assets_large_t_420_140320

Η ώρα είναι 02.50. Τα ξημερώματα. Τα ακροδάχτυλά μου, δέκα ξενυχτισμένα πλασματάκια, που αν μπορούσαν θα με μουντζώνανε, περπατούν αυτήν τη στιγμή πάνω στο πληκτρολόγιό μου συντάσσοντας αυτήν την παρουσίαση. Προσπαθούν να σουλατσάρουν άσκοπα, να βραδυπορήσουν ώσπου να βρουν το αγαπημένο τους πλήκτρο και να ξαποστάσουν, με στόχο επιτέλους τον πολυπόθητο ύπνο. Όμως όχι, τα πιέζω και τα καταπιέζω. Πρέπει να γράψω γι’ αυτό το βιβλίο. Τώρα που είναι φρέσκα στο μυαλό μου. Τώρα το τελείωσα, τώρα θέλω να γράψω γι’ αυτό. Άλλα βιβλία δε με νοιάζουν, έχω μια γενική εικόνα και με κάτι σημειώσεις νοερές κάτι κουτσοπαρουσιάζω. Αλλά όχι. Σεβόμενος τα ξενύχτια του συγγραφέα θα ξενυχτήσω κι εγώ.

Βιβλίο Αλάτι κόκκινο
Συγγραφέας Δημήτρης Αλεξίου
Κατηγορία Αστυνομικό μυθιστόρημα Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Διόπτρα
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Λοιπόν, το βιβλίο τα σπάει! Είναι ένα σύγχρονο, ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Το οποίο φυσικά δεν έπεσε από τον ουρανό, υπάρχουν ένα σωρό άλλα αστυνομικά μυθιστορήματα που σίγουρα θα σας θυμίσει το παρόν βιβλίο. Απλώς «θυμίσει» γιατί οι συγκρίσεις σταματούν εκεί. Τον συγγραφέα τον παρακολουθώ από την αρχή του ταξιδιού του στη λογοτεχνία, εκείνος στο πιλοτήριο, εγώ στην οικονομική θέση. Και τα ταξίδια μαζί του γίνονται όλο και πιο μαγευτικά, εξελίσσονται όλο και περισσότερο. Από τον διστακτικό και what’ s up doc συγγραφέα του «Πικρά κεράσια» προχώρησε στον προσγειωμένο και στέρεο στα πόδια του συγγραφέα τού «Αμαρτωλά θαύματα». Εδώ έχουμε μια ιστορία και θα την πούμε. Σωστά. Ολοκληρωμένα. Μεστά. Με ανατροπές και εκπλήξεις. Με μικροσκόπιο πάνω από τα αμαρτωλά θαύματα της μικρής τοπικής κοινωνίας της Σκύρου.

Τι έχουμε εδώ; Μια αστυνομική ιστορία, φρέσκια, ζωντανή, σημερινή, με χιούμορ και ατάκες που σπάνε κόκαλα σε ανυποψίαστα σημεία, με παρατηρήσεις επί του κοινωνικού περίγυρου και της πραγματικότητας διεισδυτικές και διαχρονικές και φυσικά με την απαραίτητη ντοπιολαλιά που ορισμένοι ίσως δυσκολευτούν να ακολουθήσουν και να κατανοήσουν αλλά είναι τόσο, μα τόσο αυθεντική και γνήσια! Με τις αιτίες και τις αιτιάσεις σωστά τοποθετημένες κι όχι τραβηγμένες από τα μαλλιά κι αν κάτσει η κουπ έκατσε, 50 ευρώ παρακαλώ, πληρώνετε στην έξοδο. Με σωστή ψυχολογία (το ξαναλέω). Με το νησί της Σκύρου να ξαπλώνει αναπαυτικά σε όλες τις σελίδες και να μπαίνουν όλα τα τοπωνύμια, οι περιοχές και τα χωριά σωστά στη θέση τους, σαν παζλ που φτιάχνει μόνο ένας έμπειρος δημιουργός. Με έναν αστυνόμο και τον βοηθό του. Με έναν ανολοκλήρωτο έρωτα. Με «κακούς» και «καλούς». Αλλά αυτό που αγάπησα πολύ ήταν ότι τα θύματα δεν ήταν θύματα. Πώς να το πω χωρίς να χαλάσω την έκπληξη και την ανατροπή; Δεν ξέρω. Τέλος πάντων έχουμε θύματα αλλά ο δολοφόνος τους είναι η κοινωνική κατακραυγή, η απελπισία, η θέση μέσα στην κοινωνία, ο φόβος του διαφορετικού, η αιδώς και η λαχτάρα για τον έρωτα.

Ο αστυνόμος Ψαθάς; Εξαίρετος! Με παρελθόν που το ζούμε και δεν μας το αφηγείται απλά ο συγγραφέας (έχω διαβάσει ένα σκασμό βιβλία που η προηγούμενη ζωή του (κάθε) ήρωα πρέπει να αναλυθεί υπό μορφή σεντονιού και τρόπο αφήγησης σαν τη γιαγιά του διπλανού διαμερίσματος που διαβάζει φωναχτά τον κατάλογο του ΕΟΠΥΥ). Χωρισμένος, με έφηβη κόρη, ένας διαφορετικός δημόσιος υπάλληλος, που αγαπάει την ποίηση αλλά φοβάται μην αποκαλυφθεί στο Σώμα, έναν χώρο εργασίας που τέτοιες ευαισθησίες χαρακτηρίζουν μόνο τους «τοιούτους» και τρέχα βγάλε τη ρετσινιά. Η αποστολή του είναι να εξιχνιάσει τον θάνατο της Καλλιώς της σημαδεμένης. Η αστυνομία ζητά τη βοήθεια των κεντρικών στην Αθήνα γιατί όλη η αστυνομική δύναμη έχει να προστατέψει τους πολίτες και να καταγράψει τις ζημιές από τον σεισμό που συνέβη την προηγούμενη μέρα που βρέθηκε το πτώμα της Καλλιώς. Ο Ψαθάς χώρισε τη γυναίκα του επειδή παρασύρθηκε από τον έρωτα του δημοσιογραφίσκου Παπατζίκου, εξαιτίας του οποίου απέτυχε σε μιαν αποστολή του και υποβαθμίστηκε.

Ο Γιώργος Θαλάσσης πρέπει να έχει κι έναν βοηθό…σπίθα! Να τος λοιπόν ο Κορνήλιος Καλαμαράκης που όποτε έρχεται σε δύσκολη θέση ματώνει η μύτη του (μα τι εύρημα κι αυτό!). Κάνει τις βουτιές του, είναι συνεσταλμένος, ντροπαλός αλλά όταν στροφάρει το μυαλό του, στροφάρει. Χαζός δεν είναι αλλά τόσο κλειστός, ντροπαλός και εσωστρεφής που δεν κάνει για αστυνομικός κι ο Ψαθάς που τον είχε συμπαθήσει τον πήρε βοηθό του, ανακουφίζοντας πολλούς συναδέλφους του!

Η Καλλιώ; Αχ, η Καλλιώ! Μια γυναίκα που γεννήθηκε σημαδεμένη και η τοπική κοινωνία την καταδίκασε σε εξορία λόγω αυτού του διαφορετικού. Μια κοπέλα μόνο 16 χρόνων που δεν ήθελε τίποτα από τη ζωή αλλά δέχτηκε με ευχαρίστηση τον έρωτα που της χάρισε αυτή η ζωή με τον Βορειοηπειρώτη Ηλία, που έζησε στο νησί κι ενσωματώθηκε στην τοπική κοινωνία χάρη στα εργατικά κι ακάματα χέρια του και στο κλειστό του στόμα. Ο έρωτάς τους πλέχτηκε μια νύχτα της Αποκριάς, εκείνος Γέρος, εκείνη Κορέλα. Και δώσαν όρκο να παντρευτούν με την ευλογία του τοπικού παπά για να μπορέσουν να ολοκληρώσουν τον έρωτά τους και να φύγουν μακριά από την κλειστή κοινωνία του νησιού. Δυστυχώς όμως ο κακός της υπόθεσης (στο τέλος αποκαλύπτεται) ποθεί την Καλλιώ και με τις άσκεφτες ενέργειές του χωρίζει το ζευγάρι. Τι συνέβη λοιπόν την επομένη του σεισμού; Ποιος σκότωσε την Καλλιώ; Και γιατί; Κι αυτή είναι μονάχα το πρώτο θύμα που θα βρεθεί.

Τελειώσαμε; Όχι! Η Φραντσέζα, η «τρελή» δασκάλα του χωριού, με τις πρωτότυπες εκπαιδευτικές μεθόδους που δίδασκε στο φροντιστήριο, στις οποίες σύντομα το νησί εναντιώθηκε, μας αφηγείται δέκα ιστορίες του τόπου, δέκα μύθους, τερατώδεις και φρικιαστικούς, όπως κάθε γνωστό παιδικό παραμύθι στην πρώτη του και πρωτότυπη εκδοχή. Με το να παρεμβάλλεται ανάμεσα στις σελίδες είναι σαν να δίνει μια ξεκούραση στον αναγνώστη, μια ευκαιρία να χαλαρώσει από την ένταση (προσωπικά τις αγνόησα, δώστε Ψαθά στο λαό, τις διάβασα στο τέλος της ανάγνωσης του βιβλίου) και σιγά σιγά ξεδιπλώνεται μέσα από αυτές η προσωπικότητα της δασκάλας που πετάει μια τυχαία πληροφορία στον Ψαθά και το αίνιγμα λύνεται. Στην τελευταία ιστορία έρχεται η Καλλιώ στον νου της, ικανοποιημένη που όλα βρήκαν πια τη λύση τους.

Το νησί συμμετέχει με αγωνία λες στην αναζήτηση της αλήθειας. Προσφέρει όλα του τα μέρη και τις ακρογιαλιές στον συγγραφέα για να περπατήσει, να ψάξει, να μάθει, να περιγράψει τόπους και ανθρώπους. Εδώ ευτυχώς η δράση παίρνει αγκαλιά τον χώρο και τον άνθρωπο και δεν τσακώνεται μαζί τους, με αποτέλεσμα το κείμενο να ρέει αβίαστο, αυτούσιο, με φυσικό τρόπο και να μην μπορεί ο αναγνώστης να αφήσει το ρημάδι από τα χέρια του! Το ξεκίνησα στις 20.15 περίπου και δε σας λέω πάλι τι ώρα το τελείωσα γιατί τα δάχτυλά μου θα ξυπνήσουν από την ημικωματώδη κατάσταση και θα πάρουν το ασύρματο πληκτρολόγιο και θα φύγουν.

Σας παρακαλώ, μην ξεκινήσετε τίποτα παράλληλα με την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, δεν υπάρχει περίπτωση να το ολοκληρώσετε. Μη διστάσετε να βυθιστείτε στις σελίδες του και να μασουλήσετε λίγους κόκκους αλάτι κόκκινο, αν κι εγώ προτίμησα τις τοπικές «λαδόπ’τες».

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα (ακόμη ανατριχιάζω με την περιγραφή του πτώματος στη σελίδα 18):

«Η Βαλάξα. Ένα από τα χιλιάδες μικρά νησάκια σπαρμένα μέσα στο Αιγαίο γύρω από τα μεγαλύτερα. Σαν δορυφόροι, σαν μοσχαράκια που παραμονεύουν γύρω απ’ τα μαστάρια της μάνας τους για να βυζάξουν. Αλλά αυτή τ’ αφήνει ξεχασμένα. Τους βάζει το πολύ-πολύ ένα φάρο πάνω τους, καμιά φορά σχεδιάζει και καμία ελληνική σημαία στην πλαγιά τους για να διατρανώσει την ιδιοκτησία της και τ’ αφήνει μόνα τους να παλεύουν με τα στοιχειά της φύσης για λογαριασμό της» (σελ. 24-25).

«Ο Ψαθάς ήξερε πολλούς ομόβαθμούς του που θα αηδίαζαν και μόνο στη σκέψη ότι θα μοιράζονταν το δωμάτιό τους με έναν κατώτερο αστυνομικό. Για την ακρίβεια θα αηδίαζαν ακόμα και στη σκέψη ότι ο κατώτερός τους αστυνομικός είχε δωμάτιο ίδιας κατηγορίας με αυτούς. Χαμογελούσε γιατί ήξερε ότι αυτοί οι ίδιοι θα χαίρονταν πάντως να μοιράζονται ακόμα και την τουαλέτα με κάποιον ανώτερό τους. Τα κόπρανα των ανωτέρων δεν μπορεί παρά να ευωδιάζουν ενώ των κατωτέρων απλώς βρωμάνε σκατίλα» (σελ. 70-71).

-Για την παραλία γυμνιστών Του Παπά το Χώμα-
«Τ’ παπά το χουμ’, ανακοίνωσε ο Κωνσταντής. Κυρ αστυνόμε, πες στου κουρίτσισ’ς, θα χαλάσ’ τα μάτια τ’ ν βλέπ’ στειλιάρια στουν ήλιο. Εν’ γρουσουζά. Τσαι καλά, λέου γω, μ’ αυτοί τς γυμνιστέ, δεν τ’νε νοιάζ’ πο’ βλέπομ’ τα κρεμαστάρια τ’νε, τ’ν κωλοτρυπίδα τ’νε, δεν τ’νε νοιάζ’ που μπαζ’ αέρα;» (σελ. 162).

«Στεριανή γούρνα που η τρικυμία τη γεμίζει θαλασσινό νερό και ξεραίνεται στον ήλιο της μπουνάτσας. Εκεί που μια μικρή αλυκή ξεραίνει αλάτι θαλασσινό. Δεν ήταν άσπρο όμως το αλάτι κι ας ήταν ξερό. Τα βράχια του Αγίου Ερμολάου μάζευαν πάνω τους αλάτι με μια ρόδινη απόχρωση. Αλάτι κόκκινο» (σελ. 169).

«Η αγκαλιά είναι δικαίωμα που πρέπει να το κερδίσεις με υπομονή. Μάλλον δύο φορές την εβδομάδα δεν φτάνουν» (σελ. 258).

«Άτιμο πράγμα η αμφιβολία. Είναι σαν έντομο. Σαν σαράκι, σαν κοριός, σαν στρατιά από μυρμήγκια. Όταν βρεθεί ίχνος της έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου για να απαλλαγείς, μεγάλη προσπάθεια για να την ξεριζώσεις» (σελ. 260).

-Τι είναι ο θάνατος;-
«Ένα κλείσιμο. Μπορεί να είναι ήσυχο και γαλήνιο χωρίς εκκρεμότητες, μπορεί να είναι αναπάντεχο ή βίαιο και ν\’ αφήνει πράγματα στη μέση, πάντως ένα κλείσιμο είναι. Σαν το φως όταν βγεις από το δωμάτιο, σαν το διακόπτη της τηλεόρασης, σαν τη βάνα του νερού που κλείνεις όταν φεύγεις για καιρό» (σελ. 280-281).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *