122031658_10223671612359315_4151608933642290604_n

Ένας πατέρας πουλάει το 14χρονο κορίτσι του σ’ έναν σιδηρουργό για να κερδίσει λίγα χρήματα παραπάνω και να συντηρήσει την πολυμελή οικογένειά του. Η κόρη του όμως ζει φριχτές στιγμές στο σπίτι του αφεντικού της, ο οποίος, μαζί με την ηλικιωμένη μητέρα του, της κάνουν τη ζωή αβάσταχτη. Πόσο σκληρό και δύσκολο είναι να δεχτεί ένας άντρας τα «όχι», την αυτοδιάθεση και την αξιοπρέπεια μιας γυναίκας; Ως πού θα φτάσει το σατανικό μυαλό του δυνάστη και γιατί γίνονται όλα αυτά; Υπάρχει ελπίδα σ’ έναν κόσμο χωρίς αύριο;

Βιβλίο Καμιάς γυναίκας γέννημα
Τίτλος πρωτοτύπου Né d’aucune femme
Συγγραφέας Franck Bouysse
Μεταφραστής Γιώργος Καράμπελας
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Καστανιώτης
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Το μυθιστόρημα του Franck Bouysse είναι η σκληρή ιστορία της Ροζ και της οικογένειάς της που ζουν κάπου στα Γαλλία τον 19ο αιώνα. Χωρισμένο σε κεφάλαια που αντιστοιχούν στην οπτική γωνία του εκάστοτε αφηγητή δίνει με διαδοχικά βήματα και απανωτές εκπλήξεις μια ιστορία που με συγκίνησε και με ανατρίχιασε, φωτίζοντας πολύπλευρα κάθε χαρακτήρα και το περιβάλλον στο οποίο κινείται. Όλα ξεκινάνε όταν μια γυναίκα ζητά από έναν ιερέα να ευλογήσει τη σορό μιας γυναίκας που πέθανε στο κοντινό ψυχιατρικό άσυλο και τον πείθει να πάρει το ημερολόγιό της, όπου καταγράφονται φριχτά πράγματα. Έτσι μαθαίνουμε για την ιστορία της Ροζ, την οποία πούλησε ο πατέρας της σ’ έναν δυνάστη για να κερδίσει λίγα χρήματα παραπάνω για την οικογένειά του. Οι συνέπειες θα είναι ανυπολόγιστες για όλους, γιατί έτσι ξεκινάει μια σειρά από γεγονότα που θα φέρουν τους ήρωες του βιβλίου αντιμέτωπους με τις πράξεις τους κι εξαρτάται από την ιδιοσυγκρασία του καθενός αν θα αντέξει τις τύψεις, το βάρος του φορτίου, τη συστηματική και επανειλημμένη κακοποίηση ή ό,τι άλλο βιώνει σε αυτό το συγκλονιστικό μυθιστόρημα. Η κεντρική ιστορία αφορά τη Ροζ και τον σιδηρουργό Σαρλ που την κακοποιεί συστηματικά εν γνώσει της ηλικιωμένης μητέρας του αλλά φωτίζονται εξίσου και τα άλλα πρόσωπα του βιβλίου: ο πατέρας της, Ονήσιμος, και τι έκανε μετά την άτιμη συναλλαγή, η μητέρα της (Εκείνη) και πώς επέζησε με τις άλλες τρεις κόρες της, ο κηπουρός του Σαρλ, Εντμόν, και πώς συνδέεται με το αφεντικό του, η νοσοκόμα της ψυχιατρικής κλινικής, ένα παιδί (Το Παιδί) που καταφέρνει να το σκάσει από την προσοχή της νταντάς του, ακόμη και ο ιερέας Γκαμπριέλ που αποφασίζει, σαράντα χρόνια μετά τον θάνατο της Ροζ, να επιστρέψει στα μέρη όπου έζησε και να βρει τι απέγιναν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, συγκλονισμένος σε τέτοιο βαθμό απ’ όσα θυμήθηκε ξαναδιαβάζοντας το ημερολόγιο που να μπει σε κρίση η αφοσίωσή του στον Θεό.

https://www.lamanufacturedelivres.com/auteur%C2%B7rice/bouysse-franck

Η μία πρωτοπρόσωπη αφήγηση ανήκει λοιπόν σε αυτόν τον ιερέα Γκαμπριέλ, που σέβεται τον Θεό και είναι ευγνώμων για όσα του έχει χαρίσει: «Μου έδωσες για ζωή μια σπιθαμή. Ο χρόνος μου είναι τίποτα μπροστά σου» (σελ. 19). Έρχεται σε επαφή με χιλιάδες βάσανα πιστών και ορκίστηκε να εξαγνίζει την ψυχή του απ’ όλο αυτό το κακό που του εμπιστεύονται. Άλλωστε: «…είναι πιο σπλαχνικό να συγχωρείς τον άνθρωπο που τον κλονίζει η δυστυχία παρά να κολακεύεις εκείνον που, λόγω καταγωγής ή περιουσίας, δεν την έχει γνωρίσει» (σελ. 23). Μια ιστορία όμως τον κατατρώει τόσα χρόνια τώρα, αυτή που η Ροζ είχε γράψει στα τετράδιά της όσο ήταν κλεισμένη στο κοντινό άσυλο, ένα παλιό μοναστήρι που είχε περιέλθει στο κράτος και είχε μετατραπεί σε ίδρυμα για ψυχικά ασθενείς. Τα γεγονότα συνέβησαν πάνω από σαράντα χρόνια πριν και ο Γκαμπριέλ, στο κατώφλι της αιώνιας κατοικίας του, τα ξαναθυμάται και ξαναζεί τη φριχτή αλήθεια που ανακάλυψε στις σελίδες των τετραδίων. Η δεύτερη πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εν είδει ημερολογίου, ανήκει στη Ροζ και η γραφή της είναι ένας ασταμάτητος χείμαρρος, με μεγάλες παραγράφους αλλά σύντομες προτάσεις, με συνεχή ροή ακόμη και των διαλόγων, με ιδιαίτερο και προσεγμένο λεξιλόγιο που να ταιριάζει στην ηλικία της και στο μορφωτικό της επίπεδο. Είναι η μεγαλύτερη από τέσσερις αδερφές και μεγαλώνει σε μια εποχή και σ’ έναν τόπο όπου τα κορίτσια είναι καταστροφή για ένα σπίτι αφού το αγρόκτημα θέλει μπράτσα. Η 14χρονη τότε Ροζ ζει τη βία σε κάθε μορφή της όταν την κουβαλάνε στο υποστατικό του σιδηρουργού, ατσαλώνεται κάθε μέρα και πιο πολύ, αφήνει πίσω της τις ανέμελες μέρες και γεμίζει μίσος πιστεύοντας πως την πούλησαν και οι δυο γονείς της. Δεν είναι όμως απλώς μια υπηρέτρια, όπως διαπιστώνει σύντομα, όταν αρχίζει μια σειρά βασανιστηρίων από δυο ανθρώπινα τέρατα, μόνο που το τελικό σχέδιο θα αργήσει να βγει στην επιφάνεια. Δωρικές αλλά στυγνές οι λέξεις για τον Σαρλ («Μόνο ο διάβολος μπορούσε να είναι, γιατί κανένας άνθρωπος δε θα ‘ταν ικανός για τέτοια φρίκη», σελ. 154) και για τη σκληρή, αδίστακτη μητέρα του («Τα μάτια της μοιάζανε με σκάγια απιθωμένα σε βρώμικο μπαμπάκι», σελ. 155). Η Ροζ παύει να έχει ταυτότητα, δεν έχει κάπου να στραφεί και να ζητήσει βοήθεια, δεν υπάρχει σεβασμός στο φύλο και στην προσωπικότητά της ενώ τα γεγονότα χειροτερεύουν από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Εξουδετερώνεται ψυχικά, αρχίζει να δέχεται στωικά τα βασανιστήριά της όσο το μυαλό της ταξιδεύει αλλού ως προστασία από τον πόνο, γίνεται απαθής, απόμακρη, άχρωμη, κενή, ένα άδειο σαρκίο. Αποχαιρετάει την παιδική της ηλικία, τις λίγες ευτυχισμένες στιγμές της και προχωράει σε μια παθητική ζωή. Η γνωριμία της με τον Εντμόν, τον κηπουρό και σταβλίτη του σιδηρουργού, κάπως τη βοηθάει αλλά γιατί προτρέπει τη Ροζ να φύγει; Γιατί θέλει να προστατέψει το κορίτσι; Ποια μυστικά ξέρει και τι τον συνδέει με αυτήν τη φριχτή οικογένεια;

Συγκλονιστική ψυχογραφία είναι και αυτή του Ονήσιμου, του πατέρα της Ροζ, μιας και τον παρακολουθούμε ακόμη και μετά την ανίερη πράξη του, πώς μεταμορφώνεται από απελπισμένο σε ένοχο και σε τι καταφεύγει για να αλλάξει τις συνέπειες από την πράξη του. Ανατρίχιασα από την περιγραφή της επιστροφής του στο σπίτι χωρίς τη Ροζ: «Η σιωπή που ακολούθησε όλο πέθαινε και ξαναγεννιόταν στον απόηχο της προδοσίας του» (σελ. 49). Ο διάλογος μεταξύ τους σπάει κόκαλα: «-Μου ‘δωσε τα διπλά απ’ όσα είχαμε συμφωνήσει. -Δεν είχες παρά να δουλέψεις περισσότερο για να μας βγάλεις από τη μιζέρια» (σελ. 51). Και αλλάζουν τα πάντα ανάμεσά τους: «Έγειρε ελαφρά το κεφάλι στο πλάι για να πιάσει το βλέμμα του Ονήσιμου, να το παγιδέψει, όχι για να το βρει ανακούφιση, ούτε καν απάντηση, αλλά για να το ποτίσει με όλο το μίσος που κουβαλούσε στο δικό της» (σελ. 52). Σκληρές εικόνες απόλυτης φτώχειας, απογοήτευση και ένδεια, μιζέρια και καμία ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά τους αυτοί οι δύο άνθρωποι: «Γιατί το να βγάζεις ένα πλασματάκι από το τίποτα πριν, μόνο και μόνο για να του το προσφέρεις το τίποτα μετά είναι τεράστια ευθύνη, και το να βγάζεις τέσσερα είναι καθαρή τρέλα» (σελ. 178). Ακόμη κι όταν ο Ονήσιμος παίρνει την κατάσταση στα χέρια του με απρόβλεπτες συνέπειες ο συγγραφέας φωτίζει με τον σκληρό, ωμό του τρόπο τη ζωή Εκείνης, πού στρέφεται για βοήθεια, τι αναγκάζεται να κάνει και πόσο σύντομα το μετανιώνει κι όλα αυτά δημιουργούν αξέχαστες ολοκληρωμένες προσωπικότητες που αντικαθρεφτίζουν την κοινωνική και οικονομική κατάσταση της εποχής που διαδραματίζεται το βιβλίο.

Το «Καμιάς γυναίκας γέννημα», τίτλος που αντιστοιχεί στο λιγότερο φωτισμένο από τους χαρακτήρες Παιδί της ιστορίας, είναι ένα δυνατό, ωμό και συγκλονιστικό μυθιστόρημα που στηλιτεύει τη βία και την κακοποίηση που εξακολουθούν να βιώνουν ακόμη οι γυναίκες, καταγράφει μια ιστορία γεμάτη ανατροπές και χτίζει μια έξυπνη πλοκή, η οποία ενώνει με απρόσμενο τρόπο τα επιμέρους κομμάτια του παζλ που συναντάμε κατά την ανάγνωση. Ωραίες και παραστατικές περιγραφές ανθρώπων και τόπων, διεισδυτικά ψυχογραφήματα, ευρηματικές εναλλαγές αφήγησης που προχωράνε την ιστορία πότε μπρος και πότε πίσω μέχρι να βρούμε τον κοινό συνδετικό άξονα, όλα αυτά χτίζουν μια ατμόσφαιρα και μια εποχή χωρίς πολλές ξεκάθαρες χωροχρονικές ενδείξεις (συμπεραίνεται πως είμαστε στη γαλλική επαρχία του 19ου αιώνα) κι αυτό δημιουργεί μια διαχρονικότητα, η οποία δυστυχώς επιβεβαιώνεται από τη διαρκή παρουσία του κακού στη ζωή μας όταν το αφήνουμε να κυριαρχεί. Η γραφή είναι άκρως λυρική και τα καλολογικά στοιχεία κάνουν ό,τι μπορούν για να ομορφύνουν αυτό το ζοφερό περιβάλλον είτε με πρωτότυπες παρομοιώσεις («Η φωνή της στρίγκλιζε όταν μιλούσε, σαν πόρτα που δεν την έχουν ανοίξει για καιρό», σελ. 67 και «Τα μάτια της ήταν κρύα σαν παλιά στάχτη», σελ. 65) είτε με σημαντικές παρατηρήσεις («…το χειρότερο απ’ όλα δεν είναι να πεθάνεις αλλά να ‘χεις χάσει κάθε λόγο για να πεθάνεις», σελ. 126-127). Πρόκειται για μια δυνατή ιστορία για γερά στομάχια, μιας και το μέγεθος της βίας και ο ρεαλισμός των περιγραφών με έφερε κάποιες φορές στα όρια της αντοχής μου, ένα βιβλίο που δε θα ξεχάσω ποτέ.

Leave a Reply

Your email address will not be published.