76609834_2672391042782619_6180912007181500416_n

Πόσο κρατάει ένα καλοκαίρι; Γιατί εκείνο ειδικά το καλοκαίρι φαινόταν ατελείωτο; Γιατί τα δάχτυλα του εντεκάχρονου Νικόλα πίεζαν την ψίχα και την έκαναν ζυμάρι; Ίσως γιατί ένας πόλεμος φυσούσε από μακριά και έσερνε μαζί του κι έναν άλλο φόβο, αυτόν της ενηλικίωσης. Όλα αυτά μέσα σε παρέες όμοιες συμμορίες, με αρχηγούς επικούς, που τρεχοβολούσαν στα καλντερίμια του χωριού και φόβιζαν τα τζιτζίκια. Τα ξύλα, οι σαΐτες, τα τόξα, ένα κουρεμένο κεφάλι, ένα όμορφο φουστάνι, ο έρωτας: μνημεία του καλοκαιριού και μιας εποχής ανεξίτηλης. Τότε που, ενώ τα κουκουνάρια έσκαζαν τα μεσημέρια απ’ τη ζέστη σαν χειροβομβίδες, τα ραδιόφωνα παιάνιζαν εμβατήρια. Πάντα στο ξεψύχισμα του Αυγούστου έπιαναν τα πρωτοβρόχια. Ήταν το καλοκαίρι του 1974… (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Βιβλίο Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού
Συγγραφέας Ισίδωρος Ζουργός
Κατηγορία
Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Πατάκης
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Ένα μικρό διαμαντάκι, που προλείανε το έδαφος για να βγει ο Ζουργός που λάτρεψα στη συνέχεια. Μια παρέα παιδιών με τις κόντρες, τις αντιζηλίες, τα καμώματα, τις ζαβολιές, τις πονηριές τους. Ένα ταξίδι στο 1974 και στη Χούντα, στην καταπάτηση της Κύπρου, στην επιστράτευση. Τα γεγονότα και η ζωή μέσα από τα μάτια των παιδιών που βρίσκονται στην προεφηβική και στην εφηβική ηλικία. Γιατί φεύγουν οι μεγάλοι, πού είναι η Κύπρος για την οποία λένε όλοι, τι δείχνει η τηλεόραση και το ραδιόφωνο γι’ αυτά τα γεγονότα.

Ξετρελάθηκα γιατί είχε τέτοιες εικόνες, διαλόγους και στιγμιότυπα που νόμιζα ότι ξαναζούσα τα παιδικά μου χρόνια στο δικό μου χωριό. Η μάνα να γκρινιάζει για τα μικυμάους, οι υποχρεωτικές ξάπλες τα μεσημέρια, που ο κόσμος ησυχάζει και δεν μπορεί να ακούει τις φωνές μας («ξαπλώστε και μην κοιμάστε» όπως γράφει χαρακτηριστικά), τα παιχνίδια στο ηρώο και στην εκκλησία, οι τσακωμοί μας, οι κόντρες μας, τα πειράγματά μας, η σαλάτα στο τραπέζι…

Παραλίγο να κλάψω με την ομορφιά και την “αθωότητα” εκείνης της εποχής, που τόσο μα τόσο ωραία και ανάγλυφα δίνει ο συγγραφέας. Τι να πω, δεν έχω λόγια. Καταπληκτικό και αγαπησιάρικο βιβλίο. Απίστευτη η τελευταία πρόταση του αποχαιρετισμού του ήρωα του βιβλίου στην κοπέλα που του εμφύσησε ανομολόγητη αγάπη: «το χέρι της ζυμάρι με βρόχινο νερό».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *