Σεπτέμβρης 1922, Ρεΐζντερε, Μικρά Ασία. Το μέτωπο έχει σπάσει, οι τσέτες σφάζουν και λεηλατούν. Ο Κωνσταντής Σβέστογλου, μαζί με την οικογένειά του, φίλους και γείτονες, βρίσκουν καταφύγιο στο πολυτελές αρχοντικό του τόπου. Ο χρόνος τελειώνει και πρέπει να παρθεί μιαν απόφαση: αντίσταση ή παράδοση; Πώς ήταν όμως η ζωή των Ελλήνων σε αυτόν τον όμορφο τόπο; Ποιες οι χαρές, οι λύπες, τα ήθη και τα έθιμά τους; Πώς θα τελειώσει τώρα αυτός ο εφιάλτης;
Βιβλίο Ένας φιλήσυχος άνδρας
Συγγραφέας Γιάννης Λαγουδάκης
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Βακχικόν
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Ο Γιάννης Λαγουδάκης έγραψε ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα με πολλές και ποικίλες συγγραφικές αρετές που εξιστορεί τη ζωή των Ελλήνων της Μικράς Ασίας πριν και κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής καταστροφής. Πρωταγωνιστής είναι ο Σμυρνιός δάσκαλος Κωνσταντής Σβέστογλου, που έρχεται στα τέλη του 1897 στο Ρεΐζντερε για να διδάξει και παντρεύεται την Παρασκευή Μαρινάκη, κόρη εμπόρου, με την οποία αποκτούν τρία παιδιά κι έτσι η ζωή του βελτιώθηκε ανέλπιστα. Η ιστορία ξεκινάει με τα γεγονότα «της πιο μακράς νύχτας» που έζησαν οι κάτοικοι του χωριού. Ο Κωνσταντής με τον γιο του, Γιάννο, και άλλους χωριανούς καταφεύγουν στο αρχοντικό του Πετράκη όταν εισβάλλουν οι Τσέτες στα σπίτια τους. «Όλοι όσοι βρίσκονταν στο αρχοντικό του Παντελή και της Ελπινίκης Πετράκη, των πιο εύπορων του χωριού, με τα άλογα, τα χωράφια, τους ζηλευτούς γιους και την προικισμένη κόρη, όλοι τους, νοικοκυραίοι πριν λίγες ώρες και οι ίδιοι, προσπαθούσαν εκείνο το ξημέρωμα να ξεχάσουν τι είχε προηγηθεί. Τη στέρηση. Την απόγνωση. Την ντροπή» (σελ. 17). Κλειστοφοβική η ατμόσφαιρα στο αρχοντικό, όπου καταλύουν κι άλλες οικογένειες και ο συγγραφέας καταγράφει με οξυδέρκεια και σύντομες, ρεαλιστικές λεπτομέρειες τα πάντα: από τις κουβέντες τους και τα μύχια συναισθήματα ως την οικοσκευή και την αρχιτεκτονική του σπιτιού. Η αγωνία κορυφώνεται όταν εμφανίζονται στο κατώφλι οι πρώτοι Τούρκοι και τότε…
Από το «Σκοτάδι» του πρώτου μέρους ερχόμαστε στο «Φως» της κύριας αφήγησης πριν επιστρέψουμε στη θλιβερή νύχτα με το
φινάλε της «Θέωσης». Χάρη λοιπόν σε αυτό το εκτεταμένο πρωθύστερο, μαθαίνουμε για τη ζωή του Κωνσταντή Σβέστογλου και της οικογένειάς του, η οποία αποτυπώνεται με ενάργεια και γλαφυρότητα μαζί με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων του χωριού. Οι χαρές και οι δυσκολίες, η συμβίωση με τους Τούρκους, τα προξενιά, οι αγροτικές δουλειές, οι δεσμοί συγγένειας και φιλίας μεταξύ των κατοίκων στήνουν ένα συναρπαστικό φόντο όσο ξεδιπλώνεται η καθαυτή πλοκή. «…πριν τον πόλεμο υπήρξε ο έρωτας και μετά από αυτόν η σοδειά του. Και τώρα; Πού είχαν πάει όλα αυτά;» (σελ. 45). Φωτεινές εικόνες και αναλαμπές ειρήνης από το παρελθόν εναλλάσσονται με το ρήμαγμα και τις σφαγές, παιχνίδια και εκδρομές τότε, αίμα και χαμός τώρα. Με πόση αγάπη ζωντανεύει ο γάμος του Κωνσταντή με τη γυναίκα που αγάπησε και πόσο ακριβοδίκαια παρουσιάζονται αυτοί οι άνθρωποι, όπως άλλωστε και όλοι οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος! Εκείνος μειλίχιος και υπάκουος αλλά ξεσηκώνεται όταν τον πνίγει το δίκιο, εκείνη διεκδικητική αλλά όχι απαιτητική, δυο άνθρωποι που ξεφεύγουν από το τυπικό της εποχής και του τόπου και δημιουργούν έτσι ενδιαφέρουσες στιγμές και γλυκόπικρες εικόνες.
Το κείμενο έχει υπέροχες μεταφορές και παρομοιώσεις: «…οι συγκεντρωμένοι στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου μοιράζονταν την καχυποψία τους χαμηλόφωνα, σαν αντίδωρο που περνούσε από χέρι σε χέρι» (σελ. 21). Το χιούμορ έρχεται απρόσμενα και είναι πάντα καλοδεχούμενο, με αγαπημένο μου σημείο την ετυμολογία του παρωνυμίου του Ρεΐζντερε (Σαρδελοζούμι). Ονομάστηκε έτσι επειδή οι κάτοικοι, γυρνώντας από τις αγορές τους στον Τσεσμέ και τα Αλάτσατα, έτρωγαν στον δρόμο σαρδέλες ή χαλβά, πετώντας τα χαρτιά στον δρόμο: «Θα πάρεις το μονοπάτι με τα χαλβαδόχαρτα. Χαλβαδόχαρτο το χαλβαδόχαρτο, θα φτάσεις» (σελ. 50). Υπάρχουν επίσης διαχρονικές αλήθειες («Χρόνο με τον χρόνο, σαν τον γιακά που τρίβεται στον λαιμό μέχρι να φανούν οι κλωστές του, έτσι και οι άνθρωποι που κοιμούνται και ξυπνάνε μαζί για πολλά χρόνια, τελικά αποκαλύπτουν, ομολογούν και διαχωρίζουν συναισθήματα από γεγονότα», σελ. 53) και ενδιαφέρουσες παροιμιώδεις φράσεις: «…το γλέντι ήθελε προσπάθεια, η ευτυχία κόπο» (σελ. 139).
Με παραστατικότητα, ενάργεια, ολοζώντανες σκηνές, ρεαλισμό, συναρπαστικές λεπτομέρειες καταγράφονται ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος και η ερήμωση του χωριού, η ρυμοτομία και οι κάτοικοι, τα σπίτια και οι ονομασίες των περιοχών του, τα σχολεία, η ζωή των παιδιών της οικογένειας Σβέστογλου κ. π. ά. Μάλιστα, τα ερείπια του κοντινού θεάτρου και του ναού της Αφροδίτης δέχονταν περιηγητές και αναγνώστες του Ηροδότου και του Στράβωνα, εξ ου και το κείμενο κατά τόπους στολίζεται από αναφορές στη μυθολογία με την πικρή διαπίστωση «πως στα παιχνίδια θεών κι ανθρώπων είναι οι άνθρωποι που πάντοτε βγαίνουν χαμένοι» (σελ. 76). Από σελίδα σε σελίδα ταξιδεύουμε σε αυτόν τον όμορφο τόπο και παρακολουθούμε τα μικρά και μεγάλα γεγονότα των Σβέστογλου, πώς άδειασε το σπιτικό τους όταν μεγάλωσαν τα παιδιά και ακολούθησαν τον δικό τους δρόμο («…τα παιδιά είναι σαν ρούχο να σκεπαστείς, κι αν σου σκιστεί το ένα, υφαίνεις ένα δεύτερο» (σελ. 81), οι σχέσεις μεταξύ των δύο κυρίως αδελφών («…αν ο Γιάννος μάθαινε τον κόσμο από τα βιβλία, ο Θεόφιλος τον έσκαβε με τα χέρια», σελ. 101) αλλά και τη νυχτερινή Σμύρνη που αγκαλιάζει με χαρά τα εφηβικά τερτίπια των αγοριών. Τα προξενιά, οι αγροτικές δουλειές, τα πανηγύρια και άλλα περιστατικά ζωντανεύουν χάρη σε αξέχαστες σκηνές άφθαστου ρεαλισμού, έτσι που ένιωθα να είμαι κι εγώ δίπλα στους εορτάζοντες, να τρώω από τα ταψιά και τα μπακίρια, να ακούω τους οργανοπαίχτες. Μπορεί να ακούγονται πολλά, κουραστικά ή ίσως και περιττά όλα αυτά, είναι όμως απόλυτα ταιριαστά με τη ροή της αφήγησης και δίνονται μέσα από σύντομα κεφάλαια που δεν κουράζουν.
Το μυθιστόρημα «Ένας φιλήσυχος άνδρας» είναι ένα μυθιστόρημα-φόρος τιμής του συγγραφέα στον παππού του που γεννήθηκε στο Ρεΐζντερε της Μικράς Ασίας, οδηγήθηκε στα τάγματα εργασίας αλλά κατάφερε να γλυτώσει και να καταφύγει στην Κρήτη. Πρωθύστερα, πισωγυρίσματα στον χρόνο, εγκιβωτισμένες ιστορίες, σχολιασμοί, διακριτική λυρικότητα, διαχρονικές και καίριες παρατηρήσεις πάνω στην ανθρώπινη φύση, ανατροπές, αυτά και πολλά άλλα ζωντανεύουν το κείμενο και του χαρίζουν μια αξιοσημείωτη γλαφυρότητα. Ένα τρυφερό, συγκινητικό και συναρπαστικό μυθιστόρημα που με γέμισε ποικίλα συναισθήματα και μου απέδειξε πως υπάρχουν ακόμη κείμενα που έχουν κάτι διαφορετικό να πουν με αφορμή το χιλιοειπωμένο θέμα της μικρασιατικής καταστροφής.