35405_HR

Ένα ζευγάρι νεόνυμφων βρίσκεται δολοφονημένο σε ξενοδοχείο της οδού Μητροπόλεως παραμονές Χριστουγέννων. Εκείνος αστυνομικός, εκείνη κόρη αξιωματικού της Αστυνομίας. Στο κρεβάτι είναι γραμμένη με αίμα η φράση «Καμία ειρήνη»! Ο αστυνόμος Ιάσονας Μανιάτης προσπαθεί να διαλευκάνει την υπόθεση, μόνο που, από τη στιγμή που εμπλέκονται συνάδελφοι, όλο αυτό είναι ένας ηράκλειος άθλος!

Βιβλίο Καμία ειρήνη 
Συγγραφέας Βαγγέλης Μαργιωρής
Κατηγορία
 Αστυνομικό μυθιστόρημα
Εκδότης Μίνωας
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Η δεύτερη υπόθεση του αστυνόμου Μανιάτη είναι ένα πυκνογραμμένο κείμενο γεμάτο εκτενή ψυχογραφήματα, ανατριχιαστικές περιγραφές, ανατροπές και άφθονο, διάχυτο πόνο. Ένας άγνωστος ξεκινάει μια σειρά δολοφονιών που πονοκεφαλιάζουν την Αστυνομία, πανικοβάλλουν τους αξιωματικούς της και μπερδεύουν τους εμπλεκόμενους. Τι κοινό έχουν τα θύματα μεταξύ τους; Πώς τα επιλέγει ο δολοφόνος; Αφήνει μηνύματα πίσω του; Τι θέλει να δείξει στον κόσμο; Τι συνέβη στο παρελθόν του και τώρα αρχίζει να εξοντώνει ανθρώπους χωρίς φαινομενικά κάποια σύνδεση μεταξύ τους; Ο συγγραφέας αυτήν τη φορά πειραματίστηκε αρκετά με τη γραφή του, ρίχνοντας ποικίλες μορφές αφήγησης στο κείμενο, βαραίνοντάς το όμως. Έχουμε κυρίως την τριτοπρόσωπη αφήγηση, στην οποία παρεμβάλλονται κοφτές προτάσεις χωρίς ρήματα που υποδηλώνουν την ψυχική διάθεση του υποκειμένου της πρότασης («Η κυρία Αντωνία, κούραση από το ξενύχτι, φρόντιζε να γίνουν όλα όπως έπρεπε») κι αυτό θα ήταν καλοδεχούμενο αν δεν ήταν σχεδόν πανταχού παρόν. Παράλληλα, έχουμε τον δολοφόνο που απευθύνεται σε ένα αγαπημένο του άτομο και μιλάει σε β΄ ενικό πρόσωπο, δημιουργώντας μια εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα στα δικά του κεφάλαια. Οι διάλογοι είναι κοφτοί, στακάτοι, οι περιγραφές άφθονες κι όλα αυτά δημιουργούν ένα ρεαλιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η δράση, η οποία κορυφώνεται όσο πλησιάζουμε στο τέλος και τα θύματα αυξάνονται.

Η ιστορία ξεκινάει, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, με τον γάμο της κόρης του Παναγιώτη Ιντζόγλου, Δέσποινας, με τον γιο του Νίκου Παπαδάκου, υπαστυνόμο Αλέξανδρο Παπαδάκο, κάτι που επισφραγίζει μια φιλία χρόνων ανάμεσα στους δύο άντρες, αξιωματικούς της ΓΑΔΑ, που κάποτε ήταν καλοί αστυνομικοί αλλά τώρα υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον στις ύποπτες δοσοληψίες τους. Πώς και γιατί αποφάσισαν να γίνει ο γάμος των παιδιών τους; Ως πού φτάνει ο βαθμός συνεργασίας τους; Τι επιχειρήσεις έχουν ανοίξει στους κόλπους της αστυνομίας και πόσο ειλικρινής είναι η μεταξύ τους σχέση; Ο Παναγιώτης Ιντζόγλου, του οποίου η μοναχοκόρη ήταν η λατρεία του, επιστρέφει τώρα σ’ ένα άδειο, σκοτεινό σπίτι. Όσα τον έδεναν με τη γυναίκα του δεν υπάρχουν πια, ο πόνος έχει γίνει μομφή, τα λάθη του παρελθόντος βγαίνουν στην επιφάνεια και τους στοιχειώνουν. Προσπαθεί να ξεσηκώσει τον άντρα της, να τον βγάλει στον δρόμο, να ψάξει να βρει τον φονιά κι ανασκαλεύει το μυστικό που της είχε εξομολογηθεί η κόρη της, κάτι που ο πατέρας δεν έπρεπε να μάθει ποτέ. Ταυτόχρονα, ο Νίκος Παπαδάκος, με γνωριμίες, άμετρη απληστία, που ακροβατεί στο όριο της παρανομίας, λυγίζει από τον χαμό του γιου του, δακρύζει, βουβαίνεται, αδειάζει, κι εκεί που πήγα να τον συμπαθήσω και να του συμπαρασταθώ, παραδέχεται «Μου πήραν τον καλύτερο… μου άφησαν τον λειψό»! Ναι, ο μεγάλος του γιος τον ακολουθούσε παντού, μπήκε και στην αστυνομία για χάρη του ενώ ο μικρός θέλησε να γίνει καλλιτέχνης κι ο πατέρας του τον απείλησε να μπει στον στρατό να στρώσει χαρακτήρα. «Αυτός μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε, οι υπόλοιποι να κάνουν ό,τι ήθελε αυτός» (σελ. 127). Έτσι, ο Γιώργος τσακώνεται διαρκώς με τον πατέρα του, ποιες ήταν οι σχέσεις του όμως με τον αδελφό του; Τι θα κάνει από δω και πέρα αφού έμεινε μ’ έναν πατέρα που τον μισεί και μια μάνα που δεν αντέχει χωρίς χάπια;

Στο κείμενο συναντάμε καλοδουλεμένα αλλά εκτενή σκιαγραφήματα με άκρως ανθρώπινες σκηνές, χάρη στις οποίες για πρώτη φορά σε μυθιστόρημα ένιωσα ανάγλυφο τον πόνο της απώλειας και μάλιστα από διάφορους και διαφορετικούς χαρακτήρες, με ποικίλες αντιδράσεις και σκέψεις αλλά με την ίδια απελπισία. «Αναστέναξε βαριά, τόσο που από τα πνευμόνια της βγήκαν κομμάτια από την ψυχή της» (σελ. 272). Και δε βλέπουμε μόνο τους γονείς των δολοφονημένων παιδιών αλλά και τους συγγενείς των επόμενων θυμάτων, με τον πόνο να αυξάνεται, το «γιατί» να γιγαντώνεται και τη σταυροφορία του δολοφόνου να χάνει το νόημα και το δίκιο της μετά από τόσο αίμα και πίκρα. Εκεί είναι και η άλλη μου ένσταση, μιας και είτε τα επόμενα θύματα είτε τους δικούς τους ανθρώπους τους γνωρίζουμε από την αρχή της ζωής τους σε αναδρομικές αφηγήσεις κι αυτό με μπέρδεψε, μιας και ο ρόλος τους στην ιστορία εμφανίζεται αργότερα. Για παράδειγμα, ο κυρ Παντελής από τα Πετράλωνα, ένα ηλικιωμένο ρεμάλι, μεγαλωμένος σε κακοποιητικό περιβάλλον, δέρνει ακόμη τη γυναίκα του για το παραμικρό ενώ ο γιος του μπλέκει σε μπελάδες, ζουν σε άθλιες συνθήκες στο φτωχόσπιτό τους, εντελώς παραιτημένοι, χωρίς ελπίδα για κάτι καλύτερο. Ποιος είναι όμως αυτός ο άνδρας και τι σχέση έχει με τους φόνους; Με τον ίδιο τρόπο γνωρίζουμε κι άλλους συμπρωταγωνιστές ενώ ταυτόχρονα κλιμακώνεται η πλοκή και αυξάνεται η αγωνία για την ταυτότητα του δράστη.

Ο Ιάσονας Μανιάτης προσπαθεί να βρει την άκρη ενός πολύ μπλεγμένου κουβαριού, έχοντας να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τον υπαστυνόμο Γιάννη Παπαδόπουλο, που τον τοποθέτησαν στο Ανθρωποκτονιών με άνωθεν εντολές και τον επικεφαλής του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής της ΓΑΔΑ, υποδιευθυντή Κοκκινάκη, με τη χαρακτηριστική κρητική προφορά, ο οποίος έχει την αγαπημένη συνήθεια να βάζει δύο ομάδες να δρουν ανταγωνιστικά σε σημαντικές υποθέσεις πιστεύοντας πως ο συναγωνισμός θέτει σε εγρήγορση, μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πράγματα θα ξεφύγουν από τον έλεγχο. Αστυνόμοι και υπαστυνόμοι, αναλυτές και ιατροδικαστές, γραμματείς και προϊστάμενοι ρίχνονται σ’ έναν αγώνα δρόμου για τον εντοπισμό του ενόχου και ταυτόχρονα κάποιοι ψάχνουν να βρουν τρόπο να απομακρύνουν τον Μανιάτη από την υπόθεση, γιατί θα ανακαλύψει κάτι που δεν τους συμφέρει. Επομένως ποιος είναι ο ένοχος και τι θέλει να δείξει με το σχέδιό του και τις απάνθρωπες δολοφονίες; «Από τότε έγινα σκιά. Κι απόψε είμαι εδώ, κομμάτι της σκιάς» (σελ. 24). «Είμαι η Νύχτα, είμαι ο Έρεβος και ετοιμάζομαι να γεννήσω μια άθλια, κόκκινη Ημέρα…» (σελ. 27). Τι θέλει όμως να τονίσει με το μήνυμα «Καμία ειρήνη»;

Η φωτογραφία είναι της Γιώτας Βασιλείου από το https://vivliografika.blogspot.com/2024/06/bookreview-omorfi-poli-kamia-eirini.html

Ο συγγραφέας στρέφει επιδέξια την προσοχή του αναγνώστη σε συγκεκριμένα μονοπάτια, μόνο και μόνο για να τα τινάξει όλα ευλογοφανώς και απόλυτα δικαιολογημένα από ένα αναπάντεχο σημείο και μετά. Μπορεί να μην έχουμε ιδιαίτερες εκπλήξεις ως προς την ταυτότητα του δράστη, όταν σκάει η βόμβα όμως με το κίνητρο και κυρίως με την αφορμή με την οποία ξεκινάνε όλα, έμεινα άφωνος και έδωσα τα εύσημα στον συγγραφέα, μιας και το ταξίδι ήταν μεγάλο και με πολλές διασπάσεις προσοχής, άξιζε όμως να διαβαστεί γι’ αυτό το σημείο (και όχι μονο)! Από κεφάλαιο σε κεφάλαιο γνώριζα όλο και περισσότερο τους πρωταγωνιστές και τους δευτερεύοντες χαρακτήρες, των οποίων οι ζωές διακόπτονταν ωμά, κυνικά, απροκάλυπτα, απότομα. Τη μια στιγμή γλεντάνε και τραγουδάνε ή γελάνε με τον συνομιλητή τους στο τηλέφωνο και την άλλη μια σφαίρα τους θρυμματίζει το κρανίο. «Μέχρι πριν από λίγο όλοι αυτοί ήταν άνθρωποι, ζούσαν, έτρεχαν, γελούσαν, ένιωθαν. Τώρα έχουν γίνει ευθείες μπλε γραμμές στο δικό μου τεφτέρι» (σελ. 140). Το κείμενο έχει και ενδιαφέρουσες παρομοιώσεις και μεταφορές: «Η βροχή έδειχνε αποφασισμένη να σπάσει τα νεύρα όλων εκείνη την ημέρα. Σταματούσε για λίγο, μάζευε δυνάμεις, ξεσπούσες έπειτα με δυνατές ριπές νερού» (σελ. 208). Μέσα σε όλη αυτήν την αναστάτωση, ο Μανιάτης ξεκινάει σχέση με τη Λυδία Γερακάρη, βοηθό σε δικηγορικό γραφείο, κάτι που τον ξαφνιάζει ευχάριστα και τον κάνει να αναρωτηθεί μήπως επιτέλους τα επερχόμενα Χριστούγεννα να είναι η πρώτη φορά που δε θα είναι μίζερα, που θα έχει κάποιον στο πλάι του. Συνηθισμένος με εφήμερες και επιφανειακές σχέσεις και απόμακρος, τώρα καλοδέχτηκε με ευφορία αυτήν την οικειότητα και του αρέσει που κάποια τον σκέφτεται. Μόνο που οι φρενήρεις ρυθμοί και ο κίνδυνος της υπόθεσης θα φέρουν τη Λυδία αντιμέτωπη με την πραγματικότητα, μιας και ο Μανιάτης εξαφανίζεται συχνά λόγω της ιστορίας με τον δολοφόνο, επομένως θα κρατηθεί δίπλα του ή θα τον παρατήσει; Κάπου εμφανίζεται και ο μυστηριώδης κύριος Αδαμόπουλος του πρώτου βιβλίου της σειράς, που πλέον επέστρεψε στο σπίτι και στη δουλειά του και ζητάει από τον Μανιάτη να πάψουν να τον έχουν υπό παρακολούθηση. Ο αστυνόμος δεν έχει πειστεί ακόμη, δεν έχει ξεχάσει το παρελθόν τους, δε θα σταματήσει να τον έχει στον νου του.

Το «Καμιά ειρήνη» είναι ένα πανέξυπνο, καλογραμμένο και ευρηματικό αστυνομικό μυθιστόρημα, πολυεπίπεδο, ανατρεπτικό και γεμάτο μικρά και μεγάλα σκοτεινά μυστικά. Πυκνογραμμένο, με ποικιλία εκφραστικών και αφηγηματικών μέσων, σκορπάει αναπάντητα ερωτηματικά που απαντώνται και δίνουν τη θέση τους σε άλλα, φωτίζει τα γεγονότα όπως θέλει ο συγγραφέας και ζωντανεύει ενδιαφέροντες ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Η πλοκή ξεδιπλώνεται σταδιακά, με τις λεπτομέρειες να βγαίνουν στο φως όταν πρέπει (ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές, πώς αλληλοεπιδρούν, ποιος είναι ο ρόλος τους στο βιβλίο κλπ.), κάτι που γεμίζει αγωνία τον αναγνώστη και αναρωτιέται η τάδε σκηνή ή το δείνα συμβάν πόσο άμεση σχέση έχουν με την κεντρική πλοκή, πώς θα συνδεθεί μαζί της και πού θα οδηγήσουν οι εξελίξεις. Μεγάλα και χορταστικά κεφάλαια, με παραστατικές λεπτομέρειες και πλούσιο λεξιλόγιο, κάθε ένα από αυτά και μια κινηματογραφική σεκάνς, με περιγραφές που ίσως πλατειάζουν σε κάποια σημεία αλλά τις θεωρώ άκρως απαραίτητες για την καλύτερη ατμόσφαιρα. Ένα δυνατό, αν και αργό σε κάποια σημεία, μυθιστόρημα, κινηματογραφικά γραμμένο, με περισσότερα απ’ όσα ίσως θα έπρεπε ψυχογραφήματα και με ποικιλίες ύφους που το βαραίνουν και ίσως κουράσουν. «Καμιά φορά έχει κόστος βαρύ η διαφύλαξη της ειρήνης» (σελ. 409). Στο κάτω κάτω: «Καμιά ειρήνη αν δεν αποδοθεί δικαιοσύνη» αλλά κι αν παρέμβει η αυτοδικία τι θα αφήσει πίσω της εκτός από πένθος και πόνο; Λυτρώνεται ο δράστης, εξισορροπείται η έννοια της τάξης, επιστρέφει ο νεκρός;

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *