88185936_3291447660869906_4366592919407165440_n

Από τα βιβλία που με δυσκόλεψαν αρκετά ως προς το τι να κρατήσω και τι να αφήσω, ως προς το τι διαβάζω (κωμωδία ή δράμα;), ως προς το να το παρατήσω ή όχι. Η υπόθεση άκρως περίπλοκη: ένας τα έχει με μία που ποτέ δεν της είπε το σ’ αγαπώ κι αυτή του έφυγε με έναν πλούσιο εραστή οπότε αυτός σέρνεται σαν barfly από μπαρ σε μπαρ (πίνω και μεθώ, ωχ αμάν) και την ημέρα που νόμιζε ότι την ξεπέρασε οριστικά βλέπει την αναγγελία γάμου της σε κοσμοπολίτικο περιοδικό. Ταυτόχρονα ο μάνατζέρ του (νομίζω) (ο ήρωάς μας γράφει κινηματογραφικό σενάριο) του συστήνει τον νέο του χρηματοδότη για μια ταινία που θα σπάσει ταμεία: τον υποψήφιο σύζυγο της πρώην του! Και τότε έρχεται από την Αγγλία ο παιδικός-εφηβικός κολλητός του για να του ανακοινώσει ότι έχει AIDS και πεθαίνει οπότε ο ήρωάς μας μετά από ολονύχτιο ταξίδι στις σκέψεις του και στη βρώμικη Αθήνα τα παρατάει όλα και φεύγει μαζί του Μεξικό για να κάνει τις τελευταίες του μέρες καλύτερες.

Βιβλίο Η επίδραση του Κρόνου
Συγγραφέας Μανώλης Χαρίνος
Κατηγορία
Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Μοντέρνοι Καιροί (εξαντλημένο στον εκδότη)
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Ομολογώ ότι με κράτησαν τα πρώτα κεφάλαια και κυρίως η ιστορία του Φώτη που πάλευε με το AIDS και έδινε αγώνα ενάντια στο χρόνο. Δεν ανταμείφθηκα αλλά αυτό το βιβλίο έχει τόσες πολυεπίπεδες αναγνώσεις (και τόσο βαθιά κρυμμένες) που σίγουρα κάποια στιγμή θα το ανακαλύψεις, δεν μπορεί, αρκεί να έχεις υπομονή (προσωπικά ποτέ δεν έχω, μιας και τα αδιάβαστα βιβλία στοιβάζονται στο πάτωμα κι ο χρόνος είναι τόσο λίγος). Στα θετικά του βιβλίου: η νυχτερινή ζωή της Αθήνας, φυσιογνωμίες, άνθρωποι και χαρακτήρες που κάπου τους είδα κι εγώ, κάπου τους γνώρισα, κάπου τους πόνεσα, πρεζάκηδες, τσαντάκιες, νονοί, μοναχικοί άνθρωποι που αναζητούν το εφήμερο για να βρουν αιώνια απάντηση στα ερωτήματα της ζωής, πόρνες και νταβατζήδες, νυχτερινή ξενάγηση σε μια άγνωστη και υποβαθμισμένη πόλη, με διευθύνσεις και ονόματα παρακαλώ. Και σε κάποια η γραφή, μάλλον οι σκέψεις του συγγραφέα, που φωνάζει για την προσωπική του μοναξιά και ψάχνει διέξοδο γράφοντας στις άσπρες σελίδες ενός άψυχου χαρτιού. Διαβάστε αποσπάσματα που με έκαναν να σταματήσω και να σκεφτώ: “Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια σου, τα χρόνια πέρασαν λαθραία, πέρασαν αθόρυβα κι απαρατήρητα, χωρίς να υπάρχει πουθενά κανείς που να σε έχει συμπονέσει αρκετά για να σε προετοιμάσει, αλλά το πιθανότερο είναι ότι, κι αν παρουσιαζόταν αυτός ο λαχανιασμένος αγγελιαφόρος, δε θα καταλάβαινες το μήνυμά του, γιατί υπάρχουν πράγματα που μόνο αν τα βιώσουμε μπορούμε να τα κατανοήσουμε. Απελπισμένος, θα παρηγορηθείς ανάβοντας ένα καινούργιο τσιγάρο, αλλά προτού το τελειώσεις θα έχουν περάσει κι άλλα χρόνια, με τον ίδιο τρόπο. Τέλος, με δάκρυα θα παρακαλέσεις για παράταση, αλλά ποιος άνθρωπος ή θεός θα μπορούσε να σου χαρίσει αυτό το ανεκτίμητο δώρο; Δε θα υπάρχει τίποτα παρά μόνο τόσος χρόνος για να διαπιστώσεις με πανικό ότι δεν υπάρχει χρόνος ” (σελ. 85). “Κανένας δε μου είπε ξεμέθυστος σ ‘ αγαπώ, εκτός από τη μάνα μου ” (σελ. 96). “Η πόλη είναι σίγουρα γυναίκα, η πλατεία τα απόκρυφά της και το όνομά της ερμηνεύει κυριολεκτικά τη φύση και την αποστολή της…Η τσίκνα από τις καντίνες της Αθήνας πλούσιες σπονδές που, ακόμα κι αν βρουν τον προορισμό τους, δε θα συγκινήσουν κανένα θεό ” (σελ. 197). “Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι οι σκέψεις, οι επιθυμίες, τα αισθήματά μας είναι το ποίημα που έχουμε στο μυαλό και πρέπει να μεταφράσουμε με αποφάσεις και πράξεις στη ζωή; Είμαστε μεταφρασμένες ζωές ” (σελ. 325).

Από την άλλη ενώ ξεκινάει με κωμική στόφα και ξεκαρδίζεσαι σε κάποια σημεία μετά την 30ή-40ή σελίδα πέφτει μια σκοτεινιά, μια πενθίλα άλλο πράμα, λες και το έγραψε άλλος συγγραφέας ή λες και το παράτησε ο δημιουργός του και ασχολήθηκε ξανά μαζί του μετά από χωρισμό και λέει “θα εκδικηθώ, ξεσπώντας στο βιβλίο μου!” Κι είχε αρκετά καλά κωμικά στοιχεία, όπως στη σελ. 46: “Για μια μαλακία! (πετάει το πιάτο μου) Άκου λέει για μια μαλακία! (το βαθύ πιάτο της σαλάτας) Το άτομο με γ… (το δικό της πιάτο και τουλάχιστον τρία μικρά από τους μεζέδες). Με ισοπέδωσε… (το ποτήρι της και τα άδεια μπουκάλια κρασιού). Με εξευτέλισε… (το δικό μου μισογεμάτο ποτήρι). Κι όσον αφορά το παρελθόν (κοιτάει με λύσσα το τραπέζι αλλά δεν έχει τίποτε άλλο από τα κουβέρ), τελείωσε… (παίρνει στα χέρια της το καλάθι που έχει μέσα φέτες ψωμιού και το κοιτάει απογοητευμένη). Είναι ιστορία που δε θέλω να θυμάμαι (μου το πετάει στο κεφάλι). Πλήρωσε το λογαριασμό εσύ!…(ξεστρώνει το τραπεζομάντηλο και μου το πετάει στη μούρη) ” (σελ. 46).

Δυστυχώς, παρόλο που διακρίνω πλούσιο εσωτερικό κόσμο (του συγγραφέα) και μια ανήσυχη σκέψη, είναι τόσο αναλυτικές οι σκέψεις που καταθέτει ο συγγραφέας, μιλώντας μέσω του ήρωά του που κουράζεσαι….(οκ σκέψου τι θα κάνεις, πες τι θα κάνεις αλλά μην το αναλύουμε πια τόσο πολύ)….Ο Αγγελόπουλος της λογοτεχνίας. Κι επίσης δεν γίνεται οι 300 πρώτες σελίδες να εξελίσσονται σε μια νύχτα, την οποία περιγράφεις λεπτό προς λεπτό (βλ. τη σειρά 24) και μετά να χάνεται η αρχική ιδέα και να ξεδιπλώνεται γενικά μέσα στο χρόνο η ιστορία. Τέλος, το πιο απογοητευτικό όλων, ο ταξιδιωτικός οδηγός του Μεξικού (και μιλάμε ΟΛΟΥ του Μεξικού, όχι μόνο της Πόλης). Μα ήταν ανάγκη; Εκεί πήγαν για να ξεσκάσουν, να περάσουν καλά και να ομορφύνει τις τελευταίες μέρες του κολλητού του, είναι ανάγκη να κάνουμε μάθημα μεξικανικής ιστορίας; Σε τόσο αναλυτικό βαθμό; Αν ποτέ αξιωθώ να πάω στο Μεξικό θα πάρω αυτό το βιβλίο για ταξιδιωτικό οδηγό. Εκεί πηδούσα τις σελίδες και πιστέψτε με, δεν έχανα τον ειρμό. Να γιατί με κούρασε και με παραξένεψε αυτό το βιβλίο. Γενικά δε θα το συνιστούσα αλλά αν πέσει στα χέρια σας ξεφυλλίστε το για τα σκόρπια συναισθήματα που έχει απλώσει ο συγγραφέας στις σελίδες του και μόνο γι ‘ αυτό.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *