9786180132090_hd

Στο Λονδίνο του 1940 ο Τόμι και η Τάπενς Μπέρεσφορντ νιώθουν πλέον παραγκωνισμένοι από τη βρετανική αντικατασκοπεία που τόσο είχαν βοηθήσει κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου ενώ ο μεν Τόμι είναι πλέον «πολύ μεγάλος» για να τον δεχτούν ως εθελοντή στρατιώτη, η δε Τάπενς δε γίνεται δεκτή ως εθελόντρια νοσοκόμα πουθενά για τους ίδιους λόγους. Τους επισκέπτεται όμως ένας εκπρόσωπος των μυστικών υπηρεσιών και αναθέτει στον Τόμι μια μυστηριώδη αποστολή κρυφά από τη γυναίκα του. Αυτή θα είναι η αρχή μιας σειράς προβλημάτων που θα οδηγήσει τους Περιπετειώδεις Νέους σε μια από τις πιο συναρπαστικές κατασκοπικές περιπέτειες που δεν περίμεναν να ζήσουν.

Βιβλίο Ν ή Μ;
Τίτλος πρωτοτύπου N or M?
Συγγραφέας Agatha Christie
Μεταφραστής Κατερίνα Δουρίδα
Κατηγορία
 Περιπέτεια
Εκδότης Ψυχογιός
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Ας αφήσουμε στην άκρη για λίγο τη μις Μαρπλ και τον Ηρακλή Πουαρό και ας δούμε ένα πολύ ενδιαφέρον ζευγάρι ερασιτεχνών κατασκόπων που δημιούργησε η Agatha Christie, τον Τόμι Μπέρεσφορντ και την Προύντενς, ή χαϊδευτικά Τάπενς που σημαίνει Δεκαρούλα, Κόουλι (πόσο αγώνα δίνω στον εαυτό μου να πάψει να την προφέρει Τούπενς, επηρεασμένος από τις παλαιότερες μεταφράσεις!). Εν αντιθέσει με τους περισσότερο γνωστούς χαρακτήρες της μεγάλης Αγγλίδας συγγραφέως, αυτό το γοητευτικό και γλυκό ζευγάρι εμφανίστηκε σε μόλις τέσσερα μυθιστορήματα και μία συλλογή διηγημάτων από το 1922 έως το 1973. Υπολογίστε πως η μις Μαρπλ εμφανίστηκε σε δεκαοκτώ βιβλία από το 1918 έως το 1939 και ο Ηρακλής Πουαρό σε σαράντα τέσσερα από το 1920 έως το 1975 (συν τρεις συλλογές διηγημάτων που εκδόθηκαν μετά θάνατον). Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως κάθε φορά η ζωή τους έχει προχωρήσει αλματωδώς και συμπορεύεται ξεκάθαρα με τις χρονικές περιόδους που εμφανίζονται. Το ξεχωριστό αυτό ζευγάρι ήταν γύρω στα είκοσι όταν συναντιούνται στο πρώτο βιβλίο της σειράς και γύρω στα εβδομήντα στο τελευταίο ενώ στο μεταξύ από φίλοι έχουν γίνει ζευγάρι, έχουν παντρευτεί κι έχουν αποκτήσει και παιδιά.

Στο «Ν ή Μ;», την τρίτη τους περιπέτεια, που διαδραματίζεται το 1941, το ζευγάρι είναι μεσήλικες πλέον και παντρεμένο με δίδυμα παιδιά, την Ντέμπορα και τον Ντέρεκ. Η Agatha Christie καταγράφει ευσύνοπτα την κατάσταση στην Αγγλία έναν χρόνο μετά το ξέσπασμα του πολέμου: «Ο πόλεμος… Άρχισε άσχημα και πήγε χειρότερα… υπήρχε κακοδιαχείριση, έλλειψη προετοιμασίας, ψεγάδια ίσως στα προσόντα μας. Δεν τον θέλουμε τον πόλεμο, δεν τον αντιμετωπίσαμε με σοβαρότητα, δεν ήμασταν καλοί στην προετοιμασία του. Τα χειρότερα έχον περάσει. Διορθώσαμε τα λάθη μας, και σιγά σιγά βάζουμε τους κατάλληλους ανθρώπους στις κατάλληλες θέσεις» (σελ. 20). Και συνεχίζει με τον σκοπό της αποστολής: «Και ο κίνδυνος να τον χάσουμε [τον πόλεμο] δεν έρχεται έξωθεν… αλλά εκ των έσω. Ο κίνδυνος για μας είναι ο Δούρειος Ίππος… Άντρες και γυναίκες… που όλοι όμως πιστεύουν στα ιδεώδη των ναζί, έχουν τα πιστεύω των Ναζί… κι εμείς δεν ξέρουμε ποιοι είναι» (σελ. 20-21). Έτσι λοιπόν ο Τόμι καλείται να προσφέρει και πάλι τις υπηρεσίες του στην πατρίδα, ακριβώς γιατί πέρασαν είκοσι χρόνια χωρίς να εμφανιστεί πουθενά κι έτσι κανείς αντίπαλος δεν τον ξέρει! Ν ή Μ είναι τα αρχικά των πιο έμπιστων και σημαντικών κατασκόπων των Γερμανών που είναι στενοί άνθρωποι του Χίτλερ και λειτουργούν ως σύνδεσμοι με το Βερολίνο. Κάποια ίχνη οδηγούν στο «Σαν Σουσί», ένα πανδοχείο στο Λιχάμπτον στη νότια ακτή της Αγγλίας.

Στο «Σαν Σουσί», που θεωρείται σφηκοφωλιά κατασκόπων, ο Τόμι αναλαμβάνει να βρει ποιοι από τους παρακάτω ενοίκους είναι οι διαβόητοι Γερμανοί κατάσκοποι που κρύβονται πίσω από τα αρχικά Ν και Μ: η διευθύντρια κυρία Περένα, η κόρη της, Σέιλα, ο συνταγματάρχης Μπλέτσλι, η κυρία Σπροτ με το κοριτσάκι της, την Μπέτι, η ιρλανδή κυρία Ο’ Ρουρκ, το ζεύγος Κέλεϊ, η κουτσομπόλα κυρία Μίντον, ο Γερμανός υπήκοος Καρλ φον Ντένιμ ή ο Αντιναύαρχος Χέιντοκ; Οι συζητήσεις των θαμώνων στο πανδοχείο ζωντανεύουν όλους τους φόβους και τις ανησυχίες που είχαν οι κάτοικοι της χώρας και γενικότερα ο κόσμος εκείνη την εποχή. Κάποιοι υποστηρίζουν πως θα τελειώσει σε έξι χρόνια και άλλοι σε τέσσερις μήνες. Ακόμη χειρότερα, η Γαλλία παραδίδεται στις δυνάμεις του Άξονα κι έτσι οι απέναντι της Αγγλίας ακτές είναι πλέον υπό γερμανική κατοχή. Φυσικά υπάρχουν και οι ακρότητες: «Αυτή η σημερινή νεολαία με αηδιάζει. Ζεστά μπανάκια και πρωινό στις δέκα, όταν δεν είναι και πιο αργά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός είναι ο λόγος που οι Γερμανοί μας πήραν φαλάγγι. Παντελής έλλειψη σθένους!…Ως και θερμοφόρες τους χώνουμε στο κρεβάτι. Χάλι! Αηδιάζω» (σελ. 36)!

Χωρίς να αγνοεί τη φρίκη και την αδικία του πολέμου, παρ’ όλο που παινεύει τη δύναμη και τον σοβαρό ρόλο του αγγλικού Πολεμικού Ναυτικού, η Agatha Christie δεν παύει να είναι άνθρωπος και μητέρα (η κόρη της, Ρόζαλιντ, γεννήθηκε το 1919): «Όταν όμως μου έρχονται στο μυαλό οι Γερμανοί ως άτομα, μανάδες που περιμένουν με αγωνία τα νέα των παιδιών τους, αγόρια που αφήνουνε τα σπίτια τους για να ριχτούν στις μάχες, αγρότες στα χωράφια τους, εμποράκους, και κάποιους πολύ ευγενικούς Γερμανούς που γνωρίζω, τότε νιώθω εντελώς διαφορετικά. Τότε καταλαβαίνω πως δεν είναι παρά ανθρώπινα όντα και πως όλοι νιώθουμε το ίδιο. Αυτή είναι η αλήθεια. Το άλλο είναι η μάσκα του πολέμου την οποία φοράμε. Είναι ένα μέρος του πολέμου αυτό… ίσως ένα απαραίτητο μέρος… εφήμερο όμως» (σελ. 103-104).

Φυσικά, η πανέξυπνη Τάπενς ακολούθησε κρυφά τον σύζυγό της και ο ρόλος της ως χήρας που ψάχνει για τρίτο σύζυγο και την πέφτει στον έκπληκτο για την κατεργαριά της Τόμι ήταν το ιδανικό σχέδιο για να μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους. Η χημεία μεταξύ τους είναι ιδιαίτερη, οι διάλογοι σπιρτόζικοι και με απανωτές ατάκες, η σχέση τους τους δημιουργεί κωμικοτραγικές καταστάσεις κι ο τρόπος γραφής δείχνει πόσο το απόλαυσε η ίδια η συγγραφέας την ώρα που το έγραφε. Σύντομα καταφεύγουν στη βοήθεια και του Άλμπερτ Μπατ, του νεαρού γκρουμ που τους είχε βοηθήσει στην πρώτη τους περιπέτεια, τον «Μυστικό αντίπαλο», ο οποίος είναι κι αυτός πλέον παντρεμένος και ιδιοκτήτης παμπ στο νότιο Λονδίνο. Η πλοκή όμως δεν αφορά μόνο την ταυτότητα των αρχικατασκόπων αλλά αφήνει χώρο να παρεισφρήσουν κάποιες δευτερεύουσες ιστορίες, άρρηκτα δεμένες με την κεντρική ιδέα, που συγκροτούν ένα άρτιο, συναρπαστικό και διαρκώς ανατρεπτικό μυθιστόρημα κατασκοπείας.

Το βιβλίο είναι η τρίτη περιπέτεια των Περιπετειωδών Νέων και κυκλοφόρησε σε Αγγλία και Αμερική το 1941. Στα ελληνικά υπήρξαν πολλές εκδόσεις ώσπου κυκλοφόρησε από το Λυχνάρι με τον τίτλο «Το κυνήγι των κατασκόπων» και σήμερα (2019) επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μεγαλύτερο σχήμα, με προλογικό σημείωμα και με νέα μετάφραση (της Κατερίνας Δουρίδα). Ως προς το εξώφυλλο ακολουθούν την έκδοση Harper Collins (1995) ενώ έχουν ανακοινώσει πως στόχος τους είναι να κυκλοφορήσουν στα ελληνικά όλα τα αστυνομικά έργα της Agatha Christie.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *