cover_v2

Όπως γράφει ο ίδιος ο Βασίλης Πεσλής: «Το μυθιστόρημα γράφτηκε κατά τη διάρκεια της πρώτης καραντίνας της πανδημίας του 2020, στην προσπάθεια του συγγραφέα να βρει κάτι να γεμίσει τον χρόνο του και για να εξασκηθεί λίγο παραπάνω στη συγγραφή. Αποτελεί μια κάπως πιο ανάλαφρη και χιουμοριστική καταγραφή των καθοριστικών γεγονότων της περιόδου και λειτούργησε ως πρώτης τάξεως αγχολυτικό». Κι όμως, αυτό το βιβλίο είναι κάτι παραπάνω από όσα αναφέρει και απόλαυσα και προβληματίστηκα σε κάθε του σελίδα.

Βιβλίο 42 μέρες
Συγγραφέας Βασίλης Πεσλής
Κατηγορία Χιούμορ / Κοινωνικό μυθιστόρημα 
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Το μυθιστόρημα αφορά κυρίως τη σχέση του Αντώνη με τη μητέρα του, κυρα-Τασία, και τα άλλα του αδέλφια που παντρεύτηκαν κι έκαναν οικογένεια. Ο Αντώνης ο μέτριος, «…ζούσε στον εικοστό πρώτο αιώνα και η ερωτική του ζωή στην Πλειστόκαινο» και η μητέρα του είναι μια χήρα γυναίκα, γεμάτη παράδοξα και οξύμωρες παρατηρήσεις, με «εσωτερικευμένο μισογυνισμό» («-Τι είναι αυτό; Σαν τον κομμουνισμό;… Δυο πράγματα φοβόταν η κυρα-Τασία: τα φίδια και τους κομμουνιστές», σελ. 24) και όλη εκείνη τη «γοητευτική» (#not) απλότητα των ανθρώπων του μόχθου και του κάματου («… εγώ αυτά δεν τα έμαθα, ήμουν απασχολημένη να μεγαλώνω τρία παιδιά»). Έλληνας γιος με δικό του μαγαζί, κληρονομιά από τον πατέρα του, Ελληνίδα μάνα με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Βάλτε τους σε μια πολυκατοικία με ιδιαίτερες προσωπικότητες και κλείστε τους σε lockdown. Καλή σας απόλαυση!

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, πριν και κατά τη διάρκεια της καραντίνας, όπου πλέον μετράμε αντίστροφα ως την απελευθέρωση. Τη μερίδα του λέοντος την έχουν οι δύο ανωτέρω ήρωες, όμως και οι γείτονες δε μας αφήνουν ήσυχους! Τα γεγονότα διαδραματίζονται σε μια πολυκατοικία της Αθήνας στα Εξάρχεια με οχτώ διαμερίσματα. «Ένας διάχυτος σουρεαλισμός μπορούσε να γίνει αισθητός στην ατμόσφαιρα, λες και κάθε ένοικος ζούσε σε κάποια εξωφρενική, παράλληλη διάσταση» (σελ. 18). Το ηλικιωμένο ζευγάρι Απόστολος και Σταυρούλα του πρώτου, η μοιραία και πανέμορφη Μαιρούλα και η υποχόνδρια Ελένη του δευτέρου, η οικογένεια του μικροαστού Πελοπίδα και της μεγαλοπιασμένης Κασσιανής καθώς και η περιπτωσάρα Θωμάς, λάτρης της κρυφής, σατανικής συνωμοσιολογίας, του τρίτου, και τέλος ο Σάββας ο Αγέλαστος και το ζευγάρι Φλωρεντία η ινφλουένσερ και Στάθης ο γκέιμερ ή Τρέντηδες του τετάρτου είναι ακριβώς ό,τι θα συναντήσει κανείς στις κλασικές πολυκατοικίες της πόλης μας.

Ο συγγραφέας στήνει ξεκαρδιστικές σκηνές, χρησιμοποιώντας άφθονο υλικό από τη σύγχρονη πραγματικότητα και καταφέρνει μέσα από υποδειγματικούς διαλόγους να δείξει κάθε πλευρά της πανδημίας, τους λόγους εξάπλωσης, τις αντιδράσεις για χαρτί υγείας και αντισηπτικό, τα χειροκροτήματα στο νοσηλευτικό προσωπικό, το διαφορετικό Πάσχα, εν ολίγοις ένα χρονικό της πορείας του ιού και του αντίκτυπου σε όλα τα κοινωνικά στρώματα (ο νυχτεριδοπώλης στη Βαρβάκειο είναι μια σουρεαλιστικότατη κατάληξη ενός υποδειγματικού ιονεσκικού διαλόγου μεταξύ γιου και αμόρφωτης μάνας), με επίκεντρο φυσικά και δυστυχώς την τηλεόραση, με τους τίτλους, τη μουσική θρίλερ, τις υπερβολές, τα εκάστοτε ψέματα. Έχει διαλέξει εξίσου ενδιαφέροντα πρόσωπα που κι αυτά εξελίσσονται κατά την πορεία της ανάγνωσης, υφίστανται αλλαγές, δοκιμάζονται, τσακώνονται, ερωτεύονται κι όλα αυτά με μέτρο και πειθώ.

Τα γέλια βγαίνουν αβίαστα όταν συγκατοικούμε αναγνωστικά με τη μάνα και τον γιο, οι οποίοι βιώνουν καταστάσεις οικείες πια σε όλους μας. Απ’ όλα έχει ο μπαξές: γλυκά (όσο γίνεται) μαλώματα για κατάπαυση του πανικού («-Αφού είναι Κινέζος, δεν θα τον έχει; -Δεν τον έχουν όλοι τους εκ γενετής. Τι εμμονή είναι αυτή με τους Κινέζους πια; Η Ιταλία είναι δίπλα μας, δεν βλέπεις τι γίνεται; Από εκεί θα την πάθουμε τη ζημιά. -Οι Ιταλοί μας συμπαθούνε. -Ναι, διότι οι επιδημίες εξαπλώνονται με βάση τις συμπάθειες. Αν έχει τον ιό ο Ιταλός, δεν θα στον μεταδώσει, θα τον κρατήσει για κάνα Γάλλο!», σελ. 46), σκηνές απείρου κάλλους («-Παιδί μου, μαλλιοτραβήχτηκαν δυο γριές μπροστά στο ταμείο γιατί η μία κατηγόρησε την άλλη ότι της πήρε το κρεμοσάπουνο από το καρότσι… Καλά που δεν κατάλαβε κιόλας ότι της το πήρα εγώ από πίσω! -Ρε μάνα!, σελ. 59-60), απολαυστική ειρωνεία («…την κοιτούσε με ένα αυτάρεσκο μειδίαμα από την άλλη άκρη του τραπεζιού, μασουλώντας ένα κομμάτι λαγάνα με ελιές, λιαστή ντομάτα και πιπεριά. Τελικά, όταν τη συνόδευες με λίγη σως από γλυκιά εκδίκηση δεν ήταν και τόσο άσχημη», σελ. 69) και παρατηρήσεις που σπάνε κόκαλα («Ήταν προφανές ότι χρειάζονταν τα κατάλληλα μέτρα για ν’ αποφευχθεί η κατάρρευση ενός συστήματος υγείας, το οποίο ήδη κρατιόταν στη θέση του με χαρτοταινία»,σελ. 78).

Ο Βασίλης Πεσλής δεν κατηγορεί κανέναν, δεν αποδίδει ευθύνες είτε για τον χειρισμό της καθημερινότητας είτε για τις πολιτικές αποφάσεις, αντίθετα, δείχνει μουδιασμένος, ανίδεος ως προς το τι να κάνει και πώς να αντιμετωπίσει αυτήν τη νέα πραγματικότητα. Βίωσε κι εκείνος ως άνθρωπος τον τρόμο και την αβεβαιότητα του εγκλεισμού του Μαρτίου και τώρα καταφέρνει με σωστό λόγο, μέτρο και αγάπη προς τον άνθρωπο να αποτυπώσει όλο αυτό μέσα από την ψυχολογία του Αντώνη και της μητέρας του. Ο πρωταγωνιστής δεν ξέρει τι να κάνει ως προς το μέλλον, αγωνιά για την υγεία της κυρα-Τασίας, την οποία αγωνίζεται να εκπαιδεύσει σε skype και viber ώστε να τη φέρει σ’ επαφή με παιδιά κι εγγόνια που δε ζουν μαζί τους. Πόσο δύσκολο είναι τελικά να εξηγήσεις σε ηλικιωμένους ανθρώπους που έχουν συνηθίσει τη ρουτινούλα τους πώς και γιατί θα αλλάξουν κάποια πράγματα, που μόνο με νέα μέσα θα μπορούν να επιβιώσουν; «-Τα άτομα της ηλικίας σου είναι τα πιο ευπαθή. -Μπα; Τι έχει η ηλικία μου, δηλαδή; -Τρία ψηφία!» (σελ. 110). Ή το αγαπημένο μου: «-Δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά τα νέα συστήματα. Ας βγαίναμε έτσι κι αν μας ρωτούσε ο αστυνομικός πού πάμε, θα του λέγαμε. -Ναι. Θα φιλούσαμε και σταυρό» (σελ. 118).

Ολοζώντανοι διάλογοι, γραφή που ρέει, ενδιαφέρουσες εξελίξεις στην πλοκή, επανάληψη σκηνικών και περιστατικών αλλά πάντα με ποικίλη παραστατικότητα, καθημερινό λεξιλόγιο που αφήνει κάπου να παρεισφρήσει και κάτι πιο εξεζητημένο («Ως εκλείπει καπνός εκλιπέτωσαν αντισηπτικά», σελ. 58) ή η κυρα-Τασία να πει τα δικά της («τα παιδιά του είναι ανάνταφλα») επομένως ο συγγραφέας έχει δουλέψει σωστά και σοβαρά πάνω στο κείμενό του, χωρίς προχειρότητες και φθηνούς, κλισέ εντυπωσιασμούς. Τα δε περιστατικά των ημερών καραντίνας ήταν ποικίλα και ξεχωριστά, αντικατοπτρίζοντας κάθε σκηνικό που αντιμετώπισε ο καθένας μας στο σούπερ-μάρκετ, στη βόλτα του, στο φαρμακείο, στο μπαλκόνι, στο ίδιο του το σπίτι (τι γέλιο έριξα με τον «βιολογικό πόλεμο» της σελίδας 168!), με τους παπάδες να κοινωνούν από την πίσω πόρτα και τις κομμώτριες να βγάζουν κρυφά μεροκάματο (και πάλι, προσοχή, δε λοιδωρείται κανείς, απλώς βγαίνει άφθονο γέλιο από διάφορα περιστατικά που συμβαίνουν υπό τέτοιες συνθήκες).

Πίσω από όλα όμως αυτά τα χαριτωμένα και τραγικωμικά, σελίδα τη σελίδα χτίζει ο συγγραφέας την ψυχολογία του Αντώνη, που είναι ιδιοκτήτης καταστήματος. Από τη μια ρουτίνα πέφτει στην άλλη με άπλετο ελεύθερο χρόνο και τα πάγια να τρέχουν, με τις ψυχολογικές επιπτώσεις του εγκλεισμού συν τις παλαβομάρες της μάνας του και τις μικροπεριπέτειες των γειτόνων να τον φέρνουν συχνά στα όριά του. Φόβος, αγωνία και αβεβαιότητα κοντράρονται με την αισιοδοξία και τη θετικότητα. «Διότι αυτή η απομόνωση τους είχε μάθει, αν μη τι άλλο, πως η ζωή δεν είχε καν νόημα χωρίς ελπίδα» (σελ. 132). «Ήταν λες και το γέλιο είχε μετατραπεί σε κάποιο είδος ένοχης απόλαυσης» (σελ. 138). Και στο 31ο κεφάλαιο περιγράφεται μια ασυνήθιστη πασχαλιά μ’ έναν τόσο έντονα συγκινητικό τρόπο που δάκρυσα: τάπερ πηγαινοέρχονταν από μπαλκόνι σε παράθυρο και όλοι τρώγανε στις βεράντες τους ενώ οι ατάκες έκοβαν κι έραβαν.

Οι «42 μέρες», το (σχεδόν) μυθιστόρημα του Βασίλη Πεσλή, είναι ένα καλοδουλεμένο κείμενο που σέβεται την κατάσταση πανικού και αβεβαιότητας που ακόμη ζει ο πλανήτης και ζωντανεύει ανθρώπους κυριολεκτικά της διπλανής πόρτας, μέσα από τις ζωές των οποίων το γέλιο βγαίνει αβίαστα και φυσικά κι έτσι βελτιώνεται η ψυχολογία όποιου αφεθεί να ταξιδέψει στις σελίδες του. Ο σεβασμός απέναντι στην τραγικότητα των στιγμών, η αποφυγή διδακτισμού, το ποιοτικό χιούμορ και η δουλειά που φαίνεται πως έχει γίνει ως προς την εξέλιξη των χαρακτήρων και την ολοκλήρωση του κειμένου, δείχνουν πως ο συγγραφέας έχει τα εχέγγυα για ένα πραγματικά καλό μυθιστόρημα, χωρίς να εκμεταλλεύεται καταστάσεις και χωρίς να καταφεύγει σε επιφανειακά αστεία μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσει. Το βιβλίο μπορείτε να το βρείτε και να το κατεβάσετε δωρεάν εδώ.

One Comment

    • Βασίλης Πεσλής

    • 2 days ago

    Καλησπέρα!
    Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου (επιλέγω τον ενικό λίγο αυθαίρετα) λόγια και την εις βάθος ανάλυση! Χαίρομαι που σου άρεσε το βιβλίο! Αν κατάφερα να κάνω κάποιους να ξεχαστούν και να γελάσουν λιγάκι σε αυτή τη δύσκολη περίοδο (ή και να προβληματιστούν) τότε αυτό μόνο μου αρκεί και το βιβλίο πέτυχε τον σκοπό του!
    Καλή συνέχεια!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *