9786180104714_hd

Άλλο ένα καλογραμμένο κείμενο από τη Σόφη Θεοδωρίδου, με ένα από τα πιο όμορφα εξώφυλλα των εκδόσεων Ψυχογιός. Το βιβλίο είναι γραμμένο με λυρικό τρόπο, αμεσότητα, ανθρωπιά, συγκίνηση, μηνύματα, ιδέες και νοήματα.

Βιβλίο Το κορίτσι απ’ τη Σαμψούντα
Συγγραφέας Σόφη Θεοδωρίδου
Κατηγορία
Ιστορικό μυθιστόρημα / Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Ψυχογιός
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

ΠΡΟΣΟΧΗ, SPOILERS

Δε χρειάζεται να σας περιγράψω την ιστορία της ζωής της Καλλιόπης από την αρχή ως το τέλος. Η συγγραφέας τοποθετεί την ηρωίδα της σε όλες τις κρίσιμες στιγμές του ποντιακού αλλά και γενικότερα του μικρασιατικού ελληνισμού με αληθοφάνεια και συντροφιά την αξεπέραστη πένα της. Έχουμε τις πορείες θανάτου του 1916, όταν ξεκίνησαν να οργανώνονται οι Νεότουρκοι και οι ασύδοτοι τσέτες να ξεκινούν το κακό εναντίον του ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Η Καλλιόπη γλυτώνει και επιστρέφει στο χωριό της, όπου γνωρίζει έναν πλούσιο Σμυρνιό που έχει έρθει στη γη του Πόντου για να αντιμετωπίσει τους δικούς του δαίμονες και τις τύψεις. Περιφέρεται στα βουνά του Πόντου γνωρίζοντας τους αντάρτες και τη δύσκολη, σκληρή τους καθημερινή μάχη για την ελευθερία και τη δημιουργία ανεξάρτητου ποντιακού κράτους. Η Καλλιόπη χάνει τα ίχνη του άντρα κι αποφασίζει να συνεχίσει τη ζωή της, υποκύπτοντας σε προξενιό. Ο μυστηριώδης επισκέπτης όμως επανεμφανίζεται απροσδόκητα στη ζωή της και της κάνει πρόταση γάμου, οπότε ξεκινάνε την κοινή τους ζωή στη Σμύρνη του 1921. Ο σύζυγος μπλέκεται τελικά στα γρανάζια του τουρκικού στρατού που τον κατατάσσει στις δυνάμεις του χωρίς να το θέλει και μετά τη μικρασιατική καταστροφή το ζευγάρι χάνεται. Η προσφυγοπούλα Καλλιόπη ξεκινάει μια καινούργια ζωή στην Ελλάδα, ξαναφτιάχνει τον κόσμο της, στήνεται στα πόδια της και παγιδεύεται σε έναν γάμο που δε θέλει. Ο άντρας της όμως είναι ζωντανός; Κι αν ναι, θα κατααφέρουν να σμίξουν ξανά οι δρόμοι τους; Τι συνέπειες θα έχει αυτό στο περιβάλλον που έφτιαξε η Καλλιόπη από την αρχή;

Καταπληκτικές σκηνές, διεξοδική παρουσίαση της καθημερινότητας από τους αγωνιζόμενους Ποντίους ως την αριστοκρατία της Σμύρνης κι από τον πόνο του ξεριζωμού στην αγωνία για ένα καλύτερο αύριο. Η συγγραφέας έχει μελετήσει εκτενώς την εποχή, το κλίμα, τις συνήθειες, τον βίο, την ντοπιολαλιά Σμυρναίων και Ποντίων, έχει συμπληρώσει το κείμενό της με άφθονα πραγματολογικά στοιχεία αλλά και παρομοιώσεις και μεταφορές. Μου τα χάλασε λίγο προς το τέλος, μιας και κατά τη γνώμη μου δε χρειαζόταν να κάνει τόσο περίπλοκη τη ζωή της πρωταγωνίστριας. Από αυτό το σημείο και μόνο ίσως χαθούν πόντοι από τη συνολική εκτίμηση του έργου που είναι κατά τα άλλα πραγματικά καλό, μια πολύ καλή συνέχεια της γραφής της Σοφίας Θεοδωρίδου.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Οι μέρες περνούσαν αργοσερνάμενες. Ήρθε ο Φλεβάρης κι έφυγε, όμως η γη εξακολουθούσε να κοιμάται. Τσουχτεροί βοριάδες φυσούσαν κατά διαστήματα από τη Μαύρη Θάλασσα, ουρλιάζοντας πάνω στις στέγες, ταράζοντας τα φοινικόδεντρα και τα αιωνόβια ελαιόδεντρα και λυγίζοντας τα λυγερόκορμα κυπαρίσσια. Κι ύστερα, μια μέρα, σα να ξύπνησε ξάφνου από τον λήθαργό της η γη, κίτρινοι ασφόδελοι πετάχτηκαν απ’ το υγρό χώμα και τα κλωνιά της αμυγδαλιάς γέμισαν ροδόλευκους ανθούς. Ο ήλιος έχασε τη χλωμάδα του και σα φυματικός που είχε πια αναρρώσει αρμένιζε στον γκριζογάλανο ορίζοντα. Είχε φτάσει η άνοιξη κι οι χυμοί της φούσκωναν τη νεκρωμένη πλάση σα ζωογόνα μετάγγιση, πασχίζοντας να την αναστήσουν, δεν άγγιζαν όμως οι ομορφιές της όπως παλιά τις καρδιές των χριστιανών» (σελ. 100).

«Κάποια ξεχασμένα στη φλαμουριά φύλλα, αρπαγμένα με αγωνία απ’ τα κλαριά, ανατρίχιασαν και τρέμισαν στην πνοή του σκανταλιάρη ανέμου και όσα ήδη έστρωναν τον δρόμο σπρώχτηκαν κατά τον νοτιά, χορεύοντας παθητικά στον σκοπό του. Το σιγανό τους θρόισμα φάνταξε σαν ύστατος αποχαιρετισμός στην επίγεια ζωή» (σελ. 141).

«-Αν θέλεις να περνάς καλά και να προκόβεις σα ραγιάς, έλεγε, πρέπει να έχεις μάτι, αυτί και μέση. Με το μάτι ζυγίζεις πού σε παίρνει, με το αυτί αγοράζεις και με τη μέση…τη λυγίζεις όπου χρειάζεται, γιατί δίχως λύγισμα τσακίζεις…» (σελ. 149).

«Πρώτα ήταν ο Θεός, έπειτα ήταν ο άντρας. Κι αυτές όφειλαν να δείχνουν τον σεβασμό στις αποφάσεις του Υψίστου αρχικά και κατόπιν στου άντρα, τηρώντας πάντα τη σωστή προτεραιότητα» (σελ. 311).

«Άδειασε η Μικρά Ασία, η Ανατολική Θράκη, ο μαρτυρικός Πόντος…Και γέμισαν η Αθήνα, ο Πειραιάς, η Σαλονίκη, χωριά και πόλεις από το ανθρώπινο κοπάδι, που στωικά και με αξιοπρέπεια προσπαθούσε να ξαναστήσει τη ζωή του στη μάνα πατρίδα. Στόματα πεινασμένα, που γύρευαν μια χούφτα στάρι να τραφούν, χέρια ροζιασμένα που λαχταρούσαν να πιάσουν πάλι το υνί, το άροτρο, ιδρώτας που περίσσευε στο κορμί κι έψαχνε τρόπο να χυθεί. Φτηνή εργατιά που έπιασε να παλεύει για ένα ξεροκόμματο, να ξαναδώσει πνοή στη ρημαγμένη απ’ τους πολέμους Ελλάδα. Πλατείες, εκκλησιές, παράγκες, χαλάσματα, αποθήκες, πήχτρα όλα στα ανθρώπινα κουρέλια. Φτώχεια και μιζέρια, πόνος και δυστυχία. Όμως κι αξιοπρέπεια. Αχ, αυτή η αξιοπρέπεια στα σφιγμένα βουβά χείλη, στο ευθύ βλέμμα, στα νύχια που μπήγονταν στη χούφτα» (σελ. 472)!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *