Μια συλλογή δώδεκα διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 1954, σε μια εποχή που η Ελλάδα έβγαινε από τις σκληρές δοκιμασίες του πολέμου και του επακόλουθου εμφυλίου, σε μια περίοδο όπου ζητούνταν ελπίς! Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, δημόσιοι υπάλληλοι, ιερείς, φαντάροι, τορναδόροι και τραμβαγέρηδες, άνεργοι, δακτυλογράφοι, γιατροί που ζουν σε λαϊκές συνοικίες, σε βιομηχανικές περιοχές, πίσω από τη λαχαναγορά, σ’ έναν συνοριακό σταθμό, σε στενές αυλές γεμάτες οικογένειες μας αφηγούνται τις γλυκόπικρες ιστορίες τους.
Βιβλίο Ζητείται ελπίς
Συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης
Κατηγορία Συλλογή διηγημάτων / Retro reviews
Εκδότης Ψυχογιός
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Στον «Ξανθό ιππότη», ένας χαμηλών τόνων κατώτερος υπάλληλος υπουργείου βρίσκει ένα παιδικό περιοδικό σ’ ένα λεωφορείο
και χάρη σε αυτό η ζωή του αλλάζει ριζικά. Από σελίδα σε σελίδα, ένας άνθρωπος που έσκυβε το κεφάλι ανακαλύπτει, με αφορμή το αναπάντεχο εύρημα, τη χαμένη του παιδικότητα και μαζί με αυτήν ένα καταφύγιο μακριά από τον σκληρό κόσμο των μεγάλων («Συν τοις άλλοις, του πέρασε και η δυσκοιλιότητα»!). Ο ρεαλισμός του κειμένου είναι άφθαστος και οι σύντομες, κοφτές προτάσεις δίνουν ένταση και αγωνία. Απλές περιγραφικά αλλά δυνατές αφηγηματικά είναι οι στιγμές του πρωταγωνιστή και μέσα από αυτές ζωντανεύει η τυπική ρουτίνα ενός δημοσίου υπαλλήλου που δουλεύει με πένα, καλαμάρι, έγγραφα, που σχολάει συγκεκριμένη ώρα, που επιστρέφει στο σπίτι όπου μαγειρεύει η γυναίκα του, που ξεκουράζεται το μεσημέρι, εικόνες δηλαδή χαρακτηριστικές της εποχής εκείνης. Το τέλος της ιστορίας είναι μια υπέροχη και συγκινητική έκπληξη, με διττή σημασία: «…τα χέρια του ήταν άδεια τώρα, το στήθος του άδειο τώρα».
Τα ίδια πλεονεκτήματα συναντάμε και στο «Η σαρξ», όπου ένας εφημέριος σε μια «λαϊκή συνοικία» διαπιστώνει πως οι ενορίτες του βρίσκονται μακριά από τον δρόμο του Θεού. Καταστρώνει λοιπόν με τους πιο ευσεβείς ενορίτες ένα σχέδιο για την πάταξη της ηθικής διαφθοράς, να όμως που ένας ετοιμοθάνατος θα φέρει μια μεγάλη αλλαγή στην ψυχοσύνθεση του ιερέα. Εδώ το διακριτικό χιούμορ του συγγραφέα έρχεται απρόσμενα: «…είπε ο μπακάλης της γειτονιάς, που ήταν εξέχον μέλος της χριστιανικής οργάνωσης (Στην Κατοχή, είχε πλουτίσει με τη μαύρη αγορά αλλά τούτο δεν είχε σημασία για τη χριστιανική οργάνωση. Έτερον εκάτερον») (σελ. 17). Μετά από αυτές τις «γλυκές» πρώτες γνωριμίες με τη γραφή του Αντώνη Σαμαράκη, έρχεται «Το ποτάμι», ένα συγκινητικό κείμενο που μου έφερε δάκρυα στα μάτια όταν το τελείωσα. Ένα τάγμα στρατιωτών διανυκτερεύει δίπλα σ’ ένα ποτάμι, όπου απέναντι βρίσκεται ο εχθρός. Απαγορεύεται το μπάνιο στο νερό κι όποιος παρακούσει περνάει από στρατοδικείο. Ένας φαντάρος όμως, κουρασμένος και βρώμικος, το ρισκάρει και τότε… Ένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής, με ένα διαχρονικό πασιφιστικό μήνυμα, μια ρεαλιστική κραυγή απέναντι στην αδικία των πολέμων, μιας και ο συγγραφέας απεκδύει δύο χαρακτήρες από τα πάντα: «Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε κι οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους» (σελ. 27). Κι έρχεται η τελευταία φράση να σοκάρει, να φέρει δάκρυα στα μάτια, να δώσει τη χαριστική βολή.
Στο «Σ’ ένα συνοριακό σταθμό», ένα παιδί σε μια μικρή επαρχιακή πόλη χαζεύει με τις ώρες τα τρένα του σταθμού, μαγεμένο από την όλη ατμόσφαιρα, παρατηρεί τον κόσμο, καταγράφει τις μανούβρες των εργοδηγών: «Μα κείνοι που ήταν η συμπάθειά του από τότε ήταν οι μοναχικοί ταξιδιώτες». Ένας τέτοιος πηδάει την τελευταία στιγμή από ένα βαγόνι κι όταν μαθαίνουμε την ιστορία του διαπιστώνουμε πόσο δύσκολο ήταν το δίλημμά του: «Αν κουβαλήσω μαζί και τον εαυτό μου, αυτόν το φθαρμένο εαυτό μου. Αν τον κουβαλήσω μαζί μου, εκεί, στην άλλη γη, τότε… α, τότε δε θα υπάρχει πια ελπίδα. Ενώ τώρα, έχω τουλάχιστον την ελπίδα πως κάπου αλλού θα μπορούσα να ‘μαι αλλιώτικος» (σελ. 42). Ο Αντώνης Σαμαράκης και πάλι προσφέρει ένα μεγάλο δίλημμα: είναι προτιμότερο να ζεις μια ρουτίνα ή μια δύσκολη ζωή με το όνειρο μιας άλλης ζωής ή να φύγεις για ένα καλύτερο αύριο, αφού θα έχεις πάντα μαζί τον εαυτό σου; Μια σκληρή και διττή πρόταση, που ακόμη και σήμερα μπορεί να δεχτεί πολλές ερμηνείες και φυσικά να ενταχτεί αυτούσια στην εποχή μας της ταχύτητας, του αδιέξοδου και του εγωισμού.
Στο «Ο ήλιος έκαιγε πολύ…», ένας άνεργος άντρας κρύβεται από τη σπιτονοικοκυρά του σε μια χαμοκέλα που νοικιάζει πίσω από τη λαχαναγορά. Ψάχνει παντού, ρωτάει παντού, απογοητευμένος από τις Μικρές Αγγελίες, θα καταφέρει να βρει επιτέλους κάτι; Από την αρχή και μέσα σε λίγες παραγράφους ξεδιπλώνεται με λογοτεχνική αρτιότητα και ρεαλισμό η ζωή του πρωταγωνιστή της ιστορίας, που, χωρίς δουλειά οχτώ μήνες τώρα, «είχε σώσει ό,τι λεφτά είχε», και κρατάει λιγοστά ίσα για να φάει μια σούπα «όταν η εξάντλησή του θα έφτανε στο κορύφωμά της». Εξίσου δύσκολη είναι η κατάσταση και στο «Ο τοίχος», όπου ταξιδεύουμε σε μια βιομηχανική περιοχή γεμάτη εργοστάσια. Οι εργάτες ζουν σε μια μικρή αυλή με τις οικογένειές τους και όσες γυναίκες δε δουλεύουν συγυρίζουν τα δωμάτια ενώ τα παιδιά παίζουν ή πηγαίνουν σχολείο ή, τα μεγαλύτερα, δουλεύουν. Ένας τοίχος που αρχίζει όμως να υψώνεται στο διπλανό οικόπεδο ψυχοπλακώνει τους ενοίκους και τους μεταμορφώνει σταδιακά σε ευερέθιστους, καχύποπτους, αμίλητους, εχθρούς. Μεταξύ σουρεαλισμού και πραγματικότητας, «ο τοίχος ήταν η ζωή, η ζωή που υψώνεται πάνω στους ανθρώπους και τους πιέζει, τους πιέζει ολοένα». Τι θα συμβεί λοιπόν στη μικρή αυτή αυλή με τους μεροκαματιάρηδες;
Στο «Μια νύχτα…», ένας υπάλληλος γραφείου δε συμμετέχει στις παρέες της δουλειάς του, οπότε «…το ξέρω εγώ τι σας συμβαίνει: αγαπάτε τη μοναξιά», του αποκρίθηκε μια συνάδελφος. Αυτήν την κοπέλα τη θέλει, να της μιλήσει, να την καλέσει να βγουν αλλά «η μοναξιά ήτανε στο βάθος του εαυτού του». Τι πραγματικά του συμβαίνει και τι τον εμποδίζει να κάνει πράξη αυτά που σκέφτεται, ονειρεύεται και επιθυμεί; Μπορεί ο ήρωας να δειλιάζει σε μια εποχή γεμάτη σύγχυση από τον πόλεμο αλλά αυτή η διστακτικότητα και η μοναξιά χαρακτηρίζουν πολύ κόσμο ακόμη και σήμερα, κάτι που τονίζει και πάλι τη διαχρονικότητα του έργου του Αντώνη Σαμαράκη. Αυτό το γνώρισμα μάλιστα επιβεβαιώνεται κι από τη φράση που οι περισσότεροι ξέρουμε και αναριγούμε όταν τη διαβάζουμε, νιώθοντας ταύτιση με τα λεγόμενά της: «Ποτέ άλλοτε, σκέφτηκε, οι στέγες των σπιτιών μας δεν ήτανε τόσο κοντά η μια στην άλλη όσο είναι σήμερα, κι όμως ποτέ άλλοτε οι καρδιές μας δεν ήτανε τόσο μακριά η μια από την άλλη όσο είναι σήμερα… Ποτέ άλλοτε όσο σήμερα δεν ήτανε τόσο βαθιά η μοναξιά του ανθρώπου μπροστά στον άνθρωπο» (σελ. 53). Η τελευταία λέξη μάλιστα μου έφερε δάκρυα στα μάτια.
Εξίσου γοερά έκλαψα με «Το ποδήλατο», όπου ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι στερήθηκε αγαπημένες του συνήθειες για να αποκτήσει ένα ποδήλατο, μαζεύοντας χρήματα από τη δουλειά του στο μηχανουργείο. Το καινούργιο αυτό απόκτημα είναι το αντικείμενο συζήτησης της μικρής αυλής όπου μένει το αγόρι και παρακολουθούμε με άφθαστο ρεαλισμό πώς το φροντίζει, πώς το γυαλίζει και πώς το ετοιμάζει για την παρθενική του βόλτα. Ο παππούς ξυρίστηκε, η μαμά δάκρυσε, το κορίτσι του έβαλε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο τιμόνι, ήταν μέρα γιορτής. Κι όσο προχωράει η αφήγηση, τόσο οι προτάσεις μεγαλώνουν, η πλοκή κλιμακώνεται, οι τελείες των προτάσεων εξαφανίζονται και η ανάσα κόβεται από την αγωνία για το τι θα συμβεί στο τέλος, που φτάνει μ’ ένα αλησμόνητο κρεσέντο. Από την άλλη, στο «Το σπίτι», ένας άντρας θέλει διακαώς να αγοράσει το σπίτι που μεγάλωσε γιατί «Ο κόσμος μέσα του θα γινόταν απλός, γεμάτος φως. Η φθορά που η καθημερινή ζωή τού είχε δώσει θα εξαφανιζόταν όταν θα έμπαινε αυτός στην περιοχή των παιδικών του χρόνων» (σελ. 69). Είναι ένας άνθρωπος σαν όλους τους ανθρώπους κάθε εποχής, παλιάς και σημερινής: «Η ζωή του είχε αλλάξει., Με τους συμβιβασμούς της, με τις ιδιοτέλειές της, με την καθημερινή φθορά…Μια σειρά από διαψεύσεις ήταν η ζωή του. Προπαντός διαψεύσεις από τον ίδιο τον εαυτό του» (σελ. 68). Και όταν το αποκτά, τα πάντα αλλάζουν.
Στο «…Και ώραν 7.15 μ.μ.», η μικρή πόλη σοκάρεται όταν πρόεδρος του Ηθοπλαστικού και Κοινωφελουύς Συλλόγου εκλέγεται
ένας αφροδισιολόγος, αφού οι κάτοικοι είναι ευσεβείς, μέλη χριστιανικής οργάνωσης. Την ημέρα της εορτής υπέρ των ηρωικώς πεσόντων τέκνων του νομού, ο Πρόεδρος αυτός αρχίζει να εκστομίζει βαρύγδουπες εκφράσεις ώσπου αντικρίζει το μοναδικό παιδί μέσα στην αίθουσα και τα πάντα αλλάζουν. Από σελίδα σε σελίδα διαπιστώνουμε πως το παιδί αυτό και το έντονο βλέμμα του τον αναστατώνουν και τον κάνουν να λιγοψυχάει. Ξέρει πως αερολογεί, μιλώντας σχεδόν ελαφρά τη καρδία για πληγές βαθιές και χαίνουσες από τον πρόσφατο πόλεμο και ταυτόχρονα σε μια εποχή όπου ένας νέος πόλεμος απλώνει τη σκιά του στη γη. «Τα ήξερε όλα αυτά, μα η περίσταση απαιτούσε να μιλήσει έτσι», να όμως που η παρουσία του παιδιού τον λυγίζει. «…δεν μπορούσε να λέει ψέματα, δεν μπορούσε να μην είναι ο αληθινός αυτός του μπροστά σ’ ένα παιδί»!
Στην «Πολεμική ιστορία», βρισκόμαστε στα ερείπια μιας γκρεμισμένης πόλης, όπου ένας φαντάρος σώζει τη ζωή ενός παιδιού που βρίσκει στα χαλάσματα. Το παιδί μιμείται τον πόλεμο γύρω του, ο στρατιώτης το φαντάζεται να μεγαλώνει και να συμμετέχει σ’ έναν πραγματικό πόλεμο, η φράση «έσωσα ένα παιδί» αποκτά βαθμιαία μια μεταφυσική, ουμανιστική και φυσικά διαχρονική σημασία: σώστε ένα παιδί από τον πόλεμο, σα να λέμε βοηθήστε την ελπίδα ν’ ανθίσει, σώστε το αύριο. Κι ας μιμείται ό,τι βιώνει, κι ας ακολουθήσει τους άλλους σε οτιδήποτε, όσο βλαβερό κι αν είναι. Σημασία έχει πως τώρα είναι παιδί και σώθηκε από τον θάνατο, αν όχι από τη λαίλαπα του πολέμου. Τέλος, στο «Ζητείται ελπίς», περιγράφονται πιο ξεκάθαρα οι σκληρές στιγμές της ανθρωπότητας: πόλεμοι, βόμβα υδρογόνου, αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, «Δεν είχε αλλάξει διόλου προς το καλύτερο η ζωή μας ύστερ’ από τον πόλεμο. Όλα είναι τα ίδια σαν και πριν…» (σελ. 76). Η ειρήνη («η βαθιά τούτη λαχτάρα») πολεμάει με τη φτώχεια, την αθλιότητα, τον φόβο στις καρδιές, τις απανωτές διαψεύσεις, την κούραση, την αδιαφορία κι όλα αυτά σημαδεύουν τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, που «ήταν ένας άνθρωπος, τίποτε άλλο. Ούτε αριστερός ούτε δεξιός. Ένας άνθρωπος που είχε ελπίσει άλλοτε και τώρα δεν έχει ελπίδα και που νιώθει χρέος του να το πει αυτό» (σελ. 79). Πρέπει λοιπόν να μπει μια διαφορετική μικρή αγγελία: «Ζητείται ελπίς».
Το «Ζητείται ελπίς» είναι μια συναρπαστική συλλογή διηγημάτων γεμάτων πασιφιστικά και ουμανιστικά μηνύματα, αφιερωμένων σε ανθρώπους και καταστάσεις που έχουν ακόμη φωνή και φτάνουν ως την εποχή μας, κουμπώνοντας σε αυτήν σα να μη μεσολάβησε πάνω από μισός αιώνας που εκδόθηκε το βιβλίο. Ιστορίες γεμάτες πίκρα και αισιοδοξία, όνειρα που χάθηκαν και σχέδια που πραγματοποιήθηκαν, αλλαγές και μεταμορφώσεις, ανατροπές και εκπλήξεις είναι διάχυτα στα κείμενα ενώ η γλώσσα, το λεξιλόγιο, οι περιγραφές χαρίζουν αξέχαστες σκηνές. Με άφθαστο ρεαλισμό, με παραστατικότητα, με μικρές αλλά και μεγάλες, όπου χρειάζεται, προτάσεις, με εσωτερικότητα και κινηματογραφικότητα ζωντανεύουν ιστορίες απλών και καθημερινών ανθρώπων που κρατούν συντροφιά στον αναγνώστη, βοηθώντας τον να βρει τη δική του ελπίδα που πάντα θα ζητά.
ΥΓ. Οι φωτογραφίες είναι από τη σελίδα του Αντώνη Σαμαράκη στο facebook.