MANES_ADEIAS_AGALIAS

Τρεις γυναίκες, τρεις μητέρες, τρεις ιστορίες. Άνθρωποι, πόνος, αίμα, Εμφύλιος. Τρεις άγνωστοι άνθρωποι που η Μοίρα τους φέρνει κοντά. Κοινό τους χαρακτηριστικό: η άδεια αγκαλιά. Ένα αριστούργημα λογοτεχνίας, ένας ύμνος στο παράλογο του Εμφυλίου, από έναν άντρα συγγραφέα που δεν παύει όμως να νιώθει τον ίδιο πόνο με μια γυναίκα που της παίρνουν το παιδί, από έναν άντρα συγγραφέα που θέλει να πει μια δύσκολη, σκληρή, ακόμα σιωπηρή για πολλούς ιστορία. Ο συγγραφέας κεντά έναν καμβά περιστατικών, γεγονότων, ιστοριών, με ένα απαράμιλλο στιλ γραφής που συνδυάζει τη λυρικότητα και την αφήγηση, μας κρατά σε αγωνία για τη συνέχεια. Συγκλονιστικές σελίδες, ανθρώπινες ιστορίες, λάθη, αδικίες, φρικαλεότητες, οι λέξεις περισσεύουν μπροστά στον πλούτο των πληροφοριών, των γεγονότων και των περιστατικών.

Βιβλίο  Τα δάκρυα των αγγέλων
Συγγραφέας Θοδωρής Παπαθεοδώρου
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα / Ιστορικό μυθιστόρημα
Εκδότης Ψυχογιός
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Στο τρίτο βιβλίο περιγράφονται τα αιματηρά και βδελυρά γεγονότα του 1949, οι μάχες και η οριστική νίκη του ελληνικού στρατού (παρά τις δηλώσεις του Νίκου Ζαχαριάδη ότι το κόμμα κρατά «το όπλο παρά πόδα», μια πρόταση που τρομοκράτησε το ελληνικό κράτος, με συνέπεια τις εξορίες και τις διώξεις των κομμουνιστών ακόμη και μετά το τέλος του εμφυλίου). Η λογοτεχνική γραφή παραμένει αξεπέραστη, καλολογικά στοιχεία, παρομοιώσεις, μεταφορές, πλοκή σφιχτοδεμένη, χωρίς πολλές εναλλαγές κεφαλαίων και ιστοριών για να μπερδέψουν και να κουράσουν. Παρ’ όλ’ αυτά, το κείμενο θέλει απόλυτη συγκέντρωση γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι απλό, ελαφρύ, ευδιάθετο, εφήμερο. Σίγουρα έχουμε να κάνουμε με μυθιστορηματική ανάπλαση της ιστορίας του Εμφυλίου και του Διχασμού κι έτσι απαιτείται αμέριστη προσοχή κατά την ανάγνωση κι αυτό θα κουράσει και θα ξενίσει. Μην το παρατήσετε αλλά να είστε και προετοιμασμένοι.

Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται είναι αιματηρά, άδικα, παράλογα, η νοοτροπία του κόμματος στείρα και ανούσια κι όμως υπήρξαν άνθρωποι που την υποστήριξαν και έχυσαν το αίμα τους γι’ αυτήν. Κρίμα κι άδικο. Εκτενείς αναφορές στο περιβόητο παιδομάζωμα και τις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, τις αιματηρές μάχες σε Γράμμο και Βίτσι, τη διαφωνία του Τίτο με τον Στάλιν με αποτέλεσμα η Γιουγκοσλαβία να κλείσει τα σύνορά της και να μειωθεί αρκετή από την οικονομική και άλλη ενίσχυση προς τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδος, τα όνειρα και τις προσδοκίες του ΚΚΕ, το οποίο με την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση που συγκρότησε, ένα ψευδο-κράτος που ποτέ καμία χώρα και καμία κυβέρνηση δεν αναγνώρισε (άσε που περιοριζόταν σε δυο κορυφογραμμές μόνο ανάμεσα Βίτσι-Γράμμο) είχε την πρόθεση να διχοτομήσει τη χώρα και να αποσπάσει το βόρειο κομμάτι της για να εκπληρωθούν τα σχέδια του Στάλιν για Βαλκανική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία (μάλιστα το ΚΚΕ στηριζόταν στους προαιώνιους εχθρούς της πατρίδας, Γιουγκοσλάβους και Βούλγαρους).

Οι ηρωίδες αρχίζουν να έρχονται κοντά η μία στην άλλη, αρχίζουμε να αποχαιρετάμε κάποιους χαρακτήρες που μας συντρόφεψαν για τόσες σελίδες, ο συγγραφέας βαδίζει πια στα ίχνη του Ομήρου αφηγούμενος έναν πιο πρόσφατο πόλεμο, έναν πόλεμο θύμα του οποίου υπήρξε ο παππούς του, ένας άμαχος εργάτης στη σιδηροδρομική γραμμή στα Μαράσια Ανατολικής Θράκης (επί τη ευκαιρία περιγράφονται οι σχέσεις των ντόπιων βουλγαρόφωνων και σλαβόφωνων κατοίκων με τους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν εκεί το 1922, μια δύσκολη σχέση μέχρι και το ξέσπασμα του εμφυλίου). Ειλικρινά αν το περιστατικό που περιγράφεται στις σελίδες 179-181 όντως το έζησε ο πατέρας του συγγραφέα και όντως ο πατέρας του συγγραφέα ήταν αυτόπτης μάρτυς στην τυχαία ανατίναξη μιας νάρκης από εργάτη με τον οποίο δούλευε ο συνονόματος παππούς του, τότε δεν έχω λόγια για τους αυτόπτες μάρτυρες τέτοιων φρικιαστικών και άδικων σκηνών, που σε μια στιγμή μέσα σού καταστρέφουν ό,τι υπήρξες ποτέ στη ζωή σου. Και μπράβο στον συγγραφέα που μετέτρεψε τον πόνο του σε έργο, σε δημιουργία, κατακόκκινη από το αίμα, μαύρη από την αδικία αλλά δημιουργία.

Ο συγγραφέας είναι δριμύτατος: «Γιατί λοιπόν; Γιατί όλη αυτή η σφαγή; Πέρα από τις εθνικές κορόνες του νικηφόρου ελληνικού στρατού και τους λαϊκούς δεκάρικους του ηττημένου ΚΚΕ, το γιατί η λαοπρόβλητη κι αλάθευτη ηγεσία του τιμημένου κόμματος επέλεξε την τελική σύγκρουση και τη βέβαιη ήττα κι έτσι ωμά και ανυπολόγιστα θυσίασε τον ανθό του ελληνικού λαού, μένει αναπάντητο και κανείς λογικός κι εχέφρων νους δεν μπορεί να εξηγήσει» (σελ. 308).

Έληξε ο πόλεμος, οι αντάρτες ηττήθηκαν (το Κόμμα ποτέ δεν ηττάται, απλώς έχουμε μια υποχώρηση!), οι ζημίες και τα θύματα καταμετρήθηκαν. Και τώρα; Σε αυτό το ερωτηματικό απαντάει ο συγγραφέας στο επόμενο και τελευταίο βιβλίο του. Ανυπομονώ να το διαβάσω!

SPOILERS

Στη συνέχεια καταγράφω τα βασικά σημεία της πλοκής για να βοηθήσουν κι εμένα στη συνέχεια της ανάγνωσης και όσους αναγνώστες επιθυμούν να εντρυφήσουν σε μια διαφορετική εξιστόρηση του Εμφυλίου, αυτήν μέσα από τα μάτια των απλών ανθρώπων που την έζησαν.

-Στο Μυριόφυλλο, οι αντάρτες έχουν εγκατασταθεί για τα καλά κι αναγκάζουν τους κατοίκους του χωριού να τους παραδίδουν κάθε τρόφιμο που έχουν, να μαγειρεύουν φαγητό για όλους τους. Επιπλέον όσοι είναι δυνατοί και ικανοί για δουλειά, άντρες και γυναίκες, αναγκάζονται να φτιάξουν οχυρωματικά έργα. Ανάμεσα στους αντάρτες είναι και ο Ηλίας, ο οποίος αρνείται τη φιλοξενία της μητέρας του και γίνεται μάρτυρας σε ένα δυσάρεστο επεισόδιο: τυφλωμένος από την καθοδήγηση του κόμματος αναγκάζεται να δεχτεί ότι ο αγαπημένος του γερο-Ζιάκας, ο σεβάσμιος γέροντας του χωριού και δεύτερος παππούς του, είναι εχθρός των ανταρτών και η μαρτυρία του οδηγεί τον ηλικιωμένο στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το καλοκαίρι του 1948 μετά από σειρά γεγονότων οι αντάρτες υποχωρούν από το Γράμμο κι έτσι η ζωή των κατοίκων επανέρχεται σε γνώριμους ρυθμούς, αν εξαιρέσεις ότι η Χωροφυλακή εκτοπίζει στην εξορία κάθε συγγενή και φίλο των ανταρτών που δρουν στα βουνά, αποκόπτωντάς τους έτσι κάθε φίλιο έδαφος!.

– Η Φανή, στα 16 της πια, είναι κομματική επίτροπος και κομματική υπεύθυνη στις γυναίκες του στρατοπέδου εφοδιασμού του Αρχηγείου Μακεδονίας του ΔΣΕ. Εκεί πολεμάει μαζί με τον πατέρα της εναντίον των «μοναρχοφασιστών» στις τελευταίες απελπισμένες και λυσσώδεις μάχες του ΔΣΕ. Αργότερα, με υπερηφάνεια ο Σπύρος ανακοινώνει στην κόρη του τα νέα της καθήκοντα: «Από το Μάρτη που μας πέρασε, το Κόμμα μας πήρε μια μεγάλη απόφαση για το μέλλον του λαϊκού αγώνα. Αποφασίσαμε να μαζέψουμε τα παιδιά των περιοχών που ελέγχουμε και να τα στείλουμε στις Λαϊκές Δημοκρατίες, για να τα προστατέψουμε από τους μοναρχοφασίστες και τον πόλεμο, για να τα σώσουμε από το κακό και τη σφαγή» (σελ. 104). Έτσι η Φανή στέλνεται στο Βελιγράδι εμπιστευτικά μαζί με πέντε άλλες κοπέλες για να προετοιμάσουν τους χώρους υποδοχής των παιδιών και να πείσουν τους αδελφούς σοσιαλιστικούς λαούς για το σκοπό της αποστολής των παιδιών.

Έτσι ξεκινάει η πρωτόγνωρη και οδυνηρή εμπειρία που έζησε η ελληνική ύπαιθρος ενάμιση αιώνα μετά την παύση του γενιτσαρισμού. Συνολικά τη διετία 1948-1949 περίπου 28.000 παιδιά από βρέφη έως 14 ετών συγκεντρώθηκαν από το ΚΚΕ και τους αντάρτες και εστάλησαν στις κομμουνιστικές χώρες ολομόναχα και υπό τις χειρότερες συνθήκες. Κάποια παραδόθηκαν με τη συγκατάθεση των γονέων τους για να σωθούν από τον πόλεμο, κάποια άλλα μαζεύτηκαν από μονάδες στρατολόγησης αλλά τα περισσότερα ξεριζώθηκαν από τα χωριά τους και εγκαταστάθηκαν σε στρατόπεδα. Προς το τέλος του εμφυλίου, που τα πράγματα δυσκόλευαν για τους αντάρτες, όσα ήταν πάνω από 13 ετών οδηγήθηκαν πίσω στην Ελλάδα και πολέμησαν στις τελευταίες μάχες. Ταυτόχρονα με το παιδομάζωμα συγκέντρωσε και η Φρειδερίκη 18.000 παιδιά σε Παιδουπόλεις που λειτούργησαν είτε ως ορφανοτροφεία είτε ως αναμορφωτήρια (για όσα ήταν παιδιά ανταρτών). Τα περισσότερα με το τέλος του εμφυλίου επέστρεψαν στις οικογένειές τους ενώ από τα 28.000 παιδιά που άρπαξε το ΚΚΕ ελάχιστα επέστρεψαν (χάθηκαν ή εξαφανίστηκαν, μιας και οι ανατολικές κομμουνιστικές χώρες απέκρυβαν κάθε στοιχείο των παιδιών κι αρνούνταν στις διεθνείς επιτροπές να επισκεφθούν τα στρατόπεδα).

Η Φανή πολεμάει στο Μπέλες και ζει πολύ άσχημα περιστατικά. Όταν σφίγγει ο κλοιός, το κόμμα τη στέλνει στο Γράμμο κι η χαρά της είναι μεγάλη γιατί θα ανταμώσει την κόρη της και τον άντρα της. Η Γιάννα και ο καπετάν Οδυσσέας συμμετέχουν σε μια από τις μάχες του ΔΣΕ και ο Οδυσσέας της σώζει τη ζωή. Στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται, η Γιάννα και ο Οδυσσέας αποκαλύπτουν τα αισθήματά τους ο ένας για τον άλλον αλλά τα καταπνίγουν γιατί το κόμμα απαγορεύει τις σχέσεις μεταξύ των συναγωνιστών. Η Φανή φτάνει στις Πρέσπες κι επιτέλους βρίσκει τον άντρα της αλλά έντρομη ανακαλύπτει ότι η κόρη τους έχει ήδη ξεκινήσει για αλλού. Μέσα στην ανάπαυλα του πολέμου, βρίσκουν την ευκαιρία να κάνουν έρωτα και να ξεκλέψουν λίγες στιγμές ευτυχίας και χαράς. Πολύ λίγες.

Η Φανή με ραδιοσήμα ενημερώνεται για τις τελευταίες εξελίξεις και το Κόμμα την καλεί πίσω στο Βίτσι και στο Γράμμο, οπότε ξεκινάει με τις συντρόφισσές της να επιστρέψουν στην Ελλάδα. «Λίγο οι απανωτές ήττες και πολύ περισσότερο ο φανατικός δογματισμός και το άφρον πείσμα, η κατάσταση στις γραμμές των ανταρτών θύμιζε φρενοκομείο» (σελ. 341). Έτσι ο Σπύρος, όταν φτάνει η κόρη του στη μάχη, τη βάζει μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες να πάει στην πρώτη γραμμή και να μιλήσει με χωνιά στους στρατιώτες απέναντι, σίγουρος ότι θα τους μεταπείσει και θα έρθουν με το μέρος των κομμουνιστών! Έτσι και τα πέντε κορίτσια βρίσκουν φριχτό θάνατο. Ο συγγραφέας στις σελίδες 346-347 κεντά με χρυσοκέντητη κλωστή τις αδικοχαμένες τελευταίες στιγμές πέντε ανθών, πέντε νέων ανθρώπων που πίστεψαν σε κάτι απίστευτο.

– Η Κατερίνα συμμετέχει στην εφοδιοπομπή που κατευθύνεται προς την Κρυσταλλοπηγή, όπου τα όπλα και τα εφόδια θα δοθούν στους αντάρτες που θα τα περνούσαν στο ελληνικό έδαφος και θα τα μετέφεραν με ασφάλεια στις αντάρτικες μονάδες, αλλά στην πορεία τραυματίζεται και νοσηλεύεται στο Ζντάνοφ, το γιουγκοσλαβικό χωριό όπου το ΚΚΕ είχε φτιάξει αναρρωτήριο και θεραπευτήριο για τους πληγωμένους. Η Κατερίνα συνεχίζει να γράφει πυρετωδώς γράμματα στη μητέρα της, γράμματα που ποτέ δε θα παραλάβει εκείνη, η μάνα που της λείπει τόσο μα τόσο πολύ.

Μετά τη σύγκρουση Τίτο-Στάλιν η Γιουγκοσλαβία κλείνει τα σύνορά της για τους Έλληνες αντάρτες και παύει να τους ενισχύει. Έτσι οι τραυματισμένοι αντάρτες μεταφέρθηκαν σε βουλγαρικό και αλβανικό έδαφος. Η Κατερίνα μεταφέρεται στην αλβανική πλευρά της Μεγάλης Πρέσπας και προσφέρει τις υπηρεσίες της ως νοσοκόμα, έχοντας πια γίνει καλά. Η προϋπηρεσία της την καθιστά ικανή να υπηρετήσει στο νοσοκομείο των ανταρτών στο Βροντερό, ανάμεσα στις δύο Πρέσπες. Με τη λήξη του πολέμου όλοι μαζί αποσύρονται στα εδάφη της Αλβανίας για να σωθούν πριν κλείσουν τα σύνορα.

– Στην Αθήνα η Αριάδνη γνωρίζει μέσω της φίλης της, Ιωάννας Τσάτσου, τον Γιώργο Σεφέρη. Η Αριάδνη δεν μπορεί να συνέλθει από τη μοναξιά της και με το που φεύγει ο αδερφός της, Μανώλης, για το μέτωπο, ζητά τη βοήθεια της Ιωάννας Τσάτσου να προσφέρει βοήθεια οπουδήποτε έξω από την Ελλάδα. Τελικά η Αριάδνη ταξιδεύει ως Γραμματέας Β΄ στο Ελληνικό Προξενείο Αδριανούπολης, που παίζει σημαντικό ρόλο και στηρίζει τους ανταρτόπληκτους χωρικούς του Έβρου και της Θράκης γενικότερα. Η Αριάδνη αναλαμβάνει να καταγράφει τις ελλείψεις και να παρέχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε πρόχειρο προσφυγικό καταυλισμό στα Μαράσια, κοντά στα ελληνο-τουρκικά σύνορα, όπου καταφεύγουν οι ντόπιοι από φόβο για τις ληστρικές επιδρομές των ανταρτών στα χωριά τους. Μετά την έκρηξη της νάρκης στην κοντινή γέφυρα (όπως ανέφερα ανωτέρω) αντάρτες επιτίθενται και ο στρατός τους αποδεκατίζει. Ανάμεσα στους νεκρούς και η Δήμητρα, φίλη της Μέλπως, που κουβαλούσε πάνω της φωτογραφία της Φανής (στην οποία απεικονιζόταν και η Κατερίνα!).

Η Αριάδνη που είναι αυτόπτης μάρτυς της ανατίναξης φροντίζοντας τα πτώματα βρίσκει τη φωτογραφία και παθαίνει σοκ. Επιστρέφει άρον άρον στην Αθήνα, μια Αθήνα που δεν έχει καμία σχέση με τα χωριά των συνόρων, μια Αθήνα που ζει ευτυχισμένη με τα εφόδια του Σχεδίου Μάρσαλ και της ΟΥΝΡΑ, μέχρι και θέατρα ανοίγουν κι ας συνεχίζεται η σφαγή στα βουνά της Μακεδονίας. Η Αριάδνη δεν καταφέρνει να κινήσει τα γρανάζια της γραφειοκρατίας ούτε με τη φωτογραφία της Κατερίνας της κι έτσι κλείνεται στο σπίτι της ξανά, όπου όμως βρίσκει το γράμμα του Γιάννη Στάκα και θυμάται την υπόσχεση που έδωσε στον εκτελεσμένο άντρα να βρει την οικογένειά του και να παραδώσει το γράμμα του. Γεμάτη τύψεις που έδωσε απερίσκεπτα το δαχτυλίδι του για να σώσει τη ζωή του παιδιού της χωρίς να ξέρει ότι δεν θα το πετύχει, με τη βοήθεια του αδερφού της, Μανώλη, πηγαίνει στο Μυριόφυλλο.

Και οι ηρωίδες επιτέλους γνωρίζονται:

Η Αγγέλα καλείται ως μάρτυρας στο Στρατοδικείο Καστοριάς μαζί με άλλες γυναίκες για να αναγνωρίσει τους αντάρτες από το δικό της χωριό και να δηλώσει τα πραγματικά τους ονόματα. Με χαρά παραδίδει τον Μήτσο Ντάκα, προσωπικό της εχθρό και γενικότερα persona non grata στο Μυριόφυλλο, στα χέρια της Χωροφυλακής. Την επομένη της εκτέλεσής του της παραδίδουν τα προσωπικά του αντικείμενα για να τα δώσει στην οικογένειά του. Έντρομη, ανακαλύπτει το δαχτυλίδι του συζύγου της! Όταν τις μεταφέρουν πίσω τις σταματούν στο δρόμο και τις ανακοινώνουν ότι τα χωριά τους καταλήφθηκαν πάλι από τους αντάρτες, οπότε είναι επικίνδυνο να τις γυρίσουν πίσω. Πάνω στον καβγά και τη φασαρία της απελπισίας, η Αγγέλα λιποθυμάει και δέχεται την περιποίηση της Αριάδνης, την οποία σταμάτησαν επίσης οι στρατιώτες, απαγορεύοντάς της να πλησιάσει το Μυριόφυλλο.

Στο Μυριόφυλλο οι αντάρτες απογράφουν τα παιδιά και αρχίζουν να τα μαζεύουν. Η Βασίλαινα νιώθει το κακό να έρχεται αλλά δεν προλαβαίνει να το σκάσει με την εγγονή της. Οι αντάρτες την αρπάζουν και η πορεία της εξαθλίωσης των παιδιών αρχίζει. Η Βασίλαινα σώζει τη ζωή της εγγονής της από πνιγμό αλλά η ίδια, υπερήλικη και ταλαιπωρημένη, δεν τα καταφέρνει να επιβιώσει. Τα παιδιά και οι συνοδοί τους καταφεύγουν σε αλβανικό έδαφος.

Η Αγγέλα και η Αριάδνη παρακολουθούν μαζί στην Καστοριά τις εξελίξεις και τη νίκη του ελληνικού στρατού. Κάθε μέρα μεταβαίνουν στο στρατοδικείο για να εντοπίσουν τα παιδιά της Γιάννας. Εκεί συναντούν την αιχμάλωτη Μέλπω, η οποία λιποθυμά και η Αριάδνη, που την περιποιείται, παρά τις αντιρρήσεις των παρισταμένων, ανακαλύπτει ότι είναι έγκυος! Ανάμεσα στους αιχμαλώτους και ο Ηλίας Στάκας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *