένα υποδειγματικό αστυνομικό μυθιστόρημα με πλούσια πλοκή, απανωτές ανατροπές,
ποικίλες οπτικές γωνίες και μια σειρά από εξελίξεις που απογειώνουν τη δράση, αυξάνουν τα ερωτηματικά αλλά και τη φρίκη. Οι έρευνες της αστυνομίας μας συστήνουν τα μέλη της οικογένειας του παιδιού, τους γείτονες, ανθρώπους που παίζουν καταλυτικό ρόλο στην ιστορία, σταδιακά όμως αρχίζει να ξεφλουδίζεται και μια ιστορία φρίκης από ένα παρελθόν που πρέπει να μείνει καλά φυλαγμένο. Πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, ασύνδετα στην αρχή γεγονότα, άλλοθι, γονείς που κάνουν λάθη, παιδιά που γεμίζουν οργή συγκροτούν ένα μυθιστόρημα που φέρνει στο φως το μέγεθος της φρίκης όπου μπορεί να φτάσει κανείς όταν δεν έχει ενδοιασμούς, ηθική και φραγμούς. Τα κομμάτια του παζλ μπαίνουν στη σωστή θέση όταν πρέπει, τα πάντα έχουν ρόλο στην πλοκή και οι χαρακτήρες είναι άρτιοι και ολοκληρωμένοι.
Την υπόθεση αναλαμβάνει ο αστυνόμος Σπύρος Βραχλιώτης, μαζί με την επίσης αστυνόμο Μάγια Ρέβη που τη στέλνουν από το Τμήμα Εγκλημάτων Κατά Ζωής της Αθήνας. Είναι μια γυναίκα που αγάπησε την Κέρκυρα: «…κράτησε μέσα της σαν τον τόπο όπου έμαθε ότι η απόλαυση δε χρειάζεται απαραίτητα συντροφιά και ότι οι σχέσεις απαιτούν συνεχείς επισκευές που σου κλέβουν πολύ χρόνο, χωρίς να σου εγγυώνται την ανθεκτικότητα του αποτελέσματος. Κράτησε μέσα της την Κέρκυρα ως έναν τόπο-μάθημα κι επέστρεψε στην Αθήνα τοποθετώντας την σαν καρτ ποστάλ αυτοβελτίωσης στο ράφι των εμπειριών της» (σελ. 19). «Έχει ένα περίεργο χαμόγελο, σαν να ειρωνεύεται τον εαυτό της, ενώ μιλάει σαν να υπάρχει μια δεύτερη σκέψη στο κεφάλι της, που τρέχει να καλύψει την πρώτη. Θα μπορούσες να πεις ότι έχει διάσπαση προσοχής» (σελ. 21). Ο Βραχλιώτης γοητεύεται από αυτόν τον χαρακτήρα και εκδηλώνει το ενδιαφέρον του, η Ρέβη όμως τον κρατάει σε απόσταση για προσωπικούς λόγους που δεν πρέπει να βγουν ποτέ στο φως.
Το νεκρό παιδί είναι ο Κωστής, γιος της Αιμιλίας Ρούσσου και του επιχειρηματία Φίλιππα Τριάντη, εγγονός του Ευάγγελου Ρούσσου, του άρχοντα του real estate στο νησί, ενός σκληρού ανθρώπου με υψηλές διασυνδέσεις που δε θ’ αφήσει την υπόθεση να κλείσει βιαστικά. Ο Ευάγγελος έχει μια μικρότερή του σύντροφο, την ψυχίατρο Ειρήνη Δελλή, μια γυναίκα υψηλής ευφυίας με αυτοπεποίθηση και έντονη προσωπικότητα ενώ ο Φίλιππας Τριάντης, μετά το πολύκροτο διαζύγιο με την Αιμιλία, παντρεύτηκε την Όλγα Λεπίδα, συνέταιρο σε τοπικά εστιατόρια. Ο Ευάγγελος Ρούσσος θεωρεί τη νεκρή γυναίκα του υπεύθυνη για τον χαρακτήρα που διαμόρφωσε η κόρη τους και που τον μισεί τόσο πολύ. Ο Ρούσσος «εμφανιζόταν για να ρίξει το δηλητήριό του στη Νιόβη για όσα υπέροχα εκείνη αντιπροσώπευε κι αυτός δεν μπορούσε στο ελάχιστο να καταλάβει… Ο Ρούσσος ήξερε πώς να σε κάνει να τον μισείς» (σελ. 194-195). Η Αιμιλία αναρωτιέται: «…πώς είναι δυνατόν να τον επέλεξε για σύντροφο η μάνα μου, αυτή η ξεχωριστή γυναίκα που μου δίδαξε δικαιοσύνη, μου έδειξε την ομορφιά και μ’ έμαθε να κοιτάζω τον κόσμο με την καρδιά μου» (σελ. 216);
Η σχέση της Αιμιλίας με τον πατέρα της είναι γεμάτη φόβο και μίσος :«…τρεις μέρες μαζί του ισοδυναμούν με τρεις μέρες βαριάς ψυχικής φθοράς». Μετά τον θάνατο της μητέρας της έμεινε μόνη να τη μεγαλώνει ένας σκληρός και άκαμπτος άνθρωπος, μεταπηδώντας απότομα από την αγάπη και την κατανόηση στην ενοχή και τις προσταγές. Αλήθεια, τι ρόλο έπαιξε ο Ευάγγελος Ρούσσος στον γάμο και στο διαζύγιό της; Γιατί παντρεύτηκε και απέκτησε παιδιά μ’ έναν άνθρωπο που από την αρχή τάχτηκε στο πλάι του πεθερού του; Πώς μεγάλωσαν η Χιονία και ο Κωστής, δυο παιδιά εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους και κυρίως σ’ εντελώς διαφορετική θέση αγάπης στην καρδιά των γονιών τους; Ο Κωστής είναι ο διάδοχος στα μάτια του παππού του, έπρεπε να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση και να λάβει την αντίστοιχη εκπαίδευση. Ο Κωστής το μόνο που θυμόταν από τον παππού του ήταν στρατιωτική πειθαρχία και φόβο. Από νωρίς όμως βρήκε τις δικές του άμυνες απέναντι σε αυτόν τον άνθρωπο που «δεν τον είχε πάρει αγκαλιά, λες και οι αγκαλιές ήταν καλαμάκια και θα ρουφούσαν την ενέργεια που είχε μέσα του… Ο Κωστής είναι σαν ένα πορτατίφ που ανάβει στο σκοτάδι».

Η αδελφή του Κωστή λοιπόν, η Χιονία, είναι δεκατεσσάρων ετών, ιδιόρρυθμη και παράξενη. Με πρωτοπρόσωπη αφήγηση αναλογίζεται τη δική της θέση σε όλα αυτά: «Τι κάνει κανείς όταν διαφέρει χωρίς να το έχει διαλέξει;», αναρωτιέται. Από αντίδραση τονίζει τα πάλλευκα χαρακτηριστικά της: «Έτσι θα είμαι ακόμη πιο ασυνήθιστη. Κι όσο πιο ασυνήθιστη, τόσο πιο δυνατή, τόσο πιο μυστήρια. Το μυστήριο είναι που ταΐζει τη δύναμη» (σελ. 46). Κάποιοι την πλησιάζουν για να ξεχωρίζουν, κάποιοι για να την κοροϊδέψουν και κάποιοι γιατί τη φοβούνται. «Μου αρέσει να με φοβούνται… Είναι δύναμη να κρατάς τους άλλους σε απόσταση και να μαντεύουν τις διαθέσεις σου» (σελ. 47). Όσο ζούσε ο Κωστής όλοι ασχολούνταν μαζί του. Τώρα που πέθανε σταμάτησαν να ζουν. Πώς την επηρέασε που βρήκε εκείνη νεκρό τον αδελφό της; «Πώς είναι να είσαι η συννεφιά και να βρίσκεις νεκρό τον ήλιο;».
«Η μαμά έχει αδυναμία στον Κωστή. Ο μπαμπάς έχει εμμονή με τη μαμά. Άρα γι’ αυτό κι ο μπαμπάς έχει αδυναμία στον Κωστή. Η μαμά πιστεύει ότι η Χιονία είναι δυνατή κι απόμακρη και δεν έχει ανάγκη να της λέει κανείς ότι την αγαπάει. Άρα και ο μπαμπάς πιστεύει ότι η Χιονία δεν έχει ανάγκη να αγαπιέται. Με αυτήν την εξίσωση μεγάλωσα. Ίσως γι’ αυτό να σιχαίνομαι και τα μαθηματικά», παραδέχεται η Χιονία. Σύντομα θα βρεθεί στο επίκεντρο δυσάρεστων εξελίξεων, με αποτέλεσμα η συγγραφέας να καταγράφει με αντικειμενικότητα και ρεαλισμό πώς νιώθει, πώς σκέφτεται και πώς αντιδρά κάποιος που έχει στοχοποιηθεί από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Γι’ αυτό θέλουν να με θάψουν. Είμαι το μέτρο σύγκρισης για να αισθάνονται υγιείς μέσα στις αρρωστημένες τους σκέψεις. Είμαι το τέρας των ημερών» (σελ. 209). Η Αιμιλία μέσα από αυτήν την περιπέτεια καταλαβαίνει τα λάθη που έκανε με την κόρη της και διαλέγει τη λάθος στιγμή για να την προστατέψει από το παραμικρό: «Αρκετά πράγματα άφησα να χτίσουν τοίχο μεταξύ μας. Τώρα είναι ώρα να τον γκρεμίσω για να κοιτάξω το παιδί που τόσα χρόνια κρυβόταν πίσω απ’ αυτόν. Δε θα κάνω ξανά το ίδιο λάθος» (σελ. 189).
Σχεδόν ταυτόχρονα με τη δολοφονία, κάποιος αφήνει στο κηροπλαστείο της Νίκης Πανδή ένα τάμα από κερί που απεικονίζει ένα απαγχονισμένο αγόρι. Ποιος το άφησε, πότε και γιατί; Ποια είναι η σχέση της Νίκης με την Αιμιλία; «Η Νίκη Πανδή είναι η καταστροφή της Αιμιλίας. Το κακό της κάρμα. Ο λόγος που η ζωή της γέμισε σκοτάδι και αδιέξοδα», ισχυρίζεται ο Ευάγγελος Ρόυσσος. Έκανε κολλητή παρέα με την Αιμιλία από το σχολείο, παρ’ όλο που είχαν διαφορετικά οικογενειακά υπόβαθρα και διαφορετική οικονομική κατάσταση: η Αιμιλία μεγαλώνει στα πούπουλα, η Νίκη στις αλάνες, η μία μάνα δύο παιδιών, η άλλη εργένισσα. Η σχέση αυτών των δύο γυναικών αποτελεί έναν υποδειγματικό χειρισμό, μιας και ο υφέρπων ερωτισμός ανάμεσά τους και η υποβόσκουσα ερωτική σύνδεση δε βγαίνει ποτέ ξεκάθαρα στο φως, δεν περιγράφεται με λέξεις. Αντίθετα, βλέπουμε έναν δεσμό που έχει ενώσει δυο ψυχές με τέτοιο τρόπο που ίσως είναι κάτι παραπάνω από γερή και δυνατή φιλία και κάτι λιγότερο από ερωτισμός και αγάπη. Μια σχέση που σκιαγραφείται δυνατή και με γερές βάσεις αλλά χωρίς ταυτότητα ως το τέλος του βιβλίου κι αυτό της χαρίζει μια μαγεία και μια γερή δόση τύχης, μιας και σπάνια δυο άνθρωποι θα έχουν τέτοιο δέσιμο. Τι πραγματικά όμως συνέβη μεταξύ τους στο παρελθόν, ποιος τις απομάκρυνε, τι συνέβη μέχρι να ξαναβρεθούν είναι μερικά από τα κομμάτια του παζλ που θα σχηματιστεί σταδιακά.
Επίσης, στον τρίτο όροφο του κτηρίου όπου βρέθηκε το πτώμα κάποιος άφησε μια κυψέλη με ολοζώντανες επιθετικές μέλισσες μπροστά στο διαμέρισμα του αλλεργικού σε αυτές Άρη Σαλβάνου, ο οποίος ήρθε με φίλους από την Αθήνα. Στο κτήριο μένει και ο Άγγελος Δαμύλλος, που ζει με την αδελφή του που πάσχει από βαριά σωματική και νοητική αναπηρία. Ο Άγγελος μεγαλώνει με ελάχιστη προσοχή απ’ τους γονείς του λόγω της αδελφής του, δεν έχει φίλους, επιλέγει συμμαθητές που δε ρωτάνε για την αδελφή του, λόγω της κατάστασης στο σπίτι έχει γίνει φοβικός με τις ασθένειες κλπ. Τον έλκει η Χιονία και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της, η χυλόπιτα όμως που θα φάει θα τον οδηγήσει στα άκρα. Είναι ένας άνθρωπος που: «Κάτι πιάνει για να περιορίσει τον μόνιμο εκνευρισμό του, μιας και ο Δαμύλλος είναι πάντα στην πρίζα, σαν να γεννήθηκε με ρεύμα στις αρτηρίες» (σελ. 197). Εξίσου καλά φωτίζονται και η Λεπίδα με τη Δελλή που κοντράρονται συνέχεια: «Η Δελλή απολαμβάνει τον εκνευρισμό που της προκαλεί. Αισθάνεται ότι μ’ αυτόν τον τρόπο η επιστήμονας του κέντρου καταπίνει την επιχειρηματία του νησιού, φτύνοντας στην πετσέτα τα τσόφλια του επαρχιωτισμού της» (σελ. 139). Ποιος λοιπόν σκότωσε το παιδί και γιατί; Ποιος έβαλε φωτιά σε 150 μελίσσια («Η μυρωδιά από τα καμένα σώματά τους ανακατευόταν με τη μυρωδιά του καμένου μελιού και της κηρήθρας και μαζί έδιναν στον θάνατο άρωμα καραμέλας», σελ. 187); Ποιος θέλει να εκδικηθεί, αποπροσανατολίζοντας ταυτόχρονα τις έρευνες με έξυπνο τρόπο, ποιος παίζει ένα παιχνίδι με αυτούς που έβαλε στο μάτι; Ένας άνθρωπος «διαταραγμένος, εκδικητικός, αποφασισμένος και ριψοκίνδυνος», που ίσως όμως δε θέλει μόνο εκδίκηση αλλά κάτι χειρότερο.
Μέλισσες λοιπόν, σύμβολο του αποικισμού, μιας και μαθαίνουν όλα όσα αφορούν τη νέα τους κατοικία πολύ γρήγορα και με ακρίβεια ενώ σε κάποιες μυστηριακές παραδόσεις συμβολίζουν τις ψυχές που κατέρχονται στον κόσμο για να ζήσουν με δικαιοσύνη τη ζωή τους και να επιστρέφουν πάλι. Μικρόσωμοι οργανισμοί με δυναμικό χαρακτήρα, σωματική αδυναμία και πνευματική ρώμη. Μια σχολική εκδρομή που καταλήγει σε σοβαρό ατύχημα, ένας βιασμός, ένας νόθος γιος που αποζητάει εκδίκηση, μια ηλεκτρονική επικοινωνία που μετατρέπεται σύντομα σε stalking, κακοποιητικές σχέσεις, μυστηριώδεις διπλοί ρόλοι, ερωτήματα, σασπένς, ανατροπές. Μια ιστορία με γονείς που κάνουν λάθη, που κακοποιούν, που σιωπούν, που δεν ξέρουν, που εμπιστεύονται κι αυτό τους επιστρέφει μπούμερανγκ, γονείς που μεγαλώνουν παιδιά χωρίς να τα γνωρίζουν ουσιαστικά, χωρίς να τα αγαπούν αληθινά, χωρίς να ξέρουν πώς να το κάνουν σωστά, χωρίς όρια είναι οι ψηφίδες ενός σκληρού, ανατρεπτικού και συναρπαστικού παζλ. Η ιστορία εκτυλίσσεται σωστά, με την αστυνομική διαδικασία (έρευνες και τις ανακρίσεις) να εναλλάσσεται με τις προσωπικές ιστορίες των υπόπτων και των ανθρώπων που φαινομενικά δεν έχουν σχέση με τις έρευνες.

Το μυθιστόρημα έχει και πολύ ωραία γραφή, λιτά καλολογικά στοιχεία που συνοδεύουν διακριτικά τις καταιγιστικές εξελίξεις, υποβλητική ατμόσφαιρα και κινηματογραφικά πλάνα. Με φόντο την πένθιμη Κέρκυρα της Μεγάλης Εβδομάδας ξετυλίγεται ένα σκοτεινό κουβάρι που θα οδηγήσει σε θάνατο, αλλαγές, σκληρές αποφάσεις. Το νησί της Κέρκυρας, «με τα ολάνθιστα καντούνια και τους πλανόδιους κανταδόρους» είναι «Της σταύρωσης και της ανάστασης ο τόπος. Από τη μία οι ελαιώνες, οι αμμουδιές και τα νερά κι από την άλλη οι κατακτητές, οι πολιορκίες και οι θρύλοι. Από τη μία τα αρχοντικά και τα ανθισμένα μπαλκόνια κι από την άλλη οι σκιερές στοές και τα απόκρυφα μονοπάτια των φρουρίων, όπου περπατούν τα ένοχα μυστικά και επιστρέφουν πάντα σε αυτούς που τα κρατούν. Επιστρέφουν για να τους θυμίσουν το βάρος τους» (σελ. 339). Ταξιδεύουμε από το Πεντοφάναρο και την Ανουντσιάτα στην Περίθεια, το αρχαιότερο χωριό. Εκεί ζούσε τη δεκαετία του 1950 η μυστηριώδης Ελένη Κατσούρη που τάχατες της μίλησε ο Θεός και προφύλασσε το χωριό από καταστροφές. Πόσο τραγική, σκληρή, απαίσια η ιστορία της, τι πέρασε από τον «λύκο» που της έκλεψε τη φωνή, τη ζωή, την αξιοπρέπεια, κι όλα αυτά υπό τις ευλογίες της μητέρας της που «ενδιαφερόταν μόνο να γεμίζει το τσουκάλι της με φαΐ, έστω κι αν αυτό ήταν φτιαγμένο με το αίμα της ίδιας της της κόρης. Αρκεί που δεν το μάθαινε ο κόσμος. Αυτό είχε σημασία» (σελ. 231).
Το μυθιστόρημα είναι μια γροθιά στο στομάχι ως προς την κεντρική ιδέα και ταυτόχρονα ένα κατηγορώ για τους γονείς που κωφεύουν, που δεν ξέρουν, που εμπιστεύονται εύκολα, που δεν ψάχνουν. Υπάρχει όμως χώρος και για την ανθρωποφαγία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Ζουν για να πετάνε ατάκες στα κοινωνικά δίκτυα και μετά να σκοτώνονται με τους άλλους για το πόσο σημαντικές είναι αυτές, ακόμη κι όταν στη διαδρομή ανακαλύπτουν ότι είναι φούσκες. Η υπεράσπιση της φούσκας είναι η ζωή μας. Η φούσκα είναι η προσωπική μας ιστορία. Αν σπάσει η φούσκα μας, χαθήκαμε κι εμείς» (σελ. 210). Επίσης, τι γίνεται όταν κάποια παιδιά φωνάζουν ότι αναζητούν έναν ρόλο, κάποιον να τους πει ποιοι είναι και ποιοι να γίνουν; Τι θα συμβεί όταν, πεινασμένα όπως είναι για αποδοχή, κάποιος τους δώσει έναν σκοπό και τους δείξει έναν κόσμο στον οποίο θα είναι σπουδαία και που θα γίνουν όργανά του αν καταλάβουν πως χωρίς αυτόν θα γυρίσουν στο τίποτα που ήταν πριν; «Δε θα κρυφτούν στο σκοτάδι. Το σκοτάδι θα κρυφτεί μέσα τους» (σελ. 252). Συναντάμε και καίριες πανανθρώπινες, διαχρονικές αλήθειες: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανοησία από το να αναζητάς σε κάποιους άλλους αυτό που σου στερεί ο συγκεκριμένος ένας. Δε θα το βρεις. Απλούστατα γιατί εσύ αναζητάς στους άλλους τον ίδιο «ένα» (σελ. 126). Και το πιο τραγικό: «Οι άνθρωποι είναι προτιμότερο να σε φοβούνται, να κρατούν αποστάσεις, να φτιάχνουν για σένα ιστορίες, να μαντεύουν τι κρύβεις πίσω από την κλειδωμένη πόρτα σου. Οι άνθρωποι δεν είναι για να τους ανοίγεις πόρτες. Δεν κοιτάζουν μέσα για να σε δουν. Κοιτάζουν για να σε διαλύσουν» (σελ. 461).
Τάματα από κερί. Ψυχές από χαρτί. Μέλισσες γεμάτες θυμό. Ένα δυνατό, αστυνομικό μυθιστόρημα με ρεαλιστικούς χαρακτήρες, κινηματογραφικά πλάνα, έξυπνη δομή, ανατρεπτικές εξελίξεις, φρίκη και ψυχολογική βία.