9786180150223_hd

Η νήσος Θέρος βρίσκεται σε κάποιο ελληνικό πέλαγος και μαστίζεται από λειψυδρία και υπογεννητικότητα. Οι κάτοικοι είναι οι κλασικοί χαρακτήρες που συναντάει κανείς σ’ ένα τέτοιο νησί. Κάποιοι κουτοπόνηροι και άλλοι αφελείς, κάποιοι ζουν πλουσιοπάροχα και κάποιοι όχι, ξέρουν τα πάντα ο ένας για τον άλλον (ή σχεδόν) και δε διστάζουν να στήσουν πλεκτάνες, να ρουφιανέψουν, να «φακελώσουν». Γιατί μισεί ο καπετάν-Διαμαντής τον Λεονάρδο τον μηχανικό; Πώς έφτασε στο νησί ο ερημίτης Ησύχιος και γιατί αγιοποιήθηκε; Τι πραγματικά φταίει που στη Θέρο δεν πατάει τουρίστας; Για ποιον τραγουδάει η Ερασμία κάθε βράδυ στο λιμάνι και γιατί τον περιμένει ακόμη εις βάρος της νιότης της; Πώς γίνεται μια γάτα να εθιστεί στο κρασί της Θείας Κοινωνίας; Τι σατανικό σχέδιο συνέλαβε ο νους του αγροφύλακα για να επιτελεστεί έγκλημα στο νησί κι επιτέλους να ανοίξει σταθμός χωροφυλακής, φυσικά μ’ εκείνον επικεφαλής; Ναι αλλά πότε θα ευοδωθεί το σχέδιό του που πάει από τη μια κωμική αναποδιά στην άλλη (καημένη Μπαρμπάτσαινα, τυχαίο παράδειγμα!); Αυτά και άλλα ερωτήματα απαντώνται στο νέο μυθιστόρημα του Θοδωρή Παπαθεοδώρου με κωμικό στυλ και αξέχαστες σκηνές που αντικατοπτρίζουν τη μέση ελληνική πραγματικότητα.

Βιβλίο Νήσος Θέρος
Συγγραφέας Θοδωρής Παπαθεοδώρου
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα / Χιούμορ
Εκδότης Ψυχογιός
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Ο αγαπημένος μου συγγραφέας δοκιμάζεται στο χιούμορ και στην κωμωδία και τα καταφέρνει πολύ καλά γιατί έχει διαλέξει προσεκτικά κι έχει σκιαγραφήσει αδρά τους χαρακτήρες του, έχει καταστρώσει μια ενδιαφέρουσα πλοκή γεμάτη ρεαλιστικές ανατροπές κι έχει πασπαλίσει το κείμενό του με διακριτικά καλολογικά στοιχεία. Δεν είναι ένα βιβλίο που τα ισοπεδώνει όλα, μιας και ο ρεαλισμός καραδοκεί σε κάθε κεφάλαιο, το γέλιο όμως βγαίνει αβίαστα από τις εξελίξεις και από τις αντιδράσεις των ηρώων απέναντι σε αυτές, οι οποίοι ήρωες δρουν άλλοτε αυθόρμητα, άλλοτε απερίσκεπτα, άλλοτε αποφασισμένα, άλλοτε με άψογη οργάνωση ενός σχεδίου που δεν πήγε και τόσο καλά. Μια πανσπερμία αντρών και γυναικών περπατούν, ψωνίζουν, χαζολογούν στον καφενέ, κουτσομπολεύουν, λοιδωρούν, βρίσκονται σε λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, κάνουν γκάφες, ερωτεύονται αυτούς που δεν πρέπει, νυχτοπερπατούν, κρύβουν μυστικά αλλά πάνω απ’ όλα προσεύχονται και εξομολογούνται. Ποιον να πρωτοξεχωρίσω, ποιον να πρωτοαγαπήσω; Ο ιερέας παπα-Λάμπρος ζει πάνω από πενήντα χρόνια στο νησί και λειτουργεί στην εκκλησία του Αγίου Παταπίου, πληρώνει τις αγορές του με προκαταβολικές αφέσεις αμαρτιών και ρεζερβέ στασίδια, έχει έναν πρωτότυπο καταδότη που του μαρτυράει καταλεπτώς κάθε αμάρτημα των κολασμένων ενοριτών του, με απολαυστικότατους και ξεκαρδιστικούς διαλόγους μεταξύ τους και βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά σε προσφορές από τον καθολικό ναό του Αγίου Φραγκίσκου για να μην του κλέψει το ποίμνιο (ποιο ποίμνιο δηλαδή, τρεις είναι οι φανατικές γριές): «…η μάχη για τον προσηλυτισμό του ολιγάριθμου ποιμνίου της νήσου μαινόταν σκληρή ανάμεσα στους δύο ιερείς με αμφίρροπα αποτελέσματα. Οι τρεις γριές, εκμεταλλευόμενες στο έπακρο τις εκάστοτε προσφορές, άλλαζαν ναό πιο τακτικά κι από ψηφοφόρο παραμονές εκλογών» (σελ. 16). Τροφαντά μαξιλάρια και βελούδινα προσκέφαλα ο ένας, βαλεριάνα στο αντίδωρο ο άλλος! Στο πλάι του ο καμπούρης καντηλανάφτης Αντρέας, που η χρόνια διαμάχη που λυσσομανά ανάμεσα σε αυτόν και στον Ηρακλή, στο μοναδικό αλλά αδηφάγο ποντίκι του Αγίου Παταπίου, φτάνει σε επίπεδα τακτικού πολέμου, με τη μοναδική γάτα του νησιού, τη Γενοβέφα, να είναι βαθιά ερωτευμένη με τον Ηρακλή και εκείνος να της ψήνει το ψάρι στα χείλη.

Αν φύγουμε από τον ιερό χώρο που θυμιατίζεται με λιβάνι και κάτι ανομολόγητο όταν αυτό σώνεται και δεν έχουμε καράβι, στρέφουμε τη ματιά μας στην Εκάτη, πρώην θεατρίνα που επέστρεψε στον γενέθλιο τόπο της για να ανεβάζει παραστάσεις ποιητικών μονολόγων, με αποτέλεσμα να θεραπεύσει την αϋπνία των ανωτέρω γραϊδίων. Ο ναύαρχος Θεμιστοκλής, απόγονος των μπουρλοτιέρηδων του Αιγαίου, ο δήμαρχος Επαμεινώνδας και η σύζυγός του Τερψιχόρη, «κλασικό παράδειγμα αποτυχημένου ζευγαριού με πετυχημένο γάμο» (σελ. 35), ο φαρμακοποιός Σαράντης που μπερδεύει σκοπίμως την επιστήμη με τον κομπογιαννιτισμό και ζει με τη Λεμονιά, την κόρη του περιβολάρη, ο φαροφύλακας Κορώνης που προσλήφθηκε την ημέρα που ο δήμαρχος εγκαινίασε το αυτόματο σύστημα φωτισμού (οκκκκ….), ο δάσκαλος Σωκράτης, που πρώτη φορά ξεκινάει τη χρονιά χωρίς μαθητές μετά τα τρίδυμα αγόρια που τέλειωσαν πέρυσι και τώρα «το απολυτήριο στολίζει τη στάνη τους», η νηπιαγωγός Μελίνα, η οποία, τώρα που το νηπιαγωγείο έχει πάψει να δέχεται παιδιά, αποσκοπεί στο καφενείο της Θέκλας στην πλατεία, ο πλοιοκτήτης καπετάν-Διαμαντής, πατέρας της Μαρίνας, απόγονος οικογένειας που διαφεντεύει και δυναστεύει το νησί, κάνοντάς το να χορεύει στους ρυθμούς των δικών του επιθυμιών και πολλοί άλλοι ζουν αξέχαστες στιγμές γεμάτες γέλιο και αναπάντεχες εκπλήξεις!

Photo by Giannis Skarlatos on Unsplash

Το νησί είναι απομονωμένο, χωρίς τηλεόραση λόγω έλλειψης σήματος, χωρίς νυχτερινή ζωή, κι ενώ κάποτε είχε τρομερή γονιμότητα κι ας έφευγαν οι νέοι στα καράβια, αυτή η αύξηση του πληθυσμού σταμάτησε αιφνιδιαστικά. Στην προσπάθειά του να βρει την αιτία της κατάρας ο παπα-Λάμπρος στρέφει τη ματιά του στον κομμουνιστή του νησιού, έναν εξηντάρη ήρεμο και άκακο άντρα, που «Η μόνη επανάσταση που μπορεί τώρα να κάνει τώρα πλέον είναι να μην πάρει τα χάπια για την ουρία του» (σελ. 30) αλλά «Την ίδια πρωινή ώρα ο σύντροφος Όμηρος κοιτούσε κατηφής τα δυο κοπάδια του. Τις γίδες του από τη μια μεριά και τα τρία παιδιά του από την άλλη» (σελ. 189). Από την άλλη, ο δήμαρχος κατηγορεί τον ερημίτη Ησύχιο, που το μέρος του είναι γεμάτο παστά ψάρια και η μπόχα του θυμίζει αμπάρι νορβηγικού αλιευτικού. Ποιος έχει δίκιο και ποιος κάνει λάθος; Με μερικά πρωθύστερα μαθαίνουμε για το παρελθόν των περισσότερων κατοίκων και για την ιστορία του νησιού που γέμισε με «μικρούς ερωτικούς θανάτους», κάτι που εμπλουτίζει τις εξελίξεις και παρουσιάζει ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Εν τω μεταξύ το χιούμορ εμφανίζεται αναπάντεχα και δεν είναι καθόλου ρηχό:«-Ώρες ώρες νιώθω σαν τον Σίσυφο… -Είσαι τυχερός, του απάντησε εκείνος ήρεμα δείχνοντας τα βράχια και τις κοτρόνες που περίζωναν τη Χώρα. Ζεις σ’ έναν τόπο που δε θα σου λείψει ποτέ η δουλειά» (σελ. 130).

Διασκεδαστικά, σχεδόν αυτοτελή κεφάλαια που ξεδιπλώνουν διάφορες και διαφορετικές πτυχές ενός νησιού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους συγκροτούν ένα κείμενο που προκαλεί χαμόγελα, παίζει με τις λέξεις, ακροβατεί ανάμεσα στην απαισιοδοξία και την κουτοπονηριά και αποκρυσταλλώνει όχι μόνο την τουριστική εικόνα που έχουμε στο μυαλό μας για ένα νησί αλλά και κάθε πτυχή της δύσκολης καθημερινότητας σε αυτό με μια πιο ανάλαφρη ματιά, με χαρακτήρες που όλοι έχουμε συναντήσει κάποτε στη ζωή μας κι όχι απαραίτητα μόνο το καλοκαίρι! «Το μόνο πράγμα που μπορείς να σκοτώσεις σ’ αυτό το κωλόνησο είναι τα όνειρά σου» (σελ. 130), εκτός κι αν τριγυρίζεις νύχτα που έχει πιο ενδιαφέρον γιατί τότε γίνονται τα ανομολόγητα, επισυνάπτονται συμφωνίες, βγαίνουν στην επιφάνεια απωθημένα, εξυφαίνονται σχέδια, πόρτες ανοίγουν και σπίτια κλείνουν!

Καλωσορίσατε στο «Νήσος Θέρος», έναν τόπο όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν εκτός από το να πατήσει το πόδι του τουρίστας! Έχουμε μια ανήσυχη για τη λειψυδρία, για την υπογεννητικότητα και για τα άλλα δεινά κοινωνία που ακροβατεί ανάμεσα στη θρησκοληψία και την πρόοδο, που παρατηρεί τα πάντα (ή σχεδόν, γιατί δυστυχώς το βράδυ γίνονται πάρα πολλά) και που αποτελείται από λογιών λογιών προσωπικότητες, κάτι που εγείρει το ενδιαφέρον και αυξάνει την αγωνία από κεφάλαιο σε κεφάλαιο όσο προχωράνε τα γεγονότα και πλησιάζουμε σ’ ένα τέλος αισιόδοξο και απόλυτα ταιριαστό με τις μέρες μας. Ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου έγραψε ένα διαφορετικό μυθιστόρημα γεμάτο ενδιαφέρουσες ιδέες, εξελίξεις που προκαλούν άφθονο γέλιο και κάποιες σκέψεις που περνάνε υποδόρια ανάμεσα από τις γραμμές ενεργοποιώντας αθόρυβα τον προβληματισμό γύρω από τις καταστάσεις που ζωντανεύουν με τη μοναδική πένα του συγγραφέα.

Leave a Reply

Your email address will not be published.