a25324ec-b7b1-4390-9ca9-eee4267076a3_8

Είχε νυχτώσει για τα καλά, όταν φτάσαμε στο πλάτωμα. Ευτυχώς είχε φεγγάρι. Σκορπιστήκαμε εδώ κι εκεί, στρώσαμε τις κουβέρτες και ξαπλώσαμε αποκαμωμένοι. Λίγοι είχαν το κουράγιο να φάνε κάτι. Και τα παιδιά, τα περισσότερα νηστικά κούρνιασαν δίπλα στους γονείς τους και μόνο οι μικρομάνες, που βύζαιναν τα μωρά καθισμένες καταγής ξεκούμπωσαν τον κόρφο τους για να τα θηλάσουν, γιατί αυτά ήταν τα μόνα που δεν καταλάβαιναν ότι κάτι φοβερό γινόταν γύρω μας. Αλλωνών τα μάτια σφάλισαν με το που έγειραν το κεφάλι τους στο πρόχειρο προσκέφαλο, ένα ρούχο τυλιγμένο ή το ίδιο τους το χέρι διπλωμένο, άλλοι κοιμήθηκαν ώρες μετά κι άλλοι έμειναν ξάγρυπνοι όλη νύχτα μέσα στις σκέψεις και στους φόβους τους ακούγοντας τους αναστεναγμούς και μερικές φορές τα παραμιλητά αυτών που είχαν βυθιστεί σ\’ ένα ταραγμένο κι ανήσυχο ύπνο. (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Βιβλίο Η Νεραντζούλα
Συγγραφέας Δέσποινα Λάππα-Κόντου
Κατηγορία
 Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Μπαρμπουνάκης (εξαντλημένο στον εκδότη)
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Απλό και καλογραμμένο. Η ιστορία μιας γυναίκας που ζει σε ένα χωριό της Μακεδονίας πάνω στο Γράμμο και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου το σκάει με τους συγχωριανούς της στα ελληνοαλβανικά σύνορα για να γλυτώσουν από τις αιματηρές μάχες. Μετά η Αλβανία τους αφήνει εκεί στο ύπαιθρο ώσπου τελικά επεμβαίνουν άλλες δυνάμεις και τους φυγαδεύουν από δω κι από κει. Η οικογένεια της Νεραντζούλας διαλύεται: πολιτικοί πρόσφυγες σε χώρες του παραπετάσματος (στο χωριό Νίκος Μπελογιάννης, Βουκουρέστι, Τασκένδη) ξεκινούν από την αρχή σε χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού με τα καλά και τα κακά του συστήματος. Μετά από χρόνια γίνεται δεκτό το αίτημά της να επιστρέψει στην Ελλάδα. Νέα μετακόμιση, νέα αγωνία, νέα αντιμετώπιση. Το χωριό ερημωμένο, καταφεύγει στην Αθήνα. Επιτέλους μαθαίνει νέα των παιδιών της. Μόνο με το πιο μακρινό δεν καταφέρνει να συναντηθεί γιατί κατέφυγε στην Αμερική. Χωρίς να κατηγορεί κανέναν, χωρίς να θυμώνει με κανέναν, η Νεραντζούλα δέχεται στωικά τις περιπέτειες, τα βάσανα, τους διωγμούς και τον επαναπατρισμό.

Συγκινητικές σκηνές αποχωρισμού και “καλή πατρίδα σύντροφε”, λαογραφικά στοιχεία των Δροσοπηγών όπου ζούσε η Νεραντζούλα, ήθη κι έθιμα των πολιτικών προσφύγων, πλήρης περιγραφή του τρόπου ζωής και της γραφειοκρατίας των χωρών, ανάγλυφη η καθημερινότητα στους ξένους τόπους, άφθονες λεπτομέρειες και σε αρκετά σημεία το δάκρυ παίζει κρυφτό με τα μάτια. Μια αφήγηση που σε τίποτα δεν κουράζει, παιδιά κι εγγόνια, διωγμοί και ξεριζωμός, ελπίδες, αγωνίες, ταξίδια και τόσα μα τόσα άλλα πράγματα που δεν τη λύγισαν ποτέ. Κι ευτυχισμένη γιαγιά στην Κρήτη πια ζει τις τελευταίες της μέρες. Η συγγραφέας καταπιάνεται με απίστευτες ιστορίες κάθε φορά και καταφέρνει να τις κάνει δικές της και δικές μας χωρίς να κουράσει και κυρίως χωρίς να εκβιάσει το δάκρυ. Το βιβλίο “Σε όποια γλώσσα κι αν το πεις” ακόμη το θυμάμαι! Μπράβο της. Ανυπομονώ για τα επόμενα!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *