main

Θα μπορούσε να είναι παραμύθι, αλλά είναι μια αληθινή ιστορία, που αρχίζει το 1918 στην Κωνσταντινούπολη. «Είναι η ιστορία της μητέρας μου, της πριγκίπισσας, Σέλμα, που γεννήθηκε σ’ ένα παλάτι της Ισταμπούλ», γράφει η συγγραφέας. «Θέλησα να καταλάβω ποια ήταν η μητέρα μου. Ρωτώντας όσους τη γνώρισαν, ανατρέχοντας σε ιστορικά βιβλία, στις εφημερίδες της εποχής και στα διάσπαρτα αρχεία της οικογένειας, προσπάθησα να αναπαραστήσω τα διάφορα πλαίσια της ζωής της και να ξαναζήσω ό,τι έζησε. Τελικά, για να την πλησιάσω ακόμα περισσότερο, για να την ξαναβρώ, εμπιστεύθηκα τη διαίσθηση και τη φαντασία μου». Σπάνια ένα βιβλίο συνδυάζει τόσο άμεσα την καρδιά με την Ιστορία. Η Κενιζέ Μουράτ κατορθώνει να δώσει απίθανη ζωντάνια και αμεσότητα στους ήρωές της, δημιουργώντας μορφές δυνατές και βαθιά συγκινητικές.(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Βιβλίο Της νεκρής πριγκίπισσας
Τίτλος πρωτοτύπου Regards from the dead princess
Συγγραφέας Kenizé Murad
Μεταφραστής Ευδοκία Παπαγκίκα
Κατηγορία Ρομαντικό μυθιστόρημα 
Εκδότης Ωκεανίδα
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Σε γενικές γραμμές μια ρομαντική ιστορία γεμάτη από τοπία, εικόνες, ήθη και έθιμα και νοοτροπίες. Με πολλές λεπτομέρειες για κάθε πόλη και χώρα που ζει η Σέλμα, για την κατάσταση που υπάρχει εκεί τότε, για τις αλλαγές που γίνονται, για την ιστορία που γράφεται, κάτι που δεν κουράζει, αντίθετα δίνεται ένα στέρεο υπόβαθρο στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία του βιβλίου. Αντικειμενικά όμως, παρ’ όλες τις αρετές της γραφής, η ίδια η πρωταγωνίστρια για μένα δεν έχει κάτι ουσιώδες ως άνθρωπος, ως χαρακτήρας. Έχουμε να κάνουμε με έναν κενό άνθρωπο, που ό,τι νιώθει και κάνει είναι προστατευμένο από χρυσό κουκούλι. Δεν κάνει ρηξικέλευθες κινήσεις κόντρα στο κατεστημένο της ελίτ και της ετικέτας, δεν κάνει μεγάλες επαναστάσεις κι ό,τι τυχόν κάνει είναι περισσότερο αποτέλεσμα της ανάγκης της να γνωρίσει τις δυνάμεις της, της προσπάθειάς της ν’ ανήκει κάπου, παρά της επιθυμίας της να αλλάξει τον κόσμο. Δεξιώσεις, φορέματα, εσπερίδες, αστραφτεροί υποψήφιοι γαμπροί που δεν έχουν δουλέψει ποτέ τους πραγματικά, θα έλεγα ότι διάβασα ένα χαζό άρλεκιν. Όμως φτάνουμε στο Παρίσι και στην Κατοχή του από τους Γερμανούς κι εκεί επιτέλους η Σέλμα αρχίζει να βλέπει τη ζωή στις πραγματικές της διαστάσεις, ζει την εξαθλίωση, την πείνα, την ταπείνωση. Προς Θεού, δεν χαίρομαι με όσα τράβηξε, ούτε πρέπει κάποιος να περνάει του λιναριού τα πάθη για να πεις ότι έζησε, απλά η Σέλμα κατάλαβε ότι στην πραγματική ζωή σφυρηλατείσαι έξω από παλάτια και σαλόνια. Ναι, εκεί ολοκληρώθηκε, εκεί σχηματίστηκε πραγματικά, όταν συναναστράφηκε με τους ανθρώπους, όταν κινδύνεψε να την καταδώσουν λόγω της αγγλικής της υπηκοότητας (σύζυγος Ινδού υπό βρετανική κυριαρχία γαρ). Ενώ το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι λες και διαβάζεις τα άπαντα του Χρήστου Ζαμπούνη ή έστω ένα τεύχος του Life and Style, στο τέλος ερχόμαστε στην πραγματικότητα και η πρωταγωνίστρια γίνεται πιο υπαρκτή, πιο ολοκληρωμένη. Είναι τόσες οι αλλαγές στη ζωή της, τέτοιες οι εξελίξεις και οι ανατροπές στα αισθήματα και στη νοοτροπία της που επιτέλους έχουμε ουσιαστική πλοκή. Αν σας αρέσουν τα γλυκανάλατα ρομάντσα αυτό το βιβλίο είναι κάτι περισσότερο, αν σας αρέσουν τα ιστορικά μυθιστορήματα, αυτό το βιβλίο είναι κάτι λιγότερο. Παραδέχομαι ότι το διάβαζα ξέροντας ότι υπάρχει και συνέχεια, το “Ο κήπος του Μπανταλπούρ“, και φυσικά δεν είχα καμία όρεξη να το διαβάσω, τελειώνοντας όμως το παρόν βιβλίο κάτι με τρώει και θέλω να δω τι έγινε με την κόρη της Σέλμα και πώς μεγάλωσε (η κόρη της Σέλμα είναι η συγγραφέας και των δύο βιβλίων).

ΠΕΡΊΛΗΨΗ ΜΕ SPOILERS

Η Σέλμα, εγγονή του Σουλτάνου της Τουρκίας Μουράτ Ε΄, ζει μέσα στα πλούτη και τη χλιδή, ώσπου ο Κεμάλ Ατατούρκ, όταν πια αποκτά πλήρη εξουσία στην Τουρκία, καταλύει το σουλτανάτο κι όλοι οι πρίγκιπες, απόγονοι κι επίγονοι, ξενιτεύονται από δω κι από κει, έκπτωτοι και χωρίς σκοπό (όχι ότι είχαν πριν κάτι να κάνουν). Η ζωή της Σέλμα (1911-1941) εξελίσσεται παράλληλα με τον κοινωνικό και πολιτικό αναβρασμό που συνοδεύει τις χώρες της Μέσης Ανατολής την περίοδο του Μεσοπολέμου: η Τουρκία και ειδικότερα η Πόλη εξευρωπαϊζεται (άσχετο εδώ έχω μια έντονη αντίρρηση, η Κωνσταντινούπολη αναφέρεται συνέχεια ως Ισταμπούλ, κακώς κάκιστα, όταν μεταφράζεις κάτι, το μεταφράζεις όλο κι όχι ό,τι επιλέγεις εσύ που το μεταφράζεις). η Βηρυτός όπου καταφεύγει η οικογένεια της Σέλμα ετοιμάζεται να διώξει τους Γάλλους από τη χώρα, η Ινδία βράζει από τις διενέξεις μουσουλμάνων και βουδιστών. Στη Βηρυτό η Σέλμα περνά ευχάριστα τις ώρες της και προσπαθεί να ενταχτεί στην τοπική ελίτ. Έχοντας ζήσει διάφορες απογοητεύσεις δέχεται χωρίς δεύτερη σκέψη να παντρευτεί τον Αμίρ, μαχαραγιά ενός κράτους στη βόρεια Ινδία, σπουδαγμένου στην Αγγλία και γι’ αυτό κάπως πιο προοδευτικού απέναντι σε ζητήματα όπως η θέση της γυναίκας στην ινδική κοινωνία, τρόποι διακυβέρνησης του κράτους του κλπ. Η Σέλμα παθαίνει σοκ από τα πρωτοφανή και πρωτόγνωρα έθιμα της Ινδίας, ειδικά απέναντι στη γυναίκα (μπούρκα, η γυναίκα κρύβεται όταν μπαίνει άντρας στο χώρο, οι γιατροί εξετάζουν τις γυναίκες από το διπλανό δωμάτιο κλπ.) και από τη φτώχεια και την ένδεια των κατοίκων. Η Σέλμα πέφτει με τα μούτρα στη βελτίωση των συνθηκών ζωής και της θέσης της γυναίκας, δημιουργώντας συνεχώς σκάνδαλα και προβλήματα στον άντρα της, ο οποίος μαλακός μαλακός αλλά στο τέλος θυμώνει πάρα πολύ μαζί της και της απαγορεύει να ανακατευτεί ξανά γιατί δεν σκοπεύει να πάει τόσο απότομα κόντρα σε προκαταλήψεις αιώνων (έχει και τις κόντρες μουσουλμάνων και βουδιστών που είπαμε πρωτύτερα στο κεφάλι του). Τελικά η Σέλμα, εν όψει της κορύφωσης της εσωτερικής έντασης και της αυξανόμενης θέλησης των Ινδών για απελευθέρωση από το βρετανικό ζυγό, καταφεύγει στο Παρίσι για να γεννήσει το παιδί της. Εκεί ξεσπά η καταπίεση που ένιωθε για δυο χρόνια στην Ινδία: ξενυχτά, διασκεδάζει, γνωρίζει τα πάντα και τους πάντες, φτάνει ακόμη και να ξεμυαλιστεί με έναν Αμερικάνο, που τη φέρνει αντιμέτωπη με τον πραγματικό της εαυτό, της γκρεμίζει τα θέλω, την ανανεώνει, κάνουν έρωτα, ζουν μικρές καθημερινές απολαύσεις αλλά αναγκάζεται να φύγει για ανθρωπιστική αποστολή στο Μεξικό. Η Σέλμα μένει μόνη πια στο Παρίσι κι ευτυχώς που έχει πάντα κοντά της τον πιστό ευνούχο της μητέρας της και τη βοηθά όπως και όπου μπορεί. Στο Παρίσι ζει την κόλαση της γερμανικής κατοχής και αγγίζει τον πάτο για να εξασφαλίσει λίγο φαγητό στο νεογέννητο μωρό της (ξεπουλά ό,τι έχει και δεν έχει, στέκεται στην ουρά για τρόφιμα κλπ.). Μια κρίση περιτονίτιδας τη σκοτώνει και ο ευνούχος αφήνει το μωρό κλαίγοντας στην πρεσβεία της Ελβετίας κι εξαφανίζεται.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *