13243963_1109123985795891_1317624693804129396_o

Ο Τσάρλι «Μπερντ» Πάρκερ είναι ντετέκτιβ στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Νέας Υόρκης ώσπου βρίσκει τη γυναίκα και την κόρη του φριχτά δολοφονημένες. Από κει και πέρα η ζωή του αλλάζει κι αγωνίζεται να βρει τον δολοφόνο και ταυτόχρονα να μην τρελαθεί. Οι έρευνες δείχνουν να τελματώνουν κι έτσι ο Πάρκερ, που έχει πια παραιτηθεί από το Σώμα, αναλαμβάνει ιδιωτικώς ελάχιστες υποθέσεις απλώς και μόνο για να ξεχαστεί. Μόνο που, ερευνώντας την εξαφάνιση μιας κοπέλας, δεν μπλέκει απλώς με τον νεοϋορκέζικο υπόκοσμο αλλά διαπιστώνει και πως η αδελφή της εξαφανισμένης είναι το θύμα σε μια παλιά υπόθεση, η οποία συνδέεται με τον δολοφόνο που αναζητά.

Βιβλίο Κάθε νεκρό πράγμα 
Τίτλος πρωτοτύπου Every dead thing
Συγγραφέας John Connolly
Μεταφραστής Μιχάλης Μακρόπουλος
Κατηγορία Αστυνομικό μυθιστόρημα / Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Bell
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Είναι το πρώτο βιβλίο της σειράς περιπετειών με τον Τσάρλι Πάρκερ και διαπίστωσα πως ξεφεύγουμε αρκετά από τη γνωστή συνταγή των αστυνομικών του είδους. Πρόκειται για ένα καθαρά κοινωνικό μυθιστόρημα με αρκετή επίστρωση αστυνομικού που καταγράφει άκρως ενδιαφέροντες χαρακτήρες, με ποικίλα ψυχογραφήματα και παρατηρεί κάθε κοινωνική, οικογενειακή, οικονομική, αρχιτεκτονική και πολεοδομική αλλαγή στα μέρη όπου διαδραματίζονται οι έρευνες του Πάρκερ. Για παράδειγμα, έμαθα πως η  αστυνομία της Νέας Ορλεάνης έχει λόγο που παραμένει διεφθαρμένη μιας και οι συνθήκες υπό τις οποίες ιδρύθηκε τον 19ο αιώνα και η πορεία της στον χρόνο ήταν συνυφασμένες με το περιβάλλον του υποκόσμου, από τον οποίο υποτίθεται ότι προστατεύει ντόπιους και τουρίστες. «Η ίδια η Νέα Ορλεάνη, με τα ρημαγμένα κτίρια… έμοιαζε να ενσαρκώνει αυτή την παρακμή κι έτσι ήταν αδύνατο να πεις αν η πόλη ήταν που διέφθειρε τους κατοίκους ή, το αντίστροφο, αν ήταν οι κάτοικοι που παρέσυραν την πόλη στη σήψη» (σελ. 295). Εξίσου συναρπαστικά δίνεται και η Νέα Υόρκη, της οποίας πολλά σημεία παραδέχομαι πως τα έψαξα στο διαδίκτυο για να νιώσω περισσότερο την αύρα τους. Ακόμη και το Χέιβεν της Βιρτζίνια ζωντανεύει υπέροχα και μοναδικά: «Το Χέιβεν έμοιαζε μόνιμα κολλημένο σ’ ένα μουντό κυριακάτικο απόγευμα», σελ. 191.

Σχεδόν όλοι οι εμπλεκόμενοι, είτε πρωταγωνιστές είτε κομπάρσοι, έχουν κι ένα υπόβαθρο βάσει του οποίου έχουν ανατραφεί και τώρα δρουν, με τόσες λεπτομέρειες που καταφέρνουν να μην κουράσουν αλλά να δώσουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα και το σωστό πλαίσιο της σφιχτοδεμένης πλοκής που απαρτίζει την πρώτη περιπέτεια του ντετέκτιβ. Δεν κουράστηκα ούτε στιγμή, όσες φορές κι αν ο συγγραφέας ανέλυε πρόσωπα και καταστάσεις που ξέφευγαν ίσως από την κεντρική ιδέα (την αναζήτηση του δολοφόνου που σκοτώνει με βάναυσο και απάνθρωπο τρόπο), ζωντάνευαν όμως το περιβάλλον στο οποίο ερευνά ο Πάρκερ ενώ κάποια λεπτομέρεια ήταν ο συνδετικός κρίκος με μια άλλη ιστορία, έναν άλλον τόπο, έναν απρόσμενο συμπρωταγωνιστή, με αποτέλεσμα, προσωπικά τουλάχιστον, να μην μπορώ να προσπεράσω ούτε γραμμή.

Ο 36χρονος σήμερα Τσάρλι Πάρκερ είδε τη σύζυγο και την κόρη του βάναυσα δολοφονημένες το 1996 και δύο εβδομάδες μετά παραιτήθηκε από το Σώμα και άλλαξε σπίτι και καθημερινότητα, όσο η ψυχολογία του αγωνιζόταν να κρατηθεί στα κατάλληλα επίπεδα λογικής. Η ιστορία της γνωριμίας με τη γυναίκα του καταγράφεται αποσπασματικά με διάφορες αφορμές κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, κάτι που μου κράτησε το ενδιαφέρον, μιας και η έλλειψη γραμμικής αφήγησης, τα πρωθύστερα και οι εκπλήξεις δημιουργούν διαρκώς ένταση και σασπένς. Ψηφίδα προς ψηφίδα δόθηκε το παρελθόν του και μου σύστησε τις ευτυχισμένες και τις δύσκολες μέρες της γνωριμίας και του γάμου του, μιας και τον τελευταίο καιρό, λόγω της αφόρητης πίεσης στη δουλειά είχε γίνει αλκοολικός. Από τον αστυνομικό πατέρα του έχει αποσπασματικές αναμνήσεις, εκτός από εκείνο το βράδυ της αυτοκτονίας του μετά από ένα ανεξήγητο συμβάν που με σόκαρε: «Είμαι γιος του πατέρα μου, με όσα συνεπάγεται αυτό» (σελ. 281), αποφαίνεται με πίκρα. Και όσο προχωρά η υπόθεση, τόσο διαπιστώνει τη δεινή θέση όσων γνωρίζει ή / και συνεργάζονται μαζί του: «Βρομούσα θάνατο» (σελ. 488). Και ναι, το όνομά του προέρχεται από τον γνωστό τραγουδιστή της τζαζ (1920-1955), γιατί ο ιερέας που τον βάφτισε ήταν λάτρης αυτής της μουσικής!

Η αναζήτηση του κατά συρροή δολοφόνου είναι και μια κραυγή αγωνίας του συγγραφέα, που καταδεικνύει μέσω ερευνών και στατιστικών πόσοι τέτοιοι «άνθρωποι» υπάρχουν, πόσο συχνά σκοτώνουν και πόσο κακό κάνουν ευρύτερα. Και αμέσως θέτει τους ηθικούς ενδοιασμούς του: «Δεν πιστεύουμε πια στο κακό, μονάχα στις κακές πράξεις, που μπορούν να εξηγηθούν από την επιστήμη του νου. Δεν υπάρχει κακό και το να πιστεύεις σ’ αυτό, σημαίνει πως είσαι θύμα της δεισιδαιμονίας, σαν να κοιτάζεις κάτω από το κρεβάτι σου το βράδυ ή να φοβάσαι το σκοτάδι. Υπάρχουν όμως αυτοί για τους οποίους δεν έχουμε να δώσουμε εύκολες απαντήσεις, που διαπράττουν το κακό γιατί αυτή είναι η φύση τους, γιατί είναι κακοί» (σελ. 168). Και το εξής αποκαλυπτικό: «Δεν υπάρχουν συμπτώσεις, μονάχα μοτίβα που δεν διακρίνουμε» (σελ. 283). Φόβος, τρόμος, ακρωτηριασμοί, δολοφονίες, τιμωρία, εκδίκηση κι όλα αυτά στη σκιά της ματαιότητας: «Κι αυτό ήταν που ήθελε ο Ταξιδευτής: να παρέχει, με το θάνατο των άλλων, μια υπενθύμιση του θανάτου όλων μας και του πόσο άχρηστη ήταν η αγάπη, η πίστη, η πατρότητα, η μητρότητα, η φιλία, ο έρωτας, η ανάγκη, η χαρά, μπροστά στο κενό που μας περίμενε όλους» (σελ. 489).

Αυτές οι σκέψεις συνυπάρχουν σε κείμενο ωμού ρεαλισμού και ανατριχιαστικών περιγραφών, όπως το ακόλουθο, τη στιγμή της δολοφονίας ενός παιδιού που είχε ερευνήσει ο Τσάρλι Πάρκερ τέσσερις μήνες μετά τον χαμό της οικογένειάς του, με αφορμή τη γνωριμία του με μια γριά μάντισσα της περιοχής: «Και τότε άκουσα και ένιωσα, βαθιά μέσα μου, τη λεπίδα να κόβει, να ξύνει, να χωρίζει το μυ από την άρθρωση, τη σάρκα από το κόκαλο, την ψυχή από το κορμί, τον καλλιτέχνη να δουλεύει στο μουσαμά του κι ένιωσα τον πόνο να χορεύει μέσα μου, να με διαπερνά, διαγράφοντας την τροχιά του μέσα από μια ζωή που έσβηνε σαν αστραπή» (σελ. 64).

Η πλοκή με κέρδισε από την πρώτη στιγμή, όπου στον πρόλογο έχουμε δύο παράλληλες πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις που συνδέονται απροσδόκητα. Η ανατριχίλα που προκύπτει και από τις περιγραφές των θυμάτων, του ακρωτηριασμού, του βασανισμού και της δολοφονίας τους και από την ωμότητα κάποιων αναπάντεχων εξελίξεων είναι πολύ μεγάλη. Παρ’ όλ’ αυτά, δε λείπουν ούτε το χιούμορ (π. χ. «Η σάρκα της ξεχείλιζε από τα ρούχα της κι έτσι έδινε την εντύπωση πως είχε μυστηριωδώς πρηστεί κάποια στιγμή από την ώρα που ντύθηκε μέχρι να φτάσει στη δουλειά», σελ. 25 και «Ο Φρανκ πάσχισε να δείξει πως πάλευε με τη συνείδησή του, αν και θα ήταν αδύνατο να τη βρει δίχως φτυάρι και ένταλμα εκταφής», σελ. 100) ούτε κάποιες παρομοιώσεις και μεταφορές που τις θεωρώ αρκετά επιτυχημένες και είναι όσες ακριβώς χρειάζονται για να μη γίνει πολύ λυρικό το κείμενο (δείτε στη σελίδα 182 τις περιγραφές του οδικού ταξιδιού ως τη Βιρτζίνια ή στο κεφάλαιο 42 την περιγραφή του βάλτου Χάνι Άιλαντ). «Ένα απαλό αεράκι φυσούσε από το ποτάμι, αλλά έδινε μια χαμένη μάχη με την πρωινή ζέστη…» (σελ. 298).

Εξίσου ενδιαφέροντες είναι και οι συνεργάτες του Πάρκερ, το ομοφυλόφιλο ζευγάρι Έιντζελ και Λούις, τους οποίους είναι καλύτερο να μη συναντήσεις νύχτα και τους τσατίσεις, και η ψυχολόγος-εγκληματολόγος Ρέιτσελ Γουλφ. Η επιλογή αυτών των ετερόκλητων χαρακτήρων δίνει άλλη διάσταση στα γεγονότα, μιας και η συμμετοχή τους είναι, των πρώτων αντισυμβατική και γεμάτη εκπλήξεις, της τρίτης η αναμενόμενη, μιας και προσπαθεί να βοηθήσει με το μοτίβο του δολοφόνου, η προσωπικότητα, οι γνώσεις και το παρελθόν της όμως την απομακρύνει από τα διαχρονικά στερεότυπα ενός Γουάτσον ή λοχαγού Χέιστινγκς! Ομολογώ ότι δε βρήκα την ταυτότητα του δολοφόνου αλλά όταν αποκαλύφθηκε διαπίστωσα πως ο συγγραφέας βάδισε σε αρκετά στερεότυπα που έχω δει και σε άλλα αστυνομικά βιβλία ενώ ο ρόλος της Ρέιτσελ έγινε εντελώς προβλέψιμος βάσει των γεγονότων που οδηγούν στο τέλος, δεν ξεχνάω όμως πως πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της σειράς κι είμαι σίγουρος πως στη συνέχεια θα υπάρχουν αρκετές εκπλήξεις και ανατροπές.

Το μυθιστόρημα είναι το πρώτο βιβλίο της σειράς περιπετειών με ήρωα τον Τσάρλι Πάρκερ και είναι αφιερωμένο στα νεκρά πράγματα: «…είχε ανακαλύψει μέσα… του ένα σκοτάδι ακατονόμαστο, ένα μαύρο, άφωτο μέρος όπου κείτονταν σφαγιασμένα παιδιά, την ερεβώδη καρδιά κάθε νεκρού πράγματος» (σελ. 265). Το κείμενο βρίθει από νονούς της νύχτας που ξεπέρασαν τη λογική, μαφιόζους που εκδικούνται με απάνθρωπο τρόπο, δολοφόνους παιδιών, οπότε ειλικρινά ο Ταξιδευτής, όπως ονομάστηκε ο κατά συρροή δολοφόνος, είναι το μικρότερο πρόβλημα στο μυθιστόρημα! Ανυπομονώ για το επόμενο!

ΥΓ. Η σελιδαρίθμηση των παραπομπών βασίζεται στην πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος το 2001.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *