443e0f97-b897-4316-9b24-a764dd4c7c95

Ο Αλέκος Παπαδόπουλος επιτέλους θα πάει στην πρώτη λυκείου, να αλλάξει περιβάλλον και να κάνει νέες γνωριμίες, δυστυχώς όμως αυτή η μετάβαση θα είναι ένα μεγάλο άλμα προς την ενηλικίωση με συνθήκες που δεν τις ήθελε κανείς και με τρόπο αναπάντεχο. Θα γνωρίσει τον νταή του σχολείου, τον Ροκ και θα μπλέξει σε ιστορίες που θα τον οδηγήσουν ως την Αστυνομία. Τι συμβαίνει στην ψυχή του Αλέκου; Πόσο καλοδεχούμενες είναι οι νέες οδοί που του ανοίγει ο Ροκ; Τι θέλει να δείξει στον εαυτό του και τι να αποδείξει στους γύρω του; Φταίνε οι γονείς ή το σχολείο για τους επικίνδυνους δρόμους της εφηβείας;

Βιβλίο Μετά βίας
Συγγραφέας Αντώνης Πάσχος
Κατηγορία Κοινωνικό
Εκδότης Bell
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Το «Μετά βίας» είναι πραγματικά μια γροθιά στο στομάχι, με καταιγιστική δράση, σκηνές γεμάτες ρεαλισμό, ωμή καταγραφή των γεγονότων και ενδελεχή ψυχολογική ενδοσκόπηση. Ο συγγραφέας, σ’ ένα δυνατό ντεμπούτο, καταγράφει τη ζωή ενός παιδιού που μεγαλώνει σε μια επαρχιακή πόλη κοντά στη Θεσσαλονίκη με τον εργολάβο πατέρα του και τη συγγραφέα μητέρα του, με σχετική ελευθερία κινήσεων και τεράστια εσωστρέφεια. Είναι ένα παιδί που από νωρίς ρωτάει τη μητέρα του για την αυτοκτονία και στο σχολείο τρώει φάπες και κοροϊδία, απόλυτα συνεσταλμένος και κλεισμένος στον εαυτό του. Μόνη του διέξοδος η λίστα με τις γκάφες ή αργότερα με τα κατορθώματά του, κάποια πρωτόλεια κείμενα που τον βάζει η μάνα του να γράφει, γενικώς οτιδήποτε σχεδόν αυτιστικό που θα τον κρατήσει μακριά από την καθημερινότητά του.

Στο μυθιστόρημα ο πρωταγωνιστής ζει απανωτά σχεδόν περιστατικά που αποτελούν σημεία καμπής και τον ωθούν προς συγκεκριμένες πράξεις και αντιδράσεις, δίνοντας στο κείμενο πρωτοφανή ταχύτητα και φρενήρεις εξελίξεις. Η ανάπτυξη ενός χαρακτήρα θέλει τον χρόνο της κι ο μέσος αναγνώστης, προετοιμασμένος για ένα εφηβικό μυθιστόρημα αγωνίας κι όχι για ένα, έστω και καλογραμμένο, κοινωνικό, εδώ θα βρει το ιδανικό σύνολο ενδελεχούς ψυχοσκόπησης και αναπάντεχων συμπεριφορών. Ο συγγραφέας έχει καταλάβει πως έχει στη διάθεσή του ελάχιστο χρόνο για να κεντρίσει το ενδιαφέρον κι έτσι προτιμά να φωτίσει τα περιστατικά που θα σφίξουν το στομάχι και θα αφήσουν το στόμα ανοιχτό παρά να παραθέσει μια σειρά από γεγονότα που θα οδηγήσουν βαθμιαία στην επόμενη αλλαγή. Η πλοκή είναι σαν καρδιογράφημα: μικρές κοφτές ευθείες που θα φέρουν τις επόμενες μεγάλες καμπύλες, ξανά ευθείες και πάλι καμπύλες ως τη μεγάλη στιγμή της ενιαίας ευθείας του τέλους.

Η αλλαγή του Αλέκου από φλώρος σε ψευτόμαγκας είναι θεαματική κι απόλυτα συνεπής απέναντι στις εξελίξεις μα κυρίως στην ψυχοσύνθεση του παιδιού. Το αστακουδάκι που το φροντίζει η μαμά του με δημοκρατικές παιδαγωγικές μεθόδους (συζήτηση και πρωτοβουλίες) γίνεται στόχος ξύλου και πειραγμάτων, κουμπώνεται και κλείνεται στον εαυτό του, με τις ελάχιστες χαρές που δικαιούται να απολαύσει να μετανιώνει γι’ αυτές αργότερα. Τα βήματα που θα τον οδηγήσουν στην καταστροφή είναι μετρημένα και δε φταίει απόλυτα ο Ροκ γι’ αυτό. Η δεξιότητα του συγγραφέα είναι υποδειγματική γιατί καταφέρνει να παραμένει στον πυρήνα της νοοτροπίας του παιδιού και να μην ξεφεύγει από μια προδιαγεγραμμένη πορεία, δεν πήρε δηλαδή τον Αλέκο από συνεσταλμένο παιδάκι να τον κάνει υπεράνθρωπο αλλά φρόντισε κάθε πειραματισμό να τον περνάει από χίλιες σκέψεις για να καταλήξει αν του αρέσει ή του ταιριάζει αυτό που διέπραξε για να προχωρήσει στο επόμενο (λάθος) βήμα. Ξεκινάμε από το λεξιλόγιο και τη συμπεριφορά, περνάμε στο νταηλίκι σε άλλα αδύναμα παιδιά, στη σπατάλη του χαρτζιλικιού, στις μάγκικες μικροκλοπές και πριν το καταλάβεις τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα. Το γεγονός πως η δράση εκτυλίσσεται πριν την επέλαση των κινητών, κάπου δηλαδή στη δεκαετία του 1990, έχει ένα διπλό όφελος: βοηθάει να παρακολουθήσουμε ατόφια την αγωνία του γονιού που δεν ξέρει πού είναι το παιδί του και το ψάχνει σε σταθερά τηλέφωνα άλλων γονιών κι αποφεύγει τον εύκολο και γνωστό σκόπελο της ηλεκτρονικής βίας και απειλής που έρχεται με το facebook και τις άσεμνες φωτογραφίες. Ακόμη και το λεξιλόγιο είναι προσεγμένο, με διαχρονικές μάγκικες εκφράσεις και όχι παρωχημένες ή αναχρονιστικές λέξεις και ηχητικά σύμβολα.

Το μυθιστόρημα ξεκινάει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μέσω του ημερολογίου του Αλέκου και συνεχίζεται κατά μεγάλο ποσοστό σε τριτοπρόσωπη για να καταλήξει στις σημειώσεις της μητέρας του παιδιού, με τη δύσκολη χρήση του αφηγηματικού μέλλοντα. Ο Ροκ, ο Βαγγέλης, ο Γιώργος, η Τζίνα, η Στέλλα αλλά και οι γονείς, ο υπαστυνόμος Τελόγλου, η αιθεροβάμων Ελίνα, ο απόμακρος Μίλτος, η χήρα (και πόρνη κατ’ άλλους) Μαίρη, η γειτόνισσα κυρία Τούλα, ο λυκειάρχης είναι άνθρωποι που φταίνε λίγο ή πολύ για τις δυσάρεστες εξελίξεις, χωρίς όμως να απομακρυνόμαστε από τον κατεξοχήν ένοχο, τον ίδιο τον Αλέκο. Οι αλληλεπιδράσεις των παιδιών μεταξύ τους, με κορύφωση κάποια τραγικά γεγονότα που θα φέρουν την αστυνομία στην πόρτα τους, είναι άριστα οργανωμένες και άψογα καταγραμμένες. Ο συγγραφέας βρίσκει τον χώρο να κάνει την έκπληξη ακόμη και σε απρόσμενα σημεία της πλοκής ενώ δείχνει συμπυκνωμένα πολλά από τα οικογενειακά υπόβαθρα που οδήγησαν την κατάσταση στο μη περαιτέρω. Η κοπέλα που φιλούσε ο θείος της, το αγόρι που έδερνε ο πατέρας του, η μάνα που ένιωθε περήφανη για όσα κατάφερε μόνο και μόνο για να κατεδαφιστεί μπροστά της όλη αυτή η ευπρεπισμένη πανοπλία όταν μαθαίνει για τα καμώματα του παιδιού της, ο αστυνομικός που κάνει κατάχρηση εξουσίας χωρίς δεύτερη σκέψη συνιστούν μια κοινωνία σάπια και υπαίτια κατά το μισό ποσοστό για όσα διαδραματίζονται στο κείμενο κι είναι τόσο συμπυκνωμένα και μεστά που θα ήθελα να τους δοθεί χώρος (και κεφάλαια) για να αναπνεύσουν περισσότερο. Επίσης καλό θα ήταν σε κάποια σημεία να υπήρχαν πιο ευδιάκριτοι διαχωρισμοί, μιας και μερικές αλλαγές σκηνών ήταν απανωτές ως συνέχεια προηγούμενης παραγράφου και για δευτερόλεπτα μπερδευόμουν.

 

Η αφήγηση της μάνας του Αλέκου φυσικά είναι το πιο συγκινητικό κομμάτι του βιβλίου, ακριβώς γιατί ο συγγραφέας, και πάλι με έξυπνο τρόπο, δεν καταφεύγει σε δακρύβρεχτες υστερικές κραυγές και υποκειμενικά αναθέματα αλλά γιατί δείχνει πάνω απ’ όλα τη γυναίκα Ελίνα, αυτήν που αιθεροβατεί βυθισμένη στα βιβλία που γράφει, που δε διστάζει να παρατηρεί τον γιο της ώστε να γράψει για τη σχολική βία, που πιστεύει στην εκδημοκρατισμένη διαπαιδαγώγηση και η πτώση της θα είναι σκληρή, που αγνοεί τις υποψίες για ερωμένη μόνο και μόνο για να μη διαταραχτεί η οικογενειακή γαλήνη και ισορροπία. Με πόσο μεγάλη απογοήτευση παραδέχεται πως ο καθωσπρεπισμός τους έφτασε ως εδώ κι αναγκάζεται να ξεκατινιαστεί ρωτώντας πλέον τον γιο της πού πηγαίνει. Ο Αλέκος δεν ορρωδεί να πετάξει όσα του προσφέρουν οι γονείς του στον καιάδα της εφηβείας και οι μαγκιές του χαρίζουν κρυφά χαμόγελα στον πατέρα του που είναι περήφανος για τον αντρισμό του γιου του, χαμόγελα που θα πετρώσουν όμως όταν μια τραγική σκευωρία και στη συνέχεια μια φάρσα θα τον φέρουν κι αυτόν στα όριά του. Δε θα ξεχάσω την αγωνία της μάνας όταν κατάλαβε πως στην αγκαλιά της έτρεμε ο άντρας της κι όχι αυτήν!

Δεν έχω καταλάβει ακόμη αν ο συγγραφέας αγάπησε τους ήρωές του ή όχι. Δεν πρόδωσε ούτε κορόιδεψε τα πιστεύω και την ψυχοσύνθεσή τους ούτε όμως τους φέρθηκε και με το γάντι. Από την άλλη δεν είναι μονόπλευρος στις κατηγορίες του, μιας και δείχνει με τον τρόπο του πως φταίνε όλα: η άτολμη προσωπικότητα του Αλέκου, η μικρή κοινωνία της πόλης, η ενδοοικογενειακή βία που νομοτελειακά πάντα θα φέρνει βία, η αδιαφορία του σχολείου, το μίσος που δε βρίσκει διέξοδο, όλα. Και μέσα σε αυτό το χάος κάπου εμφιλοχωρούν όμορφες λέξεις που λειαίνουν τις γωνίες, όπως: «… τέτοια ήταν η φορά του ποταμιού της οργής στο σπίτι μου: πήγαζε από τις αγκυλώσεις του πατέρα μου, ξεσπούσε βίαια στο κορμί μου, σωρευόταν αφρίζοντας στη λίμνη των απωθημένων μου, για να σταλάξει, όξινη ψιχάλα σαρκασμού, στη δύσμοιρη μάνα μου» (σελ. 303). Ναι, φυσικά κι αυτά τα «γλυκανάλατα» κυριαρχούν στις εξομολογήσεις της μητέρας, είναι όμως απαραίτητα μιας και το μυθιστόρημα βρίθει βίας και έντασης για να ξεφύγουμε λίγο και να πάρουμε μια βαθιά ανάσα πριν τη συνέχιση της βουτιάς στο κενό.

«Μετά βίας» αντέχει το στομάχι να διαβάσει ως το τέλος, «Μετά βίας» είναι λάθος να νομίζει κάποιος πως μπορεί να κυριαρχήσει στη ζωή, «Μετά βίας» άφηνα το βιβλίο για να συνεχίσω τη δική μου καθημερινότητα. Πρόκειται για ένα σκληρό και ακριβοδίκαιο μυθιστόρημα που καταγράφει με ρεαλισμό και χωρίς κολακείες τι πραγματικά συμβαίνει μέσα και έξω από το σχολείο κι ως πού μπορεί να φτάσει κάποιος αν πειραματίζεται, δοκιμάζεται, νιώθει βαρεμάρα ή μοναξιά, ή αφήνεται πολύ λάσκα στο οικογενειακό του περιβάλλον.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *