84364

Ποια κοπέλα κέντησε κρυφά έναν αετό στην παραδοσιακή ποδιά της και τι ήθελε να θυμάται με αυτό; Πόσο δύσκολη είναι η ζωή των Σαρακατσάνων και πόσο αποκλεισμένη από το ευρύτερο κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι; Πώς διασώθηκαν τα ήθη και τα έθιμά τους και πώς μορφώνονταν; Πόσο εύκολα μπορεί να αλλάξει τη ζωή τους ένας δάσκαλος με όραμα και αγάπη για τη μάθηση;

Βιβλίο Ο χορός του αετού 
Συγγραφέας Νάγια Δαλακούρα
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Κλειδάριθμος
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Η Νάγια Δαλακούρα στο νέο της μυθιστόρημα μας ταξιδεύει στους σαρακατσάνικους καταυλισμούς της Ροδόπης και μας συστήνει με τον καλύτερο τρόπο την καθημερινότητά τους, την ντοπιολαλιά τους, τα ήθη και τα έθιμά τους, τον τρόπο ζωής τους, τις μετακινήσεις τους όταν αλλάζουν οι εποχές και πολλά άλλα. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: δεκαετία του 1920, πόλεμος και μεταπολεμικά χρόνια. Το 1926 στο τσελιγκάτο της Χαϊντούς στη Ροδόπη φτάνει ο καινούργιος δάσκαλος Γιάννης Κοντούλης και μια εντελώς διαφορετική ζωή τον περιμένει στο οροπέδιο. Πιστεύει ότι η μάθηση είναι ατομική ευθύνη και απαιτεί προσωπική θυσία, είναι υπέρμαχος της δημοτικής γλώσσας, αποκηρύσσει τις παλαιές πειθαρχικές μεθόδους και εφαρμόζει τη βιωματική μάθηση, διαπιστώνει πως η νέα γενιά αγνοεί το ιστορικό παρελθόν και τα πολιτικά γεγονότα του έθνους ενώ οι οξείες λεκτικές διαμάχες με τους υποστηρικτές της καθαρεύουσας τον βάζουν στο μάτι του συντηρητικού επιθεωρητή της τοπικής εκπαιδευτικής κοινότητας και κατά συνέπεια μειώνουν τον μισθό του και τον εξορίζουν σε δυσπρόσιτους και ανεπιθύμητους τόπους. Είναι αυθόρμητος, τελειομανής, νευρικός, στράφηκε από νωρίς στα γράμματα και γνώρισε τα κείμενα σπουδαίων ανθρώπων, ανέπτυξε κριτική σκέψη, ο Εκπαιδευτικός Όμιλος καθόρισε τη σκέψη του και τη στάση ζωής κι αυτός ο άνθρωπος, για να ενισχύσει το εισόδημά του, ανέλαβε καλυβοδάσκαλος σε μια κλειστή κοινωνία.

Πόσο παραστατικά και με τι διακριτικό λυρισμό ζωντανεύει η καλοκαιρινή φύση του βουνού, με τα χρώματα και τους ήχους της, με τις διαρκείς εναλλαγές της, με τη δροσιά αλλά και τη ζέστη! Θερινό διδασκαλείο λοιπόν για τα τσοπανόπουλα σε μια από τις ευφορότερες λάκες της οροσειράς της Ροδόπης, με αρνητικές συστάσεις του επιθεωρητή της εκπαίδευσης αλλά με θετικότατες από τους κεχαγιάδες της Θάσου, απ’ όπου κατάγεται ο δάσκαλος. Γραφή και αριθμητική θεωρούνται απαραίτητες για τις δοσοληψίες με τους εμπόρους και για τις μισθώσεις των λιβαδιών με τους ιδιοκτήτες τους οπότε τα παιδιά μαζεύονται στο καλύβι με δισταγμό αλλά και λαχτάρα. Ξαφνιάζονται που ο δάσκαλος κάνει μαθήματα χωρίς τη βέργα της τιμωρίας και αντ’ αυτού, μετά την υποχρεωτική και προγραμματισμένη ύλη, τους εμφυσούσε το πάθος για το άγνωστο, την αγάπη για τις λέξεις και αφύπνιζε τον συναισθηματικό τους κόσμο! Ανάμεσά τους η δωδεκάχρονη Παναγιώτα, που ο πατέρας της δέχτηκε να μάθει γράμματα, «νεραντζομάγουλη, σπαθάτη και καλότυχη», αρχικά δεν μπορεί να συγκεντρωθεί ενώ αντίθετα είναι ξεφτέρι στα μυστικά της φύσης και της σαρακατσάνικης ζωής, σταδιακά όμως αρχίζει να μαγεύεται από τη μυθολογία και τη λογοτεχνία. Σκληρή και δύσκολη η ζωή αυτών των παιδιών αλλά και τον γονιών τους και καταγράφεται με συναρπαστικές λεπτομέρειες και με τρόπο που κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Έμαθα πολλά πράγματα λαογραφικής φύσης (οι φωτιές τ’ Άη Γιάννη του Κλήδονα, η γιορτή του Προφήτη Ηλία, τα έθιμα του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου), γνώρισα την ιεραρχία και τους άγραφους νόμους, τις σχέσεις μεταξύ αντρών και γυναικών, τη σημασία που έχουν τα πρόβατα και οι στάνες στην ιδιότυπη ζωή τους, είδα τη συλλογική προσπάθεια κατασκευής των τραχιών καλυβιών που θα είναι το σπίτι τους, κατέγραψα ένα σωρό δραστηριότητες που τελούν αδιάλειπτα και αναλλοίωτα για αιώνες: «…πως εκείνοι οι λαγαροί ποιμένες είχαν υιοθετήσει τη βραδύτητα των δέντρων και πως η ηρεμία της φυλλωσιάς ήταν αποτυπωμένη στο βλέμμα τους. Πως η επαφή με το βουνό είχε διαμορφώσει τον χαρακτήρα και την κοσμολογία τους» (σελ. 35).

Η συγγραφέας καταγράφει μια τρυφερή ιστορία χωρίζοντάς την σε τρία κομμάτια και βάζοντας τους δύο βασικούς ήρωες να συναντιούνται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, κάτι που με γέμιζε αγωνία ως προς το αν θα προχωρήσουν επιτέλους μαζί, αν θα παραδεχτούν τα συναισθήματά τους, αν θα καταφέρουν να ξεπεράσουν τα εμπόδια της Ιστορίας και της κοινωνίας. Ας μην ξεχνάμε πως η σαρακατσάνικη κοινωνία είναι αυστηρά αντροκρατούμενη κι η υποψήφια νύφη δεν ξέρει τι την περιμένει και δεν είναι σε θέση να χαρεί την ημέρα του γάμου της, μιας και είναι γεμάτη με τις ξένες έννοιες που έρχονται, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα και επιλογή γι’ αυτές. Στα βουνά δεν αναρωτιέσαι αν είναι καλό το τάξιμο γιατί το συνταιριάξανε οι προξενήτρες που δεν κάνουν ποτέ λάθος, δεν αναρωτιέσαι για συναισθήματα ή αγάπη γιατί αυτά έρχονται με τα χρόνια μα κυρίως δεν ερωτεύεσαι: «Κίνηση και στατικότητα μαζί σε μια αιωνόβια συνομιλία δίχως διάθεση για αντίλογο. Ζωή αρμονική, καθορισμένη, κι υπαγορευμένη άψογα από άγραφους νόμους που δεν αμφισβητεί κανείς, νόμοι υποταγής» (σελ. 153). Αυτά τα στερεότυπα έρχεται να γκρεμίσει η Νάγια Δαλακούρα με ένα γλυκό και σκληρό, ρομαντικό και ρεαλιστικό μυθιστόρημα που με συγκίνησε με το τέλος του.

Από Peloponnesian Folklore Foundation – Έργο αυτού που το ανεβάζει, CC BY-SA 4.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=38251048

Η Εθνική Αντίσταση στα βουνά του 1941 είναι μια ισχυρή απάντηση στην εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, οπότε η ανατολική Μακεδονία και η Θράκη προσαρτήθηκαν χωρίς μάχη στον έλεγχο των Βούλγαρων κι άρχισαν ακρότητες, εκτελέσεις, εποικισμοί, εκβουλγαρισμοί, απελάσεις, βασανιστήρια, τα όμορφα χωριά μετατρέπονται σε τόπους μαρτυρίου. Ο Γιάννης Κοντούλης εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση, μάχεται, πολεμάει, κάνει σαμποτάζ κι όμως ο έρωτας βρίσκει χώρο να τρυπώσει και να ξεκινήσει έναν κύκλο που υποτίθεται πως είχε κλείσει αλλά παραμένει ανοιχτός μέχρι να πάρει το πάνω χέρι η καρδιά. Τα ντουρντουβάκια (τάγματα εργασίας) στη Βουλγαρία, η απελευθέρωση, η παρασυρμένη από την πρόοδο και την ευημερία Ελλάδα του 1950 (η δεκαετία του Ελλαδέξ) και ταυτόχρονα με αυτόν τον κοινωνικό μετασχηματισμό έρχονται η αποδυνάμωση και η απονομαδοποίηση, τα μειωμένα από το δασαρχείο ορεινά βοσκοτόπια, η αστική διαβίωση, οπότε οι Σαρακατσάνοι μένουν οριστικά στον κάμπο και γίνονται γεωργοί. Ναι αλλά μέσα σε όλα αυτά τι απέγιναν ο αετός και η οξιά; Ξαναβρέθηκαν;

«Ο χορός του αετού» είναι ένα καλογραμμένο, ανατρεπτικό και γλυκόπικρο μυθιστόρημα για δυο ανθρώπους που κινούνται παράλληλα αλλά κάποιες στιγμές τμήθηκαν μόνο και μόνο για να χωριστούν ξανά χωρίς να ξεχνάει ποτέ ο ένας τον άλλον. Προσεγμένη πλοκή, που δεν αναλώνεται σε χιλιάδες σελίδες με διαρκή εμπόδια αλλά παραμένει σφιχτοδεμένη, μετρημένη και καλοζυγισμένη, γραμμένη λιτά, απλά και δωρικά σαν τη γλώσσα των Σαρακατσάνων. Το κείμενο μου χάρισε άφθονες πληροφορίες για μια κοινωνία που δε γνώριζα, με τέτοιο τρόπο που με παρακίνησε ν’ ακούσω τα τραγούδια, να ψάξω για την τέχνη τους, να διαβάσω για τη ζωή τους. Επίσης, τα κείμενα και οι άνθρωποι του πνεύματος που γαλούχησαν τον δάσκαλο Κοντούλη, όπως ο Ψυχάρης, ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ο Δημήτρης Γληνός, παρατίθενται με σύντομη απεικόνιση της νοοτροπίας και των αντιλήψεών τους και με χαρακτηριστικά αποσπάσματα από κείμενά τους να δίνουν την απαραίτητη νότα αυθεντικότητας για την εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται αρχικά το μυθιστόρημα. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει γλωσσάρι που επεξηγεί τις ιδιωματικές λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν, σημείωμα του Γεωργίου Μουτσιάνα, Προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Σαρακατσαναίων και ενδεικτική βιβλιογραφία. Ένα υπέροχο ταξίδι σε μια κοινωνία για την οποία ξέρουμε ελάχιστα και οφείλουμε να μάθουμε περισσότερα.

Leave a Reply

Your email address will not be published.