Paul-Theroux-590.adapt.1900.1

Και ναι, είναι αλήθεια! Μετά από πέντε (5) χρόνια η στοίβα μου κατέβηκε και βρήκα αυτό το βιβλίο!!!!!! Το οποίο σε γενικές γραμμές μου άρεσε. Δεν έχω ξαναδιαβάσει ταξιδιωτική λογοτεχνία ή ταξιδιωτικές εντυπώσεις, έχοντας στο μυαλό μου ή περιπέτειες περασμένων εποχών και πιο χαζών ή πιο τυχερών ανθρώπων από μένα (ως προς το τι αντιμετωπίζουν στα ταξίδια και τι τους τυχαίνει αντίστοιχα) ή ανούσια παράθεση χρονολογιών, γεωγραφικών συντεταγμένων τόπων που δεν ξανάκουσα ποτέ και ούτε και θα πάω και δεν μπορώ να πω ότι θα κυνηγούσα να διαβάσω τέτοια βιβλία. Το συγκεκριμένο όμως με τράβηξε και με κράτησε! Είτε γιατί οι παρατηρήσεις του συγγραφέα είναι αντικειμενικές, ανθρωπολογικές, γενικές και πουθενά δε γίνεται γκρινιάρης ή ρατσιστής (αντιθέτως, υπάρχουν σημεία που, παρά την κόπωση που νιώθει από ταλαιπωρία, έλλειψη ανέσεων, πείνα κλπ. τα αντιμετωπίζει όλα με σαρδόνιο, διακριτικό χιούμορ, ακόμη και αυτοσαρκασμό) είτε γιατί γράφει ωραία, καλά, στρωτά (πάντως θα πω την κακία μου εδώ, σε παρένθεση, για να αγνοηθεί: υπάρχουν αρκετά μεταφραστικά λαθάκια στο κείμενο, ασήμαντα σε έκταση ή συχνότητα). Επίσης να ξεκαθαρίσω ότι η Ασία (η μέσα, η ουσιαστική Ασία, όχι τα μικρασιατικά παράλια) είναι ένας από τους τελευταίους προορισμούς που θέλω να πάω (μόνο Κίνα και Ιαπωνία επιθυμώ). Τι έχουμε επομένως μέχρι τώρα; Δύο αρνητικές προδιαθέσεις: ταξιδιωτικό βιβλίο και μάλιστα για την Ασία. Κι όμως και με κράτησε και μου άρεσε.

Βιβλίο Το μεγάλο σιδηροδρομικό παζάρι
Τίτλος πρωτοτύπου The great railway bazaar

Συγγραφέας Paul Theroux
Μεταφραστής Αθανάσιος Ζάβαλος
Κατηγορία
 Non fiction
Εκδότης Κέδρος
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

«Τα τρένα είναι ακαταμάχητα παζάρια που ταξιδεύουν φιδογυρίζοντας από τόπο σε τόπο…Το τρένο σε κάνει να νιώθεις ήρεμος όπου κι αν βρίσκεσαι, σε αντίθεση με τον ανήσυχο ιδρώτα που σε λούζει στο αεροπλάνο στη σκέψη ότι κάτι μπορεί να πάει στραβά (σε νιώθω, συγγραφέα!!!!), με τη ναυτία και τη ζάλη από το καυσαέριο αν ταξιδεύεις με πούλμαν και τη σωματική αγκύλωση που παθαίνεις αν ταξιδεύεις με το δικό σου αυτοκίνητο» (σελ. 9).Ομολογώ ότι δεν κατάλαβα γιατί ο συγγραφέας προτίμησε να κάνει αυτόν τον γύρο του κόσμου με αυτόν τον τρόπο. Προσοχή, το βιβλίο γράφτηκε το 1975 και κυκλοφόρησε η ελληνική μετάφρασή του το 2005, επομένως σε καμία περίπτωση δε μιλάμε για ένα σύγχρονο βιβλίο. Δε θα βρείτε ούτε ταξιδιωτικές οδηγίες, ούτε περιττά ιστορικά, γεωγραφικά, δεν ξέρω τι άλλο, στοιχεία. Θα βρείτε περιπέτειες, απρόοπτα, καθυστερήσεις, ταλαιπωρίες, τύφο και χολέρα, αγωνία, ξενύχτια, κακούς και καλούς ανθρώπους, απόρους, ζητιάνους, αγνώμονες, βλαχαδερά, κυρίους περιωπής, μια μεγάλη περιπέτεια δηλαδή, ένα μεγάλο σιδηροδρομικό παζάρι. Οι σταθμοί του ταξιδιού: Λονδίνο-Κωνσταντινούπολη με το Όριεν Εξπρές (το οποίο καταθάβει, σβήνοντας οριστικά τον μύθο της αίγλης και της άνεσης, άλλωστε νομίζω ότι πια έχει καταργηθεί ως γραμμή στις μέρες μας) κι από κει η Ασία τον καλωσορίζει: Τουρκία, Ιράν (Τεχεράνη), Μεσέντ, Κιμπέρ, Ινδία, Βιρμανία, Βιετνάμ, Μαλαισία (Κουάλα Λουμπούρ), Ιαπωνία, Ρωσία με τον Υπερσιβηρικό και από Πετρούπολη πίσω στην πατρίδα.

Εθνολογικές παρατηρήσεις, κουλτούρα διαφορετικών λαών, ακόμη και διαφορετικών ανθρώπων στην ίδια χώρα, διατροφικές συνήθειες, ασυνεννοησίες, παρεξηγήσεις, το άγνωστο, το μυστηριώδες, από τους αφημένους στη μοίρα και στο Θεό Ινδούς στους βουδιστές, από κει στους Ιάπωνες που είναι λες και τους προγραμμάτισαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές (πολύ γέλιο στο σημείο που ο συγγραφέας ανακαλύπτει ότι η στάση στους σταθμούς της Ιαπωνίας διαρκούν ελάχιστα δευτερόλεπτα κι όποιος κατέβηκε, κατέβηκε!!!), και στους Ρώσους (που πίνουν για να ξεχνάνε). Εξαιρετικά αποσπάσματα, κάθε σελίδα και μια έκπληξη, μια ανατροπή, ένα εμπόδιο. Κι όμως ο συγγραφέας δεν τα παρατά, ολοκληρώνει το ταξίδι του, αν και στην πορεία της γραφής του καταλαβαίνεις ότι «το αστείο παρατράβηξε», ο άνθρωπος έζησε τέσσερις μήνες μέσα στα τρένα, στην άλλη άκρη της γης κι όσο κι αν του άρεσε κάπου κουράστηκε, η σωματική κόπωση και η ταλαιπωρία νίκησαν. Ποτέ δεν το μετάνιωσε, ποτέ δεν άλλαξε τη γραφή του, πουθενά δεν πλατειάζει, ούτε βαριέται να παρατηρήσει, να σχολιάσει και να γράψει αλλά κάπου φθίνει η σπιρτάδα του, ως ένδειξη της κόπωσης που έγραψα πιο πριν. Στη σελ. 505 γράφει: «Στο τέλος του τετράμηνου εκείνου ταξιδιού ένιωθα ένα πτώμα, σαν να είχα επιβάλει στον εαυτό μου να αρρωστήσει με σκοπό να ξεπεράσω εκείνη την αρρώστια. Τώρα όμως ένιωθα σαν να είχα θεραπευτεί και το μόνο που ήθελα ήταν να γυρίσω σπίτι…Τελικά όλες οι μεγάλες περιοδείες είναι ένας τρόπος για να γυρίσει κανείς ξανά στο σπίτι του».

Από αυτό το βιβλίο, μεταξύ άλλων, θα μου μείνει η λέξη «νταφιλιάζομαι» (εδώ συγχαίρω το μεταφραστή) που σημαίνει ότι χάνω το τρένο και μένω καρφωμένος σε ξένη πόλη, εκ του Ντάφιλ, συνεπιβάτη του συγγραφέα, που την πάτησε στα σύνορα της Ιταλίας!!!! Επίσης ακόμη γελάω όταν θυμάμαι το εξής σημείο: «μια νεαρή Ινδή χωρική, φορτωμένη νερό σε κανάτι στους τρυφερούς της ώμους μετέφερε τη δυσεντερία στο χωριό της» (απόδοση δική μου), δηλαδή το νερό ήταν μολυσμένο, το ήξερε και το ξέρουν κι όλοι οι Ινδοί αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να πιουν!!!! Μη σας τρομάξει το μέγεθος του βιβλίου, είναι ένας πολύ καλός σύντροφος σε μεγάλα ταξίδια που πιθανόν να κάνετε. «…η διαφορά ανάμεσα στο ταξιδιωτικό βιβλίο και στο μυθιστόρημα είναι η διαφορά ανάμεσα στο να καταγράφεις αυτό που βλέπει το μάτι και στο να ανακαλύπτεις αυτό που γνωρίζει η φαντασία. Το μυθιστόρημα είναι σκέτη χαρά, τι κρίμα που δεν μπορούσα να αφηγηθώ όλο το ταξίδι σαν να ήταν ένα μυθιστόρημα» (σελ. 505).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *