Η Κύπρος είναι ένα όμορφο νησί αλλά δεν μπορείς να το περπατήσεις ολόκληρο γιατί χωρίζεται στη μέση μετά την τουρκική εισβολή του 1974. Δυο μικρά παιδιά ξεκινούν ένα ιδιαίτερο ταξίδι με την ελπίδα ότι θα καταφέρουν να το περπατήσουν ολόκληρο και έτσι ξεδιπλώνεται η συναρπαστική ιστορία ενός νησιού γεμάτου Ιστορία.
Βιβλίο Το αγόρι που ήθελε να περπατήσει ένα ολόκληρο νησί γύρω γύρω
Συγγραφείς Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Αντρέας Κώστα
Εικονογράφος Έφη Κοκκινάκη
Κατηγορία Παραμύθι
Εκδότης Πατάκης
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Ένα αγόρι λατρεύει να κολυμπάει στη θάλασσα και να περπατάει στην αμμουδιά όλη μέρα. Κάποια στιγμή, το πλησίασε ένα κορίτσι που «σκέφτηκε ότι θα ήθελε παρέα» κι αυτό θα αποτελέσει την αρχή μιας ιδιαίτερης φιλίας. Το αγόρι εκμυστηρεύεται τους φόβους και τις απορίες του στο κορίτσι κι εκείνο το καθησυχάζει με διάφορες σκέψεις και απόψεις: «-Λες κανείς να μη θυμάται ότι περάσαμε από εδώ; -Από το μυαλό σου ποιος θα μπορούσε να το σβήσει; Η μνήμη είναι η δύναμή σου». Αποφασίζουν λοιπόν να περπατήσουν γύρω γύρω όλο το νησί κι ας ξέρουν ότι θα βρουν εμπόδια, θάλασσες, βράχια: «Φοβάμαι… -Μη φοβάσαι… – Κι αν πονέσω; -θα κάνεις υπομονή». Η πιο έντονη ανάμνηση του κοριτσιού με συγκίνησε: ζούσε σ’ ένα σπίτι με μεγάλο κήπο με την οικογένειά της, όταν κάποια μέρα ήρθαν κάποιοι και τους είπαν ότι αυτά είναι δικά τους. Το κορίτσι έφυγε με το κλειδί του σπιτιού τους στα χέρια και με το κουταλάκι που το τάιζε εκείνη την ώρα η μαμά του. Ο πατέρας έφυγε να πολεμήσει, η οικογένεια ζούσε σε αντίσκηνα ενώ κάποιοι δε γύρισαν από αυτόν τον πόλεμο. Το κορίτσι δεν έχει μίσος, αντίθετα, τη διακατέχει μια συγκρατημένη αισιοδοξία: «Με το άδικο, ο χρόνος δεν κυλά. Σταμάτησε όταν φύγαμε και θα αρχίσει να μετράει πάλι όταν θα γυρίσουμε». Συγκλονιστική είναι η τελευταία σκηνή με την Αμμόχωστο, μπροστά στην οποία τα δυο παιδιά αποφασίζουν να μοιραστούν το όνειρό τους ότι κάποτε θα μπορούν να περπατήσουν ολόκληρο το νησί τους: «Το δίκιο είναι μαζί μας. Κάθε φορά που θα ξεκινάμε, θα είμαστε και περισσότεροι».
Το κείμενο το έγραψε ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος μαζί με τον Αντρέα Κώστα, δάσκαλο από τη Λάρνακα, που έζησε ως παιδί την τουρκική εισβολή. Το παραμύθι απευθύνεται σε παιδιά από 8 ετών και πάνω λόγω του ιστορικού του θέματος, αν και, με αφορμή το 1974 και τη διχοτόμηση, κατανοούμε τα προβλήματα και τις δυσκολίες του προσφυγικού ζητήματος που εξακολουθεί να ταλανίζει πολλές χώρες. Το παραμύθι λοιπόν δίνει την ευκαιρία και σε μικρότερα παιδιά να μάθουν τι συνέβη τότε και πόσο δύσκολο είναι να φεύγει κανείς από την πατρίδα του λόγω ανωτέρας βίας. Απαραίτητες οι μικρές νότες αισιοδοξίας: «…χαρά μπορεί να νιώσεις ακόμη και σε ένα αντίσκηνο, πρόσφυγας, αρκεί να έχεις όλους τους δικούς σου. Οι άνθρωποί μας δεν είναι το σπίτι μας;». Το τέλος του βιβλίου είναι μια ελπίδα ότι τα παιδιά, οι επόμενες γενιές δηλαδή, θα φτιάξουν έναν κόσμο χωρίς πόνο: «-Μα… αν μας καταστρέψουν το κάστρο; -Θα το ξαναφτιάξουμε. Και πάλι και πάλι. Κάποτε δε θα κουραστούν να μας το καταστρέφουν;».
Η εικονογράφηση της Έφης Κοκκινάκη είναι ονειρική, γεμάτη χρώματα, με έμφαση στο κίτρινο και στους τόνους του γαλάζιου και του μπλε. Σωστές και πρωτότυπες οπτικές γωνίες, κοντινά και γενικά πλάνα, αδρά χαρακτηριστικά των παιδιών και φευγαλέες αποτυπώσεις των υπολοίπων, λιτότητα στις γραμμές είναι μερικά μόνο από τα θετικά της γνωρίσματα. Στην ίδια εικόνα μπορεί να έχουμε διάφορα και διαφορετικά επίπεδα στα οποία διαδραματίζονται μικρές σκηνές ή να απολαμβάνουμε ξεχωριστά φόντα, κάτι που δημιουργεί μια πανδαισία που προκαλεί το μάτι των μικρών αναγνωστών να κοιτάξουν παντού. Το κείμενο και οι εικόνες μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο και αγκαλιάζονται ενώ πολλές φορές κάποιες προτάσεις δίνονται σε καμπύλη μορφή, σα να παρακολουθούμε έναν κυματισμό της θάλασσας. Οι ευτυχισμένες αναμνήσεις αποκτούν περισσότερα χρώματα ώστε να έρθουν σε αντιδιαστολή με την τραγική αλλαγή που θα ακολουθήσει (αξιέπαινες οι σκιές μέσα από τις οποίες ζωντανεύει η ιστορία). Φυσικά το δάκρυ κυλάει αβίαστα όταν αποτυπώνεται η Αμμόχωστος και η ζωή που είχε, μέσα από τα συρματοπλέγματα που έχουν πλέον στηθεί, ένας άψογος συγκερασμός του χτες και του σήμερα, πάλι με παραπάνω χρώματα να προσπαθούν να δώσουν μια νότα ανεμελιάς και αισιοδοξίας πριν την καταστροφή.
«-Το νησί σου, η Κύπρος, είναι νησί όλων μας. -Κι αν, όπως έλεγες, ξεχάσεις; -Πώς μπορώ να ξεχάσω; Μπορεί κανείς να ξεχάσει;». Ένα γλυκόπικρο παραμύθι για τη διχοτομημένη Κύπρο και για κάθε πρόσφυγα που προσπαθεί να βρει μια νέα πατρίδα, μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή.