cdfee242-ac06-4608-8a0c-5a7ca4e5c8bf

Η Κυβέλη και ο Γεώργιος Παπανδρέου γνωρίστηκαν το καλοκαίρι του 1920 και εγκατέλειψαν τους γάμους και τα παιδιά τους για να ζήσουν μαζί, προκαλώντας ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της αθηναϊκής κοινωνίας. Ο έρωτάς τους πέρασε από σαράντα κύματα, γυναίκες με σάρκα τον διεκδίκησαν, η ιδεατή γυναίκα που λέγεται Ιστορία θέλησε να τους χωρίσει, όμως εκείνοι εκεί, να ενώνονται και να χωρίζουν. Όλα αυτά ως το 1968, όπου ο Γεώργιος Παπανδρέου αφήνει την τελευταία του πνοή ενώ στην κηδεία του η απρόσμενη κοσμοσυρροή θα είναι η πρώτη πάνδημη αντιστασιακή πράξη κατά της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών. «Η φλόγα και ο άνεμος», αυτοί οι δύο σημαντικοί άνθρωποι, θα εμπνεύσουν τον Στέφανο Δάνδολο να γράψει ένα νέο δυνατό μυθιστόρημα.

Βιβλίο Φλόγα και άνεμος 
Συγγραφέας Στέφανος Δάνδολος
Κατηγορία Ιστορικό μυθιστόρημα / Κοινωνικό μυθιστόρημα / Ρομαντικό μυθιστόρημα
Εκδότης Ψυχογιός
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Ο συγγραφέας δε δημιούργησε μια μυθιστορηματική βιογραφία αλλά ένα μεστό, έξυπνο και ευρηματικό λογοτεχνικό κείμενο, γεμάτο ανατροπές, απρόβλεπτες εξελίξεις και συγκινητικές σκηνές. Δε μένει μόνο στις ζωές αυτών των δύο ανθρώπων αλλά, με αφορμή την εποχή και τις συνθήκες, καταφέρνει να φτιάξει διάφορους ρεαλιστικούς χαρακτήρες που κινούνται στις παρυφές των γεγονότων, συγκροτώντας τον δικό τους μικρόκοσμο και γεννώντας συναισθήματα που ποικίλουν από το χαμόγελο ως το δάκρυ. Όσο ενδιαφέρουσα κι αν είναι μια βιογραφία, ο αναγνώστης ξέρει τα (περισσότερα τουλάχιστον) γεγονότα και σίγουρα την κατάληξη της ιστορίας που θα επιλέξει να διαβάσει, επομένως είναι απαραίτητες μια δυνατή γραφή και μια σειρά από ιδέες που θα κεντρίσουν το ενδιαφέρον του ως το τέλος. Αυτήν την προϋπόθεση ο Στέφανος Δάνδολος την πάει ένα βήμα πιο πέρα, ντύνοντάς την με υπέροχα καλολογικά στοιχεία, ενδιαφέροντα πρωθύστερα και ένα πάνθεον ηρώων που δένουν αναπάντεχα με την κεντρική ιδέα της πλοκής.

Εφημερίδα “Ελεύθερον Βήμα” 1/11/1968 (πηγή: Βιβλιοθήκη Ε.Λ.Ι.Α.-Μ.Ι.Ε.Τ., www.elia.org.gr)

Ο υπασπιστής του Υπουργού Εσωτερικών Στυλιανού Παττακού που βρίσκει ένα σημειωματάριο και αυτό του αλλάζει άρδην τη νοοτροπία, ο ηθοποιός που πέθανε από ανακοπή καρδιάς μόλις στα είκοσι επτά του χρόνια και στην κηδεία του βρέθηκαν ελάχιστοι, η νοικοκυρά που πνίγεται σε μια άδεια ζωή παντρεμένης γυναίκας και λάμπει ολόκληρη όταν τυχαία παίρνει αυτόγραφο από τον Δημήτρη Χορν, ο πατέρας που μεγαλώνει αυστηρά το παιδί του αλλά δεν παύει να το αγαπάει, το μεσήλικο ζευγάρι που κατέλυσε σε ξενοδοχείο του Φαλήρου για να ξαναζήσει τα πρώτα χρόνια της γνωριμίας του είναι κάποιοι από τους χαρακτήρες που εμπλουτίζουν το κείμενο, δένονται με αναπάντεχο τρόπο με το καθαυτό μυθιστόρημα και δίνουν πολλές ευκαιρίες στον συγγραφέα να ξεδιπλώσει το συγγραφικό του ταλέντο. Με αυτούς θέλω να ξεκινήσω, χωρίς να μειώνω σε αξία τις ζωές του Γεωργίου Παπανδρέου και της Κυβέλης ή τον τρόπο με τον οποίο αυτές χαρίζονται αφειδώς στον αναγνώστη.

Ο Αλέξανδρος Κροντηράς ήταν ένας ηθοποιός που εμπνεύστηκε από την Κυβέλη όταν την είδε σε κάποια παράσταση και γράφτηκε σε δραματική σχολή, απογοητεύοντας τους γονείς του, κυρίως τον πατέρα του, που τον αποκλήρωσε. Η ζωή που ακολούθησε ήταν δύσκολη, ακόμη κι αν η μοίρα τα έφερε ώστε κάποια στιγμή να παίξει στο πλάι της σημαντικής ηθοποιού, και δυστυχώς η απηνής κοινωνική καταδίωξη είχε ως αποτέλεσμα η καρδιά του να ραγίσει μόλις στα 27 του χρόνια. Το σημειωματάριό του είναι γεμάτο σκέψεις, εικόνες και συναισθήματα κι αποκαλύπτουν ένα τραγικό μυστικό. Αυτές τις εξομολογήσεις αναθέτουν οι ανώτεροί του για να τις ξεψαχνίσει στον Φώντα Λαμπρόπουλο, υπασπιστή του Παττακού, μήπως και βρει κάποιον ύποπτο σχολιασμό για το καθεστώς, ονόματα αντιφρονούντων, κάτι.

Ο Φώντας είναι άνθρωπος πεζός, «ξύλινος», απρόσιτος, δεν έχει πάει ποτέ του θέατρο, δεν έχει διαβάσει λογοτεχνία, θεωρεί την ευαισθησία σύμπτωμα αδυναμίας, ταιριαστή μόνο στις γυναίκες. Έχει μια ήρεμη, άχρωμη οικογενειακή ζωή και ουσιαστικά έχει πραγματοποιήσει το όνειρο του αυστηρού πατέρα του, που τον γαλούχησε με ξύλο και τιμωρίες για να υπηρετήσει τον νόμο και την τάξη, κάτι που θα γίνει πιο μεγαλεπήβολο και λαμπερό τώρα που αναγεννήθηκε η Ελλάδα από τις στάχτες της και γλύτωσε από τον κομμουνισμό. Τι συμβαίνει λοιπόν κι από τα πρώτα λόγια του σημειωματάριου αρχίζει να ταράζεται και να μπαίνει σε σκέψεις; Τι είναι αυτό που του γεννάει πρωτόφαντα συναισθήματα; Τι συμβαίνει κι αρχίζει να βλέπει γύρω του τις πραγματικές διαστάσεις των γεγονότων, την ποταπότητα και την κενότητα των οραμάτων της Δικτατορίας;

Ο Μιχάλης και η Φωτεινή είναι η αγαπημένη μου ιστορία σε όλο το μυθιστόρημα. Καταλύουν κοντά στο σημείο όπου είχαν ζήσει πριν τον πόλεμο τον μήνα τον μέλιτος, εκεί όπου τώρα υψώνεται μια απρόσωπη πολυκατοικία, και ξαναζούν όλες τις στιγμές του παρελθόντος τους. Απρόσιτοι και ευγενικά αποστασιοποιημένοι από την ομήγυρη και τους άλλους θαμώνες χορεύουν, τραγουδάνε και αναπολούν τον καιρό της νιότης τους. Κατάλαβα αμέσως ποιοι ήταν κι από την αρχή ξεκίνησα να κλαίω γιατί διέβλεπα τα διττά γραφόμενα του Στέφανου Δάνδολου και πόσο αριστοτεχνικά ζωντάνευε την ιστορία τους. Όσο μάλιστα πλησίαζα προς το τέλος του βιβλίου, τόσο ήθελα πεισματικά να κάνουν κάτι αντίθετο κι απρόσμενο απ’ αυτό που έβλεπα να έρχεται κατά πάνω μου σα συναισθηματική χιονοστιβάδα. Η γραφή είναι ανελέητη, ρεαλιστική και στυγνός καταγραφέας των τραγικωμικών τους στιγμών.

Τέλος, η Όλγα είναι η νοικοκυρά που πνίγεται σε μια τελματωμένη ζωή, έγκυος στο πρώτο της παιδί, με έναν σύζυγο πλήρως αφοσιωμένο στη δουλειά του, πλέον το χάδι έχει γίνει μοναξιά, το φιλί υποχρέωση και τα λόγια ρουτίνα. Μήπως λοιπόν πρέπει η Όλγα να κάνει κάτι γι’ αυτήν την κατάσταση, τώρα ειδικά που έχει να προστατέψει και μιαν άλλη ζωή; Βήμα προς βήμα παρακολούθησα να ξετυλίγεται μπροστά μου ένα οικογενειακό δράμα από τα χιλιάδες που βιώνουν πολλές γυναίκες πίσω από τις κλειστές πόρτες του γάμου τους, αισθάνθηκα την αγωνία της για μια εκβεβιασμένη καλημέρα, τη μονοτονία της, την απελπισία της και της κρατούσα νοερά το χέρι, ελπίζοντας τα πράγματα ν’ αλλάξουν. Η συγκίνησή μου κορυφώθηκε όταν βρέθηκα μπροστά στη γενικότερη κοινωνική αντίληψη των μέσων του ελληνικού εικοστού αιώνα, στην επιτομή του στερεότυπου για τη γυναίκα-νοικοκυρά αλλά άνυδρη ερωμένη και τον άντρα-εργαζόμενο αλλά απόντα, που όλα αυτά βρίσκονταν σε μια απλή πρόταση: «Αυτή είναι η ζωή μας. Ένας θρίαμβος από συνταγές για να γλείφουν εκείνοι τα δάχτυλά τους» (σελ. 301).

Ας έλθουμε τώρα στο ζευγάρι που ενέπνευσε τον Στέφανο Δάνδολο. Αυτοί οι δύο άνθρωποι έζησαν κάτι έντονο που τους κατέκαψε και ταυτόχρονα ήξεραν και μπόρεσαν να το προστατέψουν από αδιάκριτα βλέμματα. «Εκείνη παρέμενε η πιο διάσημη ηθοποιός της χώρας. Εκείνος εξελισσόταν σε έναν από τους σημαντικότερους πολιτικούς της εποχής του. Όφειλαν να προσέχουν. Όφειλαν να κρατούν τον ιδιωτικό τους βίο μακριά από τα φώτα της άσκοπης δημοσιότητας» (σελ. 304). Ο κεντρικός κορμός της πλοκής αφορά τις τέσσερις μέρες από τον θάνατο ως την ταφή του Γεωργίου Παπανδρέου, δηλαδή από τις 31 Οκτωβρίου ως τις 4 Νοεμβρίου 1968, μια περίοδος κατά την οποία οι κυβερνητικοί εκβίαζαν με φωνές και διαταγές την ανόρθωση της χώρας, τα θέατρα ανέβαζαν κωμωδίες και βουλεβάρτα και ο Δημήτρης Χορν έκανε πρεμιέρα με τον «Ντον Ζουάν» του. Ο ηθοποιός αυτός μάλιστα σκιαγραφείται με ανατριχιαστική αληθοφάνεια και καταγράφονται τα πάντα: η νοοτροπία του, το στυλ του, οι σκέψεις του, ο τρόπος που καπνίζει. «Και τώρα ήταν ο κορυφαίος ηθοποιός της γενιάς του και, όπως όλοι οι κορυφαίοι, είχε κάθε δικαίωμα να γκρινιάζει και να κάνει δύσκολη τη ζωή των άλλων με τις αμφιβολίες του» (σελ. 53).

Εφημερίδα “Ελεύθερον Βήμα” 31/10/1968 (πηγή: Βιβλιοθήκη Ε.Λ.Ι.Α.-Μ.Ι.Ε.Τ., www.elia.org.gr)

Ξεκινάμε με την Κυβέλη στα ογδόντα της, «μια φιγούρα που υπερέβαινε τον συνηθισμένο κόσμο», που πλέον αναπολεί το παρελθόν και κυρίως τη σχέση της με τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό από τους χουντικούς («το αβάσταχτο νέφος») και τώρα παλεύει για τη ζωή του στο νοσοκομείο: «Είναι η κούραση να ζεις σε μια απέραντη έρημο με την οσμή των γηρατειών και της απώλειας» (σελ. 18-19). Ενάμιση χρόνο πριν η Κυβέλη αποσύρθηκε από το θέατρο: «…τόσες δεκαετίες θριάμβου θα γίνονταν από την επόμενη κιόλας μέρα μια απλή υποσημείωση στην αιωνιότητα» (σελ. 20-21). Χάρη στη δεξιοτεχνία του συγγραφέα κατάλαβα πολύ καλά πώς νιώθει μια γυναίκα που την ίδια στιγμή είναι σε μεγάλη ηλικία, σταμάτησε το θέατρο, δε βλέπει τον αγαπημένο της και δεν μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα λόγω της πολιτικής κατάστασης: «…χωρίς το φτερούγισμα στο παραμύθι του θεάτρου, δεν είχε την παραμικρή προστασία απέναντι στη σκληρή πραγματικότητα» (σελ. 24). Καταγράφεται ακριβοδίκαια, με κείμενο στηριγμένο σε μαρτυρίες και βιβλιογραφίες: «Απρόβλεπτη. Δωρική. Χωρίς περιττά στολίδια… αυτό το φέρσιμο εστεμμένης…» (σελ. 43). Ήταν μια γυναίκα που αγάπησε με πάθος, που εγκατέλειψε τον πρώτο της σύζυγο και το έσκασε με τον μετέπειτα δεύτερο σύζυγο, για να τον εγκαταλείψει κι αυτόν αργότερα και να ζήσει με τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον οποίο τελικά κατάφερε να διώξει παρόλο που τον αγαπούσε ακόμη, γι’ αυτό και δεν πήραν ποτέ διαζύγιο, δεν το ήθελαν! «Αν δεν είχα συναντήσει τον Γιώργη, δε θα είχα μάθει τι πράγμα είναι ο έρωτας. Δε θα ήξερα πώς είναι η απόλυτη ευτυχία και η βαθιά δυστυχία, η χαρά και ο πόνος, η λατρεία και το μίσος» (σελ. 45). Τριάντα χρόνια πάθους, έρωτα, αγάπης, μίσους, καβγάδων κλπ. «Πόσα κεριά έλιωσαν στο χάλκινο στόμιό του φωτίζοντας τα φιλιά τους, σε καιρούς ποτισμένους από πόλεμο, διχασμούς κι αρρώστιες, τότε που το πάθος του ενός για τον άλλον άγγιζε τα όρια της παραφροσύνης και τους στροβίλιζε στο σύμπαν του πιο επώδυνου έρωτα» (σελ. 19). Ο ερωτευμένος Γεώργιος Παπανδρέου παραδέχεται: «Για χρόνια δυσκολευόμουν να διαβάσω οτιδήποτε… Τόσο πολύ με στοίχειωσε…» (σελ. 44). Γνωρίστηκαν «το καλοκαίρι των υπέρτατων ονείρων» του 1920 κι από τότε ενώθηκαν με δεσμά άρρηκτα, ώσπου κάποια στιγμή εκείνος άρχισε να υποκύπτει σε εφήμερες ερωτικές περιπέτειες, κάτι που τελικά η Κυβέλη δεν άντεξε, έπεσε σε χαμηλά επίπεδα και τον έδιωξε οριστικά από τη ζωή της (όχι από την καρδιά της).

Με αφορμή τα προηγούμενα αποσπάσματα, μου δίνεται η ευκαιρία να τονίσω και πάλι τον λυρισμό που διέκρινα στο κείμενο, τις αναπάντεχες παρομοιώσεις, τα σκόρπια και πολύτιμα καλολογικά στοιχεία, την ποιητικότητα: «Όμως να, η λύπη ήταν εκεί, μέσα του. Είχε εισχωρήσει στην καρδιά του σαν τυφλωμένο πουλί και του ράμφιζε τα στήθη» (σελ. 78). Στη συνέχεια: «Ήταν πια τόσο δεδομένος όσο και τα κουμπιά μιας ζακέτας» (σελ. 241). Και πάλι πίσω: «Τι απόμεινε; Μόνο αναμνήσεις. Και γηρατειά. Κι εκείνη η κρεβατοκάμαρα που ακόμη δε λέει να διώξει το άρωμά του» (σελ. 75). Λέξεις και φράσεις που σε παγώνουν με την αλήθεια, την απλότητα και τη διαχρονικότητά τους: «Η μοναδική μας πατρίδα είναι οι άνθρωποι που αγαπήσαμε με πάθος» (σελ. 76).

Η καλαισθησία μάλιστα του συγγραφέα στον γραπτό λόγο χτυπάει κόκκινο όταν συμπυκνώνει τις ζωές των ανθρώπων που

Περιοδικό “Τα Παρασκήνια”, 1/7/1924 (πηγή: Βιβλιοθήκη Ε.Λ.Ι.Α.-Μ.Ι.Ε.Τ., www.elia.org.gr)

καλείται να ζωντανέψει: η Κυβέλη ήταν φλόγα («Είσαι φλόγα. Μακριά σου παγώνω και κοντά σου καίγομαι», της έγραφε ο Γιώργος), ο Μήτσος Μυράτ ήταν νερό και την έσβησε, ο Γιώργος Θεοδωρίδης γη και τη σταμάτησε. Ο Παπανδρέου όμως ήταν άνεμος: «Μπορείς να χωρέσεις τον άνεμο σε καλούπι; Να τον φέρεις στα μέτρα σου; Όχι. Ο άνεμος σε μεθάει, φαντάζει υπέροχος, σαγηνευτικός και μυστηριώδης. Αλλά δε γίνεται ποτέ απόλυτα δικός σου» (σελ. 254).

Εξίσου ρεαλιστικά και απτά αποδίδεται και η πολιτική κατάσταση της περιόδου 1965-1967 που οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στην κατάλυση της δημοκρατίας: «Ο Γιώργης είχε προδοθεί από παλιούς συντρόφους, οι Αμερικανοί θεωρούσαν την Ελλάδα φέουδό τους, το δεξιό παρακράτος αλώνιζε και το Παλάτι ήταν αυτόνομος πόλος εξουσίας που δεν επόπτευε αλλά κυβερνούσε» (σελ. 24). Είναι υποδειγματικός και αρμονικός ο τρόπος με τον οποίο μέσα σε ελάχιστες σελίδες ο Στέφανος Δάνδολος καταγράφει το ματωμένο χρονικό της 21ης Απριλίου μαζί με τις ανθρώπινες αντιδράσεις των εμπλεκόμενων πολιτικών και τη μεταφυσική ανησυχία της Κυβέλης στον ύπνο της για τον άντρα που αγαπούσε. Με εξίσου έντονη γλαφυρότητα και συγγραφική τέχνη καταγράφεται και το χρονικό της κηδείας, που ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ήθελε να γίνει «δημοσία δαπάνη» και την όλη επιχείρηση την ονόμασε «Μαύρο Στάχυ»: «Ήθελαν να του αποδώσουν τιμές πρωθυπουργού, όταν μέχρι πριν από λίγες μέρες τον είχαν φυλακισμένο στο σπίτι του, όταν επί ενάμιση χρόνο τον ταπείνωναν…» (σελ. 173).

Η ημέρα της κηδείας, τα σκοτεινά επιτελικά σχέδια των κυβερνώντων που διέλυσαν τη μάζωξη προκαλώντας αιματηρά επεισόδια, οι εντυπώσεις και η ψυχολογία της Κυβέλης που περίμενε ίσα δυο-τρεις φίλους «από τα παλαιά» για να αποχαιρετήσουν τον άνθρωπό της και τελικά δε χωρούσε να περάσει από το πλήθος, είναι γεγονότα που ζωντανεύουν αριστοτεχνικά και με μέτρο. Ούτε υπερβολικοί έπαινοι, ούτε λεκτικοί κομπασμοί, ούτε συναισθηματικές εξάρσεις. Αποσπάσματα από τους επικήδειους, η πορεία της πομπής και η απήχηση αυτής της κηδείας στην ψυχολογία απλών, καθημερινών ανθρώπων που ενώθηκαν ψιθυρίζοντας κατά του καθεστώτος. Αυτό και τίποτε άλλο. Επιπλέον, η επιλογή του Στέφανου Δάνδολου για ένα άκρως συγκινητικό προσκλητήριο, με το οποίο παρέθεσε ονόματα των παρισταμένων από όλες τις περιοχές της Αθήνας και από όλα τα κοινωνικά στρώματα, μου έφερε ξανά δάκρυα στα μάτια για τον παλμό του κόσμου και για τον αντίκτυπο που είχε η απώλεια ενός προσφιλούς ανθρώπου.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου πρωτοετής φοιτητής στη Νομική το 1905. Από το βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού “Ακριβή μου Σοφία…” (Αθήνα: Κάκτος, 1984) (πηγή: Βιβλιοθήκη Ε.Λ.Ι.Α.-Μ.Ι.Ε.Τ., www.elia.org.gr).

Το μυθιστόρημα γεμίζει κάθε μία από τις τέσσερις μέρες με άφθονες πληροφορίες και σκηνές από το παρόν της οικογένειας της Κυβέλης και αποσπασματικά από το παρελθόν του ζευγαριού Παπανδρέου-Ανδριανού. Συνεχή πρωθύστερα φωτίζουν κατά τόπους τις ζωές των δύο πρωταγωνιστών και ζωντανεύουν την εκάστοτε εποχή και μέρος, ενώ σύντομες, μικρές και τεκμηριωμένες παρενθέσεις από το χτες ολοκληρώνουν και δίνουν παραστατικότητα στο σήμερα, χτίζοντας έτσι πετραδάκι πετραδάκι το τεράστιο οικοδόμημα της διπλοκατοικίας Κυβέλη-Γεώργιος Παπανδρέου. Πότε στο τώρα και πότε στο τότε, με αυστηρό καθορισμό των εκάστοτε χρονικών πλαισίων, οπότε δε χάθηκα πουθενά, αντίθετα μπόρεσα να παρακολουθήσω με λαχτάρα τα όσα έζησαν και προκάλεσαν αυτοί οι δύο άνθρωποι, χτίζονται τα πρώτα θεμέλια μιας σημαντικής ιστορίας αγάπης που επιτέλους, στη μέση σχεδόν του μυθιστορήματος, βγαίνει στο φως και καταγράφεται με εντελώς διαφορετικό στυλ από το υπόλοιπο κείμενο. Το Σάββατο, εν αναμονή της κυριακάτικης κηδείας, ό,τι ήταν να γίνει έγινε, η Χούντα εξέφρασε την επιθυμία να τον κηδέψουν δημόσια δαπάνη, η οικογένεια, με αρχηγό την Κυβέλη, αρνήθηκε σθεναρά, η σορός ετοιμάστηκε για την ταφή, το καθεστώς τρομοκράτησε τον κόσμο να μη βγει από τα σπίτια του κι έτσι, η «νεκρή» αυτή μέρα ήταν το ιδανικό σημείο για να μάθουμε τι συνέβη στην πολυκύμαντη ζωή των δύο μεγάλων πρωταγωνιστών.

Η ιστορία αυτών των δύο ανθρώπων, αγκαλιά με τη νεότερη και σύγχρονη πολιτική και κοινωνική ιστορία του τόπου μας, ξεδιπλώνεται μέσα από τα γράμματά τους και καταγράφεται με ενεστώτα διαρκείας που δημιουργεί ένταση και ζωηρότητα, βοηθάει τον λόγο να κυλήσει πιο γρήγορα, και για πρώτη φορά ο Στέφανος Δάνδολος σπάει το φράγμα της τυπικής επικοινωνίας με τον αναγνώστη και βγαίνει μπροστά, δίνοντας τις προσωπικές του εντυπώσεις από την πορεία έρευνας και συγγραφής, καθώς και ελάχιστες προσωπικές του απόψεις, όλα όμως μετρημένα και δωρικά, ακριβώς για να μην αλλάξει η συνολική εικόνα του κειμένου. Ο συγγραφέας είναι επικεντρωμένος στο πώς να φτιάξει ένα καλό μυθιστόρημα, πώς να δημιουργήσει πειστικούς χαρακτήρες και τεκμηριωμένες τοιχογραφίες και δε θέλει να εμφανίσει βορά στα μάτια αδηφάγων ανθρώπων την αλληλογραφία δύο ανθρώπων που αγαπήθηκαν πολύ και για πάντα, εξ ου και με τη στρατηγική του αυτή κίνηση δείχνει, όχι μόνο πως αγαπάει τους ήρωές του και πως σέβεται τον αναγνώστη του, αλλά και πως γνωρίζει πολύ καλά πώς να φτιάξει ένα τεκμηριωμένο, συναρπαστικό μυθιστόρημα κι όχι μια απλή ή «πικάντικη» βιογραφία. Επίκεντρο είναι οι άνθρωποι και τα γεγονότα, η «ψυχαγωγία» της ανάγνωσης κι όχι η παράθεση προσωπικών κειμένων αποκομμένων από τα γεγονότα και τις περιστάσεις που τα δημιούργησαν.

Το «Φλόγα και άνεμος» δεν είναι μόνο το μυθιστόρημα του Γιώργη και της Κυβέλης, δεν είναι μόνο η καταγραφή του αιώνα του πάθους αλλά πάνω απ’ όλα είναι ο απόλυτος ύμνος στη σάρκα που όσο κι αν γεράσει θα ανασαίνει μόνο μέσα από τον έρωτα, είναι η πλήρης υποταγή στο διηνεκές της αγάπης, είναι ο χτύπος της καρδιάς όσο περιμένει το χάδι κι η ανάσα που βγαίνει μόνο για το επόμενο φιλί. «Στερεύουν ποτέ τέτοιοι έρωτες; Όχι. Απλώς πέφτουν στα νύχια της ζωής» (σελ. 45). Κι ο Στέφανος Δάνδολος ξέρει να τα εξυμνεί και να τα φέρνει κοντά στον αναγνώστη, ανεβάζοντας τον λογοτεχνικό πήχυ σε κάθε του βιβλίο όλο και πιο ψηλά.

ΥΓ. Ευχαριστώ θερμά τη Βιβλιοθήκη του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α.-Μ.Ι.Ε.Τ.) για την παραχώρηση του υλικού.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *