14635

Μια γυναίκα κι ένας άντρας που γνωρίζονται με αφορμή μια φάρσα προσπαθούν να ορθοποδήσουν σε μια εποχή και σε μια χώρα που αλλάζει. Παρεξηγήσεις και μυστικά, ανατροπές και εμπόδια ατσαλώνουν τον έρωτά τους και παλεύουν με τις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που θα επιφέρουν οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Εκείνη στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη, εκείνος στην Αθήνα. Δύο διαφορετικοί κόσμοι θα έρθουν κοντά και θα ταράξουν τα νερά.

Βιβλίο Παλιές και νέες χώρες 
Συγγραφέας Ισίδωρος Ζουργός
Κατηγορία
Κοινωνικό μυθιστόρημαΙστορικό μυθιστόρημα
Εκδότης Πατάκης
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Ο Ισίδωρος Ζουργός στο νέο του μυθιστόρημα ζωντανεύει με την οικεία αφηγηματική του τέχνη την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Δύο τόποι που βράζουν από τις εξελίξεις, με την πρωτεύουσα να είναι στην καρδιά των γεγονότων και τη νύμφη του Βορρά να επισκιάζεται από τις εξελίξεις στο κρητικό ζήτημα. Σε αυτό το πλαίσιο κινούνται οι δύο πρωταγωνιστές, ο Μιχαήλ Δέδες και η Λεύκα Κηρομάνου, εκείνος μόλις επέστρεψε από τις σπουδές του στην Ευρώπη, εκείνη ζει μια άνετη και τρυφηλή ζωή, μόνη και αποφασιστική. Μετά από ένα σοκαριστικό πρώτο κεφάλαιο, αρχίζει η ιστορία του Μιχαήλ Δέδε από την Αθήνα του 1884 και είναι τόσο γλαφυρή και παραστατική που ένιωθα πως διάβαζα αυθεντικά απομνημονεύματα περιηγητών και ταξιδιωτών της εποχής, όχι απλά ένα μυθιστόρημα. Ο Γεώργιος Δέδες διαβιεί με άφθαστο πλούτο τον οποίο δεν επιδεικνύει, μιας και αυτό θεωρεί πως είναι γνώρισμα των ετεροχθόνων, των Ελλήνων δηλαδή από το εξωτερικό. Κρατά τις αποστάσεις του από βουλευτές και υπουργούς και προτιμά τις αθέατες διασυνδέσεις. Η οικογένεια Δέδε έχει σημαντικό και διαπρεπή εμπορικό οίκο, με υποκαταστήματα σε Τεργέστη και Ερμούπολη, όπου μένουν τα αδέλφια Στέργιος και Περικλής αντίστοιχα. Ο Γεώργιος κράτησε «τον πνεύμονα της επιχείρησης» στην Αθήνα και παντρεύτηκε τη Βιλελμίνη, «σύζυγο ευειδή και μάνα τρυφερή». Το μοναχοπαίδι λοιπόν Μιχαήλ Δέδες παραδέχεται πως δεν τον ενδιαφέρει η οικογενειακή επιχείρηση, τι θα κάνει όμως και πώς θα το δεχτεί αυτό ο πατέρας του; Πρεσβεύει τις απόψεις των «κοινωνιστών», μιλάει για ισότητα και για σωστές συνθήκες εργασίας, πιστεύει στο μέλλον του κόσμου ότι θα περάσει σε εργατικά χέρια κλπ., απόψεις που αρχίζουν να ενοχλούν γνωστούς και φίλους: «Έβλεπε μπροστά του έναν άνθρωπο που έμοιαζε με δυσανάγνωστο χρεόγραφο, το οποίο δύσκολα κάποιος θα το πιστοποιούσε και θα το εξαργύρωνε…έναν άνθρωπο-γρίφο, ένα μπερδεμένο θαλασσοδάνειο, ένα πρόβλημα που ευτυχώς δεν ήταν δικό του» (σελ. 93). Γιατί παρ’ όλ’ αυτά δέχεται την πρόσκληση του θείου του από την Ερμούπολη να τον επισκεφθεί για λίγες μέρες στο πιο σημαντικό εμπορικό λιμάνι της Μεσογείου;

Από την άλλη, η Λεύκα Κηρομάνου είναι μια γυναίκα που διαφέρει από τις άλλες της εποχής της, ζει σ’ έναν κόσμο με μελάνια, χρεόγραφα, ενέχυρα τίτλων, λογιστικά φύλλα, «ανάμεσα σε Εβραίους σαράφηδες και Ρωμιούς τοκογλύφους», διαφέρει από τις κυρίες της Φιλοπτώχου Αδελφότητας και τις εργάτριες των εργοστασίων. Είναι κόρη καταστηματάρχη, κτηματομεσίτη και σαράφη και συνεχίζει με χαρά και ταλέντο τη δουλειά του πατέρα της απ’ όταν εκείνος πέθανε. Σοκαρισμένη αρχικά από την αποκάλυψη των κρυφών εργασιών του πατέρα της, τελικά ακολουθεί τα χνάρια του και περιγράφει αντικειμενικά και ακριβοδίκαια τον τρόπο που δούλευε εκείνος, πώς διπλάρωνε στην ανάγκη τους όσους τον χρειάζονταν για δανεισμό, πώς επένδυε στη γη, πόσο μετρημένα ζούσε, πόσο στενά παρακολουθούσε τις εξελίξεις στην οικονομία και στο εμπόριο κ. π. ά. Η Λεύκα μεγαλώνοντας μίσησε τη μιζέρια που εκείνος εκπροσωπούσε, γι’ αυτό φρόντισε να ζήσει αλλιώς. Έδωσε νέα πνοή στο μαγαζί-βιτρίνα με τα έλαια και τους σάπωνες κι έγινε αδίστακτη ως προς τους οφειλέτες, όλοι τους τιποτένιοι και ακόλαστοι, όχι αθώοι φουκαράδες. Δηλώνει απογοητευμένη από την αντροκρατία: «…όσοι κόσμοι γνωρίζω είναι φτιαγμένοι για τους άντρες. Τι είδους επαγγελματικά όνειρα μπορεί να κάνει μια γυναίκα;» (σελ. 246). Στα κεφάλαια που φωτίζουν τη δική της πλευρά της ιστορίας έχουμε πρωτοπρόσωπη αφήγηση με την οποία η Λεύκα απευθύνεται στον Μιχαήλ σε β΄ ενικό, ως δείγμα της επιθυμίας της να γράψει τη βιογραφία του ανθρώπου που αγάπησε. Γιατί θέλει να αποτυπώσει στο χαρτί τη ζωή του και τι συνέβη ανάμεσά τους; Έζησαν τελικά τον έρωτά τους;

Θεσσαλονίκη και Αθήνα, δυο σημαντικές πόλεις, οι οποίες, την εποχή που διαδραματίζονται τα γεγονότα στο βιβλίο, δεν έχουν μπει ακόμη στο ίδιο βαγόνι ανάπτυξης και προόδου. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι Ελλάδα: «Εδώ είναι η χώρα των σουλτάνων, Μιχαήλ, μια αυλή των θαυμάτων. Εδώ ήρθες πριν από χρόνια και με αναζήτησες» (σελ. 17), γράφει η Λεύκα Κηρομάνου και συνεχίζει: «…εδώ στη Σαλονίκη υπάρχει μια άλλη Ελλάδα, ξεχασμένη. Το μυαλό της κυβέρνησης των Αθηνών είναι μόνο στην Κρήτη, όμως εδώ υπάρχει ένα πλούσιο κοίτασμα ελληνικής γλώσσας και ορθόδοξης πίστης» (σελ. 163). Η Θεσσαλονίκη του 1911 με την οδό Σαμπρή πασά, το βιβλιοπωλείο του Μόλχο, τη λεωφόρο των Εξοχών, το Θεαγένειο, το Καραμπουρνάκι, τους Καπουτζήδες, τα παραθαλάσσια τείχη της που γκρεμίζονται για να χαραχτούν ευχάριστες λεωφόροι αντιδιαστέλλεται με την πρωτεύουσα, που έχει όμορφα μέγαρα στο κέντρο αλλά και χαμοκέλες στου Ψυρρή ή στο Μεταξουργείο, πολυτελή καταστήματα στη Σταδίου αλλά και παράγκες και σφαγεία, με τη σκόνη και τη λειψυδρία να πρωτοστατούν. «Ο πρώτος συγγενής που σε υποδέχεται στην αθηναϊκή πρωτεύουσα είναι η σκόνη, ένας ακλόνητος δεσμός αίματος ανάμεσα στους κατοίκους και στο τοπίο» (σελ. 36). Κάπου αποζητά την προσοχή μας και η Ερμούπολη της ίδιας εποχής, «μια γριά βαρόνη που φτώχυνε και δεν της δίνουν τόση σημασία», αφού με την επανάσταση της ατμοπλοΐας τα πλοία φεύγουν κατευθείαν για Πειραιά και δε σταματούν ενδιάμεσα στο λιμάνι της.

Σε αυτές τις πόλεις ζουν οι ήρωες του βιβλίου, το πρωταγωνιστικό ζευγάρι, οι φίλοι και οι γνωστοί τους. Ο μονόχνοτος Επτανήσιος σιόρ Λευτεράκης, το δεξί χέρι του Γεωργίου Δέδε, η υπηρέτρια και παραμάνα του Μιχαήλ, Όλγα, ο Παράσχος Δέδες, γιος του Περικλή και της Σταυρούλας (μια γυναίκα «ψηλή και αρχοντικά υπέρβαρη»), ο Λάζαρος και η Αρετή, ο αμαξάς και η μαγείρισσα της Λεύκας κ. π. ά. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό και απρόσμενο μυθιστόρημα, με πλούσιο λεξιλόγιο της εποχής και ολοζώντανους χαρακτήρες που φέρνουν στο φως έναν ανακατεμένο, άρτι ανανεωμένο ελληνικό 19ο αιώνα. Διαφορετικοί τόποι και άνθρωποι, διαφορετικά υπόβαθρα, διαφορετικές ιστορικές καταβολές, διαφορετικός ρυθμός ανάπτυξης ανάμεσα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη κι αυτή είναι η μαγεία του μυθιστορήματος, ότι φέρνει κοντά ανισομέρειες και διαφορές που συγκροτούν έναν αναπάντεχο και ανατρεπτικό καμβά εξελίξεων, με άξονα την ιδιαίτερη σχέση των δύο πρωταγωνιστών. Φυσικά πάντα με τον λυρισμό του συγγραφέα: «Πέφτει μια βροχή κουμπωμένη, διστακτική, αφού κάθε τόσο αρχίζει και πολύ σύντομα σταματά» (σε. 14). Και στη συνέχεια: «Ο χειμώνας δεν καταφτάνει στις πόλεις μέσω κάποιας βασιλικής οδού…Στην Αθήνα στέλνει κάτι σαν ευγενικό τηλεγράφημα, συνήθως μια αιφνίδια βραδινή ψύχρα…στη Σαλονίκη ο χειμώνας καταφτάνει σαν ακάλεστος μουσαφίρης» (σελ. 219).

Οι «Παλιές και νέες χώρες» είναι ένα καλογραμμένο ιστορικό μυθιστόρημα που με αφορμή τον Μιχαήλ Δέδε και τη Λεύκα Κηρομάνου καταγράφει με ενάργεια και παραστατικότητα το ιστορικό μεταίχμιο της Ελλάδας, η οποία, ξεκινώντας με τους Βαλκανικούς πολέμους, θα αποκτήσει νέα εδάφη και θα μεγαλώσει την περιφέρειά της. Οι δύο πρωταγωνιστές περνάνε διάφορα στάδια, πηγαινοέρχονται ανάμεσα στις δύο πόλεις, είναι ευμετάβλητοι και άστατοι, ευεπηρέαστοι, με αποτέλεσμα να αναρωτιέμαι τι λείπει από αυτό το βιβλίο. Έχουμε μια διαφορετική ερωτική ιστορία που αργεί να εκδηλωθεί λόγω της φάρσας που φέρνει κοντά τους δυο χαρακτήρες αλλά ποιος ο λόγος να γνωρίζουμε τους άλλους, όπως την οικογένεια του θείου Δέδε στη Σύρο, αφού δε θα μας απασχολήσουν μετά και δε θα επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό τις εξελίξεις. Πώς γίνεται η Λεύκα και ο Μιχαήλ να κάνουν κάτι, να το αφήνουν πίσω τους ελαφρά τη καρδία για να ξεκινήσουν κάτι άλλο αλλού κι από κει να φύγουν ξανά; Όσο κι αν αγάπησα την εποχή και τις πόλεις, δεν κατάφεραν να με κρατήσουν κοντά τους οι ήρωες του βιβλίου, των οποίων η ζωή ένιωθα πως πάσχει από συνέπεια και συνέχεια. Είχα την αίσθηση πως απλώς άγονται και φέρονται ώστε να γνωρίσουμε την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη από τα τέλη του 19ου αιώνα ως την εποχή λίγο πριν το ξέσπασμα των Βαλκανικών πολέμων και να δώσουν χρόνο στις εξελίξεις να φέρουν τις αλλαγές που θα οδηγήσουν τους ήρωες σε νέα περιβάλλοντα. Υπέροχη γραφή, χαρακτήρες που φωτίζονται από κάθε πλευρά, καταπληκτικές και παραστατικές λεπτομέρειες, μάλλον λείπει όμως το «γιατί» και ο κινητήριος μοχλός πίσω από όλα αυτά.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *