978-618-03-4997-9

Δύο κορίτσια είναι κολλητές φίλες από παιδιά αλλά τώρα στο λύκειο κάτι φαίνεται να έχει αλλάξει κι έχουν απομακρυνθεί. Ο Γιάννης θα προσπαθήσει να καταλάβει τι συμβαίνει και να τις βοηθήσει να ξεπεράσουν αυτόν τον σκόπελο. Τι έγινε στην πενθήμερη εκδρομή του σχολείου; Πόσο γερή είναι αυτή η φιλία και πόσο εύκολα μπορεί να μπει κάτι ανάμεσά τους και να τις χωρίσει;

Βιβλίο Ήβη
Συγγραφέας Μαρία Σκαμάγκα
Εικονογράφος Νίκος Τσουκνίδας
Κατηγορία Εφηβικό μυθιστόρημα
Εκδότης Μεταίχμιο
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Μέσα από την πρωτοπρόσωπη εναλλακτική αφήγηση της Ήβης και του Γιάννη ξεδιπλώνεται μια γλυκιά και όμορφη εφηβική ιστορία. Από την αρχή, βουτάμε στα βαθιά, μιας και τα παιδιά έχουν επιστρέψει από εκδρομή στα Χανιά αλλά στην ατμόσφαιρα υπάρχει κάτι βαρύ: αραιές κουβέντες, βλέμμα αόριστο και πάνω απ’ όλα μειλίχιοι και συγκαταβατικοί καθηγητές! Η Ήβη και η Γιούλη που είναι κολλητές από το δημοτικό έχουν απομακρυνθεί: «τώρα έγινε αυτό και έκοψε τον χρόνο στα δύο». Έτσι, αρχίζουμε να γνωρίζουμε τους χαρακτήρες, την ψυχοσύνθεσή τους και τους διαπροσωπικούς τους δεσμούς ενώ σταδιακά αρχίζουμε να μαθαίνουμε για τις αλλαγές στις ζωές τους, τι μπήκε ανάμεσα στα δύο κορίτσια και κυρίως τι θα γίνει παρακάτω. Η συγγραφέας δεν ξεχειλώνει την ιστορία της με συμπληρωματικά επεισόδια, αντιθέτως, έχει διαλέξει ποιοι ήρωες θα παίξουν καθοριστικό ρόλο, τους τοποθετεί απέναντι ή και δίπλα δίπλα τον έναν στον άλλον και καταστρώνει μια πλοκή γεμάτη έρωτα, ανατροπές, εφηβικές ανησυχίες.

Η Ήβη είναι φίλη του Γιάννη, ο οποίος τρέφει σιωπηρά αισθήματα για κείνη και προσπαθεί να την παρηγορήσει και να τη στηρίξει ύστερα απ’ ό,τι έγινε με τη Γιούλη. Η Ήβη είναι μια ιδιαίτερη περσόνα, μιας και πλέκει με το βελονάκι ακούγοντας Μπητλς και Κοινούς Θνητούς: «το πλέξιμο είναι μια γλώσσα για κείνη όπως η μουσική ή η ποίηση». Από την άλλη έχουμε τη Γιούλη: «Η επαφή της με τους ανθρώπους πάει κάπου. Πάντα. Με τα αγόρια, ειδικά, τα βήματα είναι συγκεκριμένα. Σταμπάρω, παίζω, αποκτώ» (σελ. 33). Μέσα από κάποια πρωθύστερα ξεδιπλώνονται οι ανέμελες διακοπές των δύο κοριτσιών στο εξοχικό της Γιούλης, οι πρώτοι τους έρωτες, τα χτυποκάρδια, με ένα μαγιό από το πρωί ως το βράδυ κι εκείνο το νυχτερινό μπάνιο…αχ, εκείνο το νυχτερινό μπάνιο! Είναι δύο εντελώς αντίθετοι χαρακτήρες, με την Ήβη σταδιακά να φορτώνεται ένα μεγάλο βάρος: «Ήταν τέλεια η φίλη μου. Και ποιος πιο αρμόδιος από μένα να το επιβεβαιώσει. Μόνο, να, ήθελα μια φορά να μην είμαι εγώ ο καθρέφτης» (σελ. 50). Από την άλλη όμως η Γιούλη φρόντιζε να παρουσιάζει την Ήβη στις παρέες της, δεν αδιαφορούσε για κείνη: «Μου έπλεκε το εγκώμιο. Ήταν μια έκφραση της αγάπης της και ένας τρόπος, πίστευε, να με βγάλει από το καβούκι μου ώστε να δουν κι οι άλλοι ό,τι έβλεπε εκείνη» Γιατί: «Αν έκανε εκείνη την αρχή, ήταν η συλλογιστική της, εγώ θ’ ακολουθούσα. Θα έβγαινα από τη σιωπή προς τον κόσμο». Αλλά: «Ήταν ένα κόλπο που σπάνια έπιανε» (σελ. 53). Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα να δουν αντικειμενικά πόσο στέρεη και ισορροπημένη είναι η σχέση τους; Στην ιστορία όμως μπαίνει και ο Γιώργος που ήρθε στα μέσα της χρονιάς, διωγμένος από άλλο σχολείο, «τυλιγμένος τη φήμη του και όμορφος, ακαταμάχητος», «χωρίς κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, μόνο τα μαύρα ρούχα του, τα μελιά του μάτια, ο αέρας του αληταριού»! Έτσι έχουμε ενδιαφέρουσες διαπροσωπικές σχέσεις: ο Λευτέρης εκείνου του καλοκαιριού, ο Γιώργος του φετεινού, ένας έρωτας σιωπηρός, μια φιλία που ετοιμάζεται να τιναχτεί στον αέρα…

Η «Ήβη» της Μαρίας Σκαμάγκα είναι ένα γλυκόπικρο, όμορφο, προσεγμένο εφηβικό μυθιστόρημα γεμάτο καλολογικά στοιχεία (μεταξύ αυτών, διακριτικές και έξυπνες παρομοιώσεις και μεταφορές, όπως «στην παρένθεση των μπράτσων του», σελ. 52), διεισδυτικά ψυχογραφήματα («όμορφη με μια χάρη που πηγάζει από την ήρεμη αυτάρκεια»), προσεγμένες ισορροπίες στην πλοκή και στην αφήγηση, άφθαστο ρεαλισμό και αναφορές σε προβλήματα της εφηβικής ηλικίας είτε ψυχολογικά, π. χ. πόσο πιέζουν οι γονείς τα παιδιά τους να κάνουν ό,τι αυτοί θέλουν και κατά πόσο τα παιδιά τούς αφήνουν να χειρίζονται τις ζωές τους είτε πρακτικά, όπως οι πανελλήνιες εξετάσεις και το στρες που τις συνοδεύει. Νέοι άνθρωποι, «μια ανάσα πριν από την καινούργια ζωή» τους, προσπαθούν να γνωρίσουν τον εαυτό τους, να ακούσουν τα θέλω τους, να σεβαστούν τους άλλους, να διαπιστώσουν ως πού φτάνει η ενσυναίσθησή τους. Και τότε θα γίνει η μεγάλη έκρηξη. «…σκασίματα πάνω στο δέρμα εκείνης της παλιάς φιλίας, ρωγμές από τις οποίες θα περνούσε λίγο αργότερα ορμητικός ένας καινούργιος κόσμος, ένας άγνωστος ακόμη χρόνος» (σελ. 92). Ιδιαίτερη μνεία στην εικονογράφηση του Νίκου Τσουκνίδα που καταφέρνει να αποτυπώσει με τις λιτές γραμμές του και με ευφάνταστο τρόπο το περιεχόμενο του κάθε κεφαλαίου στην εικονογράφηση που το συνοδεύει.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *