98206546_3271467562883973_3443910790334119936_o

Από τα πολύ καλά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει! Ο Μάξουελ Σιμ και ο ιδιωτικός του βίος λοιπόν. Ή πώς ένας μέσος άνθρωπος προσπαθεί να αναδιοργανώσει τη ζωή του ταυτιζόμενος με κάποια πρότυπα και εφαρμόζοντας τους “κανόνες” ενός “παιχνιδιού” στα δικά του μέτρα. Και με αφορμή αυτό το στόρυ ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει την αλλοιωμένη κοινωνία που ζούμε, την αλλαγμένη Αγγλία, καθημερινούς ανθρώπους και καθημερινές στιγμές, γεμάτες κρυφά μηνύματα και απωθημένες κινήσεις.

Βιβλίο Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ
Τίτλος πρωτοτύπου The terrible privacy of Maxwell Sim
Συγγραφέας Jonathan Coe
Μεταφραστής Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα

Εκδότης Πόλις
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Ο Μαξ ποτέ δεν ένιωσε την πατρική αγάπη. Και το βιβλίο ξεκινάει με την προσπάθειά του να τα ξαναβρεί με τον πατέρα του στο μακρινό Σίδνεϋ. Εις μάτην. Την προσοχή του τραβά μια Κινεζούλα με την κόρη της σε ένα εστιατόριο, το πώς επικοινωνούν, πώς παίζουν, πώς κλείνονται στον δικό τους κόσμο για να παίξουν ένα παιχνίδι με χαρτιά. Τα συναισθήματά τους, οι κινήσεις τους, η αγάπη και η επικοινωνία είναι ακριβώς αυτά που ποτέ δεν βρήκε στη ζωή του ο Μαξ. Γυρνώντας στην Αγγλία δέχεται την πρόταση μιας εταιρείας που φτιάχνει οδοντόβουρτσες να πλασάρει τα προϊόντα της στο βορειότερο μέρος της Σκοτίας. Έτσι θα μπορέσει να συναντήσει κάποιους παλιούς γνώριμους, ακόμη και την πρώην σύζυγό του με την κόρη τους κι ίσως του δοθεί η ευκαιρία να επανορθώσει για τα λάθη του. Πράγματι, το ταξίδι αυτό του προσφέρει την ευκαιρία να γνωρίσει τις πραγματικές όψεις της ζωής του και να έρθει αντιμέτωπος με μια φριχτή αλήθεια που θα τον κάνει να χάσει και τα ελάχιστα ψήγματα πραγματικότητας στο ταραγμένο του μυαλό. Μια μεγάλη αποκάλυψη του δείχνει γιατί η ελάχιστη αγάπη, γιατί οι εντάσεις στο σπίτι που μεγάλωσε, γιατί ο πατέρας του άργησε να τα τινάξει όλα και να φύγει από αυτό το κλουβί. Τι θα κάνει από κει και πέρα ο Μαξ; Θα βρει τη δύναμη να συγχωρήσει τον πατέρα του; Τι άλλες περιπέτειες θα ζήσει σε αυτό το γλυκό και ξεχωριστό μυθιστόρημα;

Πόσες φορές άραγε δεν έχουμε νιώσει κι εμείς την ανάγκη να μιλήσουμε σε κάποιον ξένο, να βλέπουμε μια όμορφη στιγμή μεταξύ δύο αγνώστων και να θέλουμε να γίνουμε κι εμείς μέλος αυτής της στιγμής; Πόσο έντονα είναι τα φαινόμενα της μοναξιάς σε αυτόν τον πλανήτη και πόσο απελπισμένοι, μόνοι και εγωιστές είναι σήμερα οι άνθρωποι; Έχω πιάσει κι εγώ πολλές φορές τον εαυτό μου να συναντά σχεδόν επανειλημμένα κάποιον στο ίδιο σημείο για μέρες, να κάνει τα ίδια πράγματα και να θέλω να του πιάσω κουβέντα. Ή πόσο δεδομένη θεωρούμε τη ζωή μας, χωρίς ανατροπές κι εκπλήξεις, κι όμως κάποτε πίσω από αυτήν τη “νηνεμία” να κρύβονται αλλαγές τόσο μεγάλες και σοβαρές που να μην μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε σωστά. Κι όλα αυτά είναι το ταξίδι μας μες στη ζωή, σε έναν φουρτουνιασμένο ωκεανό. Το βιβλίο είναι εξαιρετικό από κάθε άποψη. Σε πρώτο ενικό γραμμένο, αμεσότατο, κάπου κάπου αγγίζει τον προφορικό λόγο αλλά όλο αυτό βοηθάει να αγκαλιάσει ο αναγνώστης το κείμενο, κάπου κάπου να ταυτιστεί με τον Μαξ και να τον συμπονέσει. Πινελιές βρετανικού χιούμορ, ανατροπές, αναποδιές, εμπόδια. Στακάτο, γρήγορο σε κάποια σημεία, καθημερινό, γεμάτο με εικόνες της Αγγλίας του σήμερα πλέον, με πολλά σημεία-κατατεθέν της χώρας και της κουλτούρας. Ένα ταξίδι στα βόρεια της Σκοτίας και στα ενδότερα του εαυτού μας. Εκπλήξεις, απονενοημένα διαβήματα, ευκαιρίες για επανόρθωση. Η σκηνή του πατέρα που αντικρίζει την κόρη του στα όρια της εφηβείας ενώ της είχε αγοράσει μαρκαδόρους και μπλοκ ζωγραφικής και οι πολλές στιγμές αμηχανίας στο εστιατόριο, όπου η έφηβη κόρη και ο σιωπηλός πατέρας δεν βρίσκουν ένα κοινό θέμα να αγγίξουν, μου θυμίζει τόσες πολλές στιγμές που έχω ζήσει ή δει κι αλλού που λες κι ήμουν κι εγώ σε εκείνο το εστιατόριο. Πολύ ωραία συναισθήματα γεννιούνται, όμορφες αλλά και σκληρές εικόνες, πραγματικότητα, φαντασίωση και φαντασία μπλέκονται σε ένα αξεδιάλυτο κουβάρι.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

“Τι τρέχει τέλος πάντων με τη γενιά μου; Γιατί αργούμε τόσο πολύ να μεγαλώσουμε; Είναι λες και η βρεφική μας ηλικία φτάνει μέχρι τα 25 μας. Και στα 40 μας είμαστε ακόμη έφηβοι. Γιατί χρειαζόμαστε τόσο πολύ χρόνο για να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας, πόσο μάλλον των παιδιών μας;” (σελ. 108).

“Ίσως αν τους έλεγα την αλήθεια, ότι δηλαδή τις πρωτοείδα σ’ αυτό το εστιατόριο πριν από δύο μήνες και από τότε έχουν γίνει για μένα κάτι σαν τοτέμ, ένα σύμβολο του πώς θα έπρεπε να είναι μια πραγματική σχέση ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, σε μια εποχή που οι άνθρωποι μοιάζουν να χάνουν την ικανότητα να επικοινωνούν μεταξύ τους, παρόλο που η τεχνολογία δημιουργεί όλο και περισσότερους τρόπους ώστε να είναι αυτό εφικτό” (σελ. 447).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *