Σε μια παραθαλάσσια επαρχιακή πόλη τρεις άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους, ο καθένας με τον δικό του μικρόκοσμο, συναντιούνται κατά παράδοξο τρόπο και τίποτα δε θα είναι το ίδιο για κανέναν τους.
Βιβλίο Στα νύχια άμμος
Συγγραφέας Μυρτώ Σταυροπούλου
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Κέδρος
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής
Η Μυρτώ Σταυροπούλου έγραψε μια σύντομη αλλά γεμάτη τρυφερότητα και όμορφες εικόνες ιστορία, με μια πλοκή που δένει
σταδιακά, κάτι που αφήνει χώρο στη γνωριμία του αναγνώστη με τον κάθε χαρακτήρα χωριστά ώστε να τους κατανοήσει και να δημιουργηθούν συναισθήματα και το απαραίτητο δέσιμο. Για τον λόγο αυτόν, στο ίδιο κεφάλαιο, μαζί με την κυρίως πλοκή, κάποιες φορές έχουμε και μικρά πρωθύστερα από το παρελθόν των τριών αυτών ανθρώπων ώστε να δούμε το ποιόν τους, την καταγωγή τους, πώς δημιουργήθηκε ο τρόπος σκέψης τους κλπ. Μάλιστα, η συγγραφέας πρωτοτυπεί από την αρχή: μια ιστορία σε μια παραθαλάσσια πόλη θα μπορούσε να ξεκινήσει με φλοίσβο κυμάτων, με μια παραλία, αλλά όχι, εδώ ξεκινάμε με την οσμή του βόθρου που «έχει ταυτιστεί με την ασφάλεια του αγαπημένου τους τόπου» κατοίκων που «αδιαφορούν για την ασημένια απόχρωση που χαρίζει στη θάλασσα η δύση του ήλιου». Μια περιγραφή-αντίβαρο στην ομορφιά του κειμένου που θα ξεδιπλωθεί στη συνέχεια.
Η Ασημίνα είναι μια ηλικιωμένη στρουμπουλή κυρία με λευκές πέρλες, πουά φόρεμα, πρησμένα πόδια, «χέρια σαν δουλεμένα από ζυμώματα και πλυσίματα» στιβαρά μεν αλλά τρέμουν. «Δεν αντέχω άλλο την ησυχία του σπιτιού. Οι πεθαμένοι θέλουν να με πάρουν μαζί τους, όμως εγώ θέλω να ζήσω», λέει χαρακτηριστικά στον εαυτό της. Αγαπημένη της συνήθεια να αγοράζει σπόρια από τον πλανόδιο πωλητή ώστε να τα μασουλάει στο σαλόνι της για να περάσει η ώρα. Από την άλλη, η Ερατώ ακούει συνεχώς τιτιβίσματα πουλιών στ’ αυτιά της, μόνο εκείνη, κανείς άλλος. Εσωστρεφής, οι φίλες της και οι κουβέντες τους «ηχούσαν στ’ αυτιά της σαν ένα βουητό χαρούμενο αλλά αδιάφορο». Δίνει έναν καθημερινό αγώνα να μην καταρρεύσει, θρηνώντας την απώλεια του ανθρώπου που αγάπησε. Μόνο το κλάμα την ανακουφίζει κι ο ύπνος, όποτε την παίρνει. Κάθε φορά που βγαίνει από το σπίτι θέλει να επιστρέψει αμέσως αλλά μόλις το κάνει την πλακώνει η μοναξιά της απουσίας του άντρα που αγαπάει. Τελικά αγοράζει ένα ζευγάρι καναρίνια: «Θέλει να τα φροντίσει όσο καλύτερα μπορεί, να τα κάνει να νιώσουν όσο γίνεται ελεύθερα και, πάνω απ’ όλα, να τους δώσει αγάπη, σαν αυτή που κι εκείνη έχει ανάγκη από αυτά για να συνεχίσει να ζει» (σελ. 52). Μια μέρα βγαίνει στην παιδική χαρά της γειτονιάς της με τις αντρικές του παντόφλες και τότε…
Τέλος, ο Μάριος δουλεύει ως κλόουν στο τσίρκο που τελικά έρχεται στον τόπο που εγκατέλειψε και κάθε βράδυ ψάχνει να βρει το κέφι που απαιτεί ο ρόλος του. Όταν ήταν παιδί ήθελε να γνωρίσει και να κατακτήσει τον κόσμο, να ταξιδέψει, γι’ αυτό ακολούθησε το τσίρκο, σύντομα όμως κατάλαβε την πραγματικότητα σε αυτόν τον μικρόκοσμο, έβλεπε εφιάλτες με τα φυλακισμένα ζώα και τελικά έχασε τη χαρά του, άρχισε να ασφυκτιά. Ακόμα όμως κάτι ψάχνει μέσα του, κάτι που δεν μπορεί να το εντοπίσει. «Αν και ο κόσμος του τσίρκου ήταν πολύ λαμπερός και φανταχτερός, είχε μέσα του μια βαθιά θλίψη» (σελ. 32).
Μια υπέροχη και συγκινητική ιστορία για όσους αρνούνται «να δείξουν κατανόηση κι ευαισθησία «για τη διαφορετικότητα της ζωής και της σκέψης ενός άλλου ανθρώπου», που φέρνει κοντά τρεις ανθρώπους με τα δικά τους προβλήματα ο καθένας. Συναντιούνται και αλληλοσυμπληρώνονται με απρόσμενο τρόπο, καλύπτοντας ο ένας τα κενά, τις ανασφάλειες και τον φόβο του άλλου. Μικρά και γλυκόπικρα περιστατικά τους ενώνουν, μαζί με την άμμο που μπαίνει στα νύχια τους από την παραλία όπου καταφεύγουν στις δύσκολες στιγμές. Ένα μυθιστόρημα γρήγορο, μικρό, γεμάτο όμως ένταση και καλοδουλεμένο λεξιλόγιο, όπως επίσης καίριες διαχρονικές παρατηρήσεις: «Οι άνθρωποι μπαίνουν σε τρύπες και πολλές φορές δυσκολεύονται να βγουν» (σελ. 38). Και: «Είναι… η φύση του κόσμου χαοτική. Τα πάντα και τίποτα μπορούν να συμβούν κάθε στιγμή» (σελ. 56). Ταυτόχρονα, υπάρχει ένας διακριτικός λυρισμός που δε βαραίνει το κείμενο και αποτυπώνει ζωηρές εικόνες: «Μια γαλήνη έχει απλωθεί στη μικρή πολιτεία μετά τη βροχή. Ο ήχος της κυρίευσε τις ψυχές των κατοίκων της για τουλάχιστον μία ώρα» (σελ. 50). «Στα νύχια άμμος», στην ψυχή θλίψη και φόβος.