149605405_2497798417192743_7172889848347100532_n

Η Βέρα γνωρίζει τον Γιάννη και είναι όλα όμορφα, τρυφερά και ρομαντικά ώσπου πολύ σύντομα μένει έγκυος. Και τώρα, τι γίνεται; Πόσο γρήγορα θα προχωρήσουν οι καταστάσεις και τι θ’ αφήσουν στον ψυχισμό αυτών των δύο ανθρώπων; Πόσα πράγματα μπορεί να ανατρέψει η άφιξη ενός παιδιού και όχι μόνο αυτή; Πώς θα εξελιχθεί η σχέση τους;

Βιβλίο Το ζευγάρι απέναντι δεν καβγαδίζει πια 
Συγγραφέας Γιώτα Στεφάνου
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα

Εκδότης Κέδρος
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Η βιβλιοπώλης Βέρα γνωρίζει τον οδοντίατρο Γιάννη. Η αρχή είναι απόλυτα ρομαντική και ακολουθεί όλα τα στερεότυπα ενός άρλεκιν, διάβαζα όμως με προσοχή κάθε λέξη γιατί ξέρω πως η Γιώτα Στεφάνου πάντα χτυπάει τον αναγνώστη σε απρόσμενες φάσεις. Απολάμβανα λοιπόν τον κεραυνοβόλο έρωτα, το καρδιοχτύπι, τις συναισθηματικές αναταράξεις, τα πάνω και τα κάτω μιας ενδιαφέρουσας γνωριμίας, τις μελετημένες παρομοιώσεις («…κάθομαι στην καρέκλα του ταμείου ξεφούσκωτη και τσαλακωμένη, παρατημένη, φορεμένη κάλτσα», σελ. 19, «Οι τρόποι της μοιάζουν σπασμωδικοί, λες και τη βασανίζει μια δυσπεψία ή ένα μυστικό», σελ. 33-34), την άδεια ζωή της Βέρας («Βλέπω τα πάντα, ψάχνω τα πάντα, κάνω τα πάντα για να μη μείνω μόνη με τον εαυτό μου», σελ. 20) με την αλκοολική μητέρα της, ενώ μου κρατούσαν συντροφιά ρεαλιστικές καταστάσεις ενός μέσου νοικοκυριού με λεκτικούς νυγμούς είτε για τις γυναίκες που μπλέκουν με παντρεμένους («Υπάρχει ολόκληρος στρατός γυναικών που βολεύεται με τα υπολείμματα του χρόνου διάφορων δειλών αρσενικών που θέλουν και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο», σελ. 30 αλλά ένιωσα χειρότερα με αυτό: «Έφευγα και έπαιρνα μαζί μου, σα δώρο, τα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά μας και τις κόκκινες τρίχες των μαλλιών μου που είχαν απομείνει στο σιφόνι της μπανιέρας -η γυναίκα του είναι καστανή», σελ. 31) είτε για τα πρώτα ίχνη κακοποίησης σ’ ένα ζευγάρι είτε για τις λεκτικές αψιμαχίες που χωρίζουν ακόμη περισσότερο ένα αντρόγυνο. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση και η συχνή χρήση ενεστώτα διαρκείας που εναλλάσσεται με αόριστο δίνουν ένταση και ρεαλισμό στην αφήγηση, αν και με αυτόν τον τρόπο φωτίζεται μόνο η Βέρα. Θα ήθελα να δω και την οπτική γωνία του Γιάννη, να μην τον γνωρίζω μόνο μέσα από τα φραστικά του ξεσπάσματα και κάποιες αποσπασματικές σκηνές όπου ήταν παρούσα η γυναίκα του.

Με έξυπνα τρικ περνάμε όλες τις φάσεις της γνωριμίας και μέσα από λίγες και περιεκτικές κουβέντες, λιτά σκηνικά και σωστά διαλεγμένες χρονικές περιόδους καταγράφονται και ζωντανεύουν ο χαρακτήρας του καθενός, οι διαφορετικές απόψεις τους, τα κοινά τους και οι συνήθειές τους. Φτάνουμε στον γάμο και στο παιδί μέσα από απανωτές αλλαγές που κοντράρονται με τις προσδοκίες και τα σχέδιά τους, χωρίς να προλάβουν να βρουν οι δύο αυτοί άνθρωποι τον χρόνο να προσαρμοστούν, να αναρωτηθούν, να ενσωματωθούν, να εγκλιματιστούν: «Το κακό με τους κεραυνοβόλους έρωτες είναι πως οι δύο εραστές δεν προλαβαίνουν να εγκαταστήσουν μεταξύ τους οικειότητα… Είναι σοκαριστικό, είναι αναζωογονητικό αλλά δεν είναι και πολύ χρήσιμο» (σελ. 112). Και ακόμη πιο ξεκάθαρα λίγο παρακάτω: «Το σώμα μου ξέρει λεπτομέρειες για τον Γιάννη… Αλλά πόσα ξέρει το μυαλό μου για τον Γιάννη»; Και φτάνουμε στον γάμο και στο παιδί, με μια εγκυμοσύνη να τρελαίνει τις ορμόνες, με εννιά μήνες να αλλάζουν τα πάνταμέσα και γύρω από τη Βέρα, κυρίως.

Η συγγραφέας με άφησε να σκεφτώ πάνω στο ζευγάρι, παραθέτοντάς μου όλες τις εκφάνσεις της κοινής πλέον ζωής τους. Φταίει η εγκυμοσύνη που ήρθε νωρίς; Φταίνε οι ίδιοι για κάποιο συναισθηματικό ή πρακτικό λόγο που τους εμπόδισε να γνωρίσουν / ακούσουν / σεβαστούν ο ένας τον άλλον; Η Βέρα ξανά: «Αλλά έχω κουραστεί. Μου λείπουν οι ωραίες εικόνες, μου λείπουν οι εικόνες που δεν περιέχουν εργάτες και σκαλωσιές» (σελ. 124). Και μέσα από αυτές τις εξελίξεις, η συγγραφέας κάνει διαχρονικές παρατηρήσεις ευρύτερα πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις με τρόπο που δεν είχα σκεφτεί ποτέ: «Οι λεπτομέρειες στον έρωτα είναι η ουσία. Όλοι μπορούν να μιμηθούν τις χοντροκομμένες δηλώσεις, τις αδρές εκφάνσεις του έρωτα, όλοι μπορούν να πουν σωστά τα ερωτόλογα…Ο πραγματικά ερωτευμένος θα ξεχάσει να βάλει το χτεσινοβραδινό φαγητό στο ψυγείο. Ο ερωτευμένος δεν μπορεί να είναι επιμελής. Δεν του μένει μυαλό για να είναι επιμελής» (σελ. 137). Άλλη μια αλήθεια: «Μην υποτιμάς τις ενοχές. Είναι πιο δυνατές και από την αγάπη. Δες τις σχέσεις γύρω μας. Η πιο δυνατή συγκολλητική ουσία τους είναι η ενοχή. Πεθαμένοι γάμοι συντηρούνται από τις ενοχές, κακότροποι δηλητηριώδεις άνθρωποι μένουν γύρω μας γιατί νιώθουμε ενοχές να τους διώξουμε» (σελ. 179). Ακόμη και μια στιγμή ανεμελιάς μέσα σε όλον αυτόν τον κυκεώνα αποκαθηλώνεται σχεδόν αμέσως: «… όλο έβαζα και έβγαζα φορέματα. Συνειδητοποίησα πως είχα μήνες να κάνω κάτι τέτοιο, να αφεθώ σε κάτι ηλίθιο και ξεκούραστο όπως είναι η ματαιοδοξία» (σελ. 235).

Η συνέχεια και οι ανατροπές που ακολούθησαν μ’ έπιασαν εξαπίνης και μου κάρφωσαν ένα σκεπτικό χαμόγελο στα χείλη. Ήξερα πως τα πράγματα θα ξέφευγαν σύντομα από τα κλισέ, απλώς δεν περίμενα τέτοιες εξελίξεις. Κι έτσι βυθίστηκα στον ασφυκτικό κόσμο του Γιάννη και της Βέρας, αναρωτώμενος πλέον όχι τόσο για τα λάθη και ποιος τα έκανε αλλά για τις συνέπειές τους και ποιος θα την πληρώσει περισσότερο. Η ιστορία έχει εκπλήξεις που με άφησαν με ανοιχτό το στόμα, ανατροπές που θα μπορούσαν να συνεχίσουν το ασφαλές κλισέ ενός χιλιοειπωμένου στόρι αλλά απομακρύνθηκαν εγκαίρως από το εύκολο μελό και μια τελική πορεία υψηλών ταχυτήτων που οδηγεί σ’ ένα εξίσου απρόσμενο τέρμα. Η αλλαγή της Βέρας για να προστατέψει το παιδί της, να το υπερασπιστεί από το περιβάλλον που κλήθηκε για να μεγαλώσει, είναι θεαματική και συνδυάζεται με μια αναπάντεχη τελική τροπή κι έναν απρόσμενο δευτεραγωνιστή που ξαφνικά βγαίνει στο φως χωρίς να έχει πει ούτε μία λέξη κατά την αφήγηση αλλά η θέση του είναι καταλυτική. Οι δύο τελευταίες σελίδες είναι εξαίρετες και συμπυκνώνουν όλη την αφηγηματική δεινότητα της συγγραφέως.

Μια βιβλιοπώλης γνωρίζει έναν οδοντίατρο. Την ιστορία τους τη γράφει η Γιώτα Στεφάνου. Τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο, ούτε γι’ αυτούς ούτε για τον αναγνώστη. Μια ιστορία που ξεφτίζει και παλιώνει μαζί με τους χαρακτήρες και φθείρεται όπως συνεκδοχικά δείχνει το, τάχα μου τυχαία, φθαρμένο, ξεφτισμένο εξώφυλλο. Ένα βιβλίο που με καθήλωσε και μ’ έκανε να σκεφτώ πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, τις προσδοκίες, τις αλήθειες και την πραγματικότητα που πατά πάνω τους.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *