καραβιδες front 80

Η εξάχρονη Κάια ζει σε μια καλύβα στους βάλτους της Βόρειας Καρολίνας, με έναν μέθυσο πατέρα, μια μητέρα που τελικά την εγκατέλειψε και τα μεγαλύτερα αδέρφια της, τα οποία όμως επίσης ένα ένα την αφήνουν μόνη. Ο βάλτος είναι γεμάτος από πουλιά, ψάρια, έντομα και σφύζει από κάθε μορφή ζωής, γι’ αυτό και αποτελεί το καταφύγιό της. Κάποια στιγμή θα γνωρίσει ένα συνομήλικο αγόρι που θα τη μάθει να διαβάζει και θα της ανοίξει τον δρόμο για τα μυστικά της βιολογίας. Θα μεγαλώσουν μαζί, θα ανακαλύψουν πολλά πράγματα για το περιβάλλον γύρω τους αλλά και για τον ίδιο τους τον εαυτό και τότε…

Βιβλίο Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες 
Τίτλος πρωτοτύπου Where the crawdads sing
Συγγραφέας Delia Owens
Μεταφραστής Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Κατηγορία
Κοινωνικό μυθιστόρημα
Εκδότης Δώμα
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Το μυθιστόρημα της Delia Owens με ταξίδεψε σε περιοχές απομακρυσμένες, όπου πατάει μόνο ένας απελπισμένος και κυνηγημένος άνθρωπος και μου σύστησε ένα μοναχικό πλάσμα που θα μεγαλώσει μόνο του, στερημένο αρχικά από στοιχειώδεις ανάγκες: φαγητό και νερό, παρέες, μόρφωση. Ο πατέρας της προτιμάει τον τζόγο και το αλκοόλ και εξαφανίζεται για μέρες αφήνοντάς τη μόνη και νηστική, ώσπου ένα γράμμα τον κάνει να φύγει για πάντα. Η Κάια δεν πάει σχολείο, δεν έχει φίλους, δεν έχει αναπτύξει κοινωνικές δεξιότητες, ζει χωρίς ρεύμα στο σπίτι και οι νύχτες της είναι σκοτεινές και ατέλειωτες, «μοναχικές στιγμές ατέλειωτων μοναχικών ημερών». Ο βάλτος και η λιμνοθάλασσα («… που μύριζε ζωή και θάνατο μαζί, ένα οργανικό ανακάτωμα υποσχέσεων και σήψης», σελ. 185) είναι το σπίτι της, η οικογένειά της. Παρατηρεί και αποθηκεύει τα πάντα, γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του οικοσυστήματος γύρω της κι όταν επιτέλους μαθαίνει να διαβάζει αρχίζει να αποκτά γνώσεις πολύτιμες για την εξέλιξη των ειδών και για το περιβάλλον στο οποίο ζει. Η συγγραφέας αποτυπώνει με ενάργεια τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του κοριτσιού, παραθέτει περιορισμένο λεξιλόγιο και απλές σκέψεις, με τις οποίες προσπαθεί να αντιληφθεί τον κόσμο γύρω της, να κατανοήσει τη συμπεριφορά του πατέρα της και τελικά να μάθει γιατί την εγκατέλειψε η μητέρα της. Το πλούσιο οικοσύστημα του βάλτου βοηθάει την Κάια να μελετήσει, να εξερευνήσει, να σημειώσει, να καταγράψει κι έτσι να αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η φύση. Είναι γεμάτη θέληση και πείσμα, έχει κάνει τη μοναξιά φίλη της, καταστρώνει ένα σωρό πράγματα για να απασχολείται, φτιάχνει ένα μικρό μποστάνι, παγιδεύει μύδια και ψάρια για να τα πουλάει και να κερδίζει λίγα χρήματα για φαγητό, για κηροζίνη για τη λάμπα της και για βενζίνη για τη βάρκα της, κάνει ό,τι μπορεί για να ζήσει με αξιοπρέπεια.

Η συγγραφέας, ζωολόγος η ίδια, κατάφερε να μεταφέρει τον θαυμαστό κόσμο της αναπαραγωγής και της επιβίωσης των έμβιων πλασμάτων του βάλτου χωρίς να κουράσει, χωρίς να μακρηγορήσει και χωρίς να παρασυρθεί σε ακαδημαϊκές ορολογίες. Αντιθέτως, κράτησε τις βασικές αρχές κάθε όντος, τις ενέταξε σ’ ένα οικοσύστημα κι έβαλε να τις παρακολουθεί ένα μικρό κορίτσι που μεγαλώνει και ωριμάζει μέσα από αυτές τις διαδικασίες, γυρνώντας την πλάτη της στον «πολιτισμό», στη μόρφωση του σχολείου, στις κοινωνικές δεξιότητες. Κι όταν διαπιστώνεις πως όλο αυτό το κάνει για να κατανοήσει γιατί την εγκατέλειψε η μητέρα της δε γίνεται να μη συγκινηθείς από τον τρόπο με τον οποίο μετουσίωσε η Κάια τον πόνο της απόρριψης και της εγκατάλειψης σε κάτι δημιουργικό και σημαντικό για την επιστημονική κοινότητα, χωρίς να το ξέρει και χωρίς να το επιδιώκει! Όσα ήξερε της τα έμαθε η φύση, εκείνη τη δίδαξε, την ανάθρεψε και την προστάτεψε όταν κανένας άλλος δε φάνηκε πρόθυμος. Το κοντινότερο χωριό, το Μπέρκλι Κόουβ, το βλέπει ελάχιστα και μόνο για να ψωνίζει, γι’ αυτό οι κάτοικοι την αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση και καχυποψία. Η εμφάνιση και η συμπεριφορά της την κάνουν αντικείμενο χλεύης για τα παιδιά της πόλης, οι μεγάλοι τη διώχνουν μακριά τους, τη θεωρούν περίεργη, βρώμικη, ακόμη και τρελή. Τα χρόνια της απομόνωσης επηρέασαν τη συμπεριφορά της και κατέληξε να είναι αλλιώτικη από τους άλλους: «Οι πιο σπαρακτικές της αναμνήσεις ήταν από άγνωστες ημερομηνίες όπου μέλη της οικογένειάς της έπαιρναν το δρομάκι και εξαφανίζονταν» (σελ. 187-188). Να όμως που όταν αρχίζει και γίνεται γυναίκα μπαίνει στο μάτι κάποιων. Κάποια στιγμή όμως και συγκεκριμένα το 1960, «το καλοκαίρι της ανάγνωσης», γνωρίζει τον συνομήλικό της Τέιτ που της μαθαίνει γραφή κι ανάγνωση, της απαντάει σε απλά ερωτήματα, όπως «τι είναι μετά το 29;» κ. ά. Τον εμπιστεύεται, τον ερωτεύεται, μόνο που η ζωή έχει άλλα σχέδια.

Η πλοκή ξεδιπλώνεται από το 1952 έως το 1969, οπότε και δολοφονείται ένας νεαρός άντρας, παντρεμένος και με παιδιά αλλά διαβόητος στο χωριό, λάτρης του ποδόγυρου. Η ζωή της Κάια που γίνεται σταδιακά κοπέλα και μετά γυναίκα εξελίσσεται παράλληλα με τις έρευνες για τον φόνο του Τσέις Άντριους και αναρωτιόμουν πώς γίνεται να μπλέξει το κορίτσι σε αυτήν την υπόθεση ώσπου φτάνουμε στο σημείο καμπής κι αρχίζει ένας αγώνας δρόμου για να αποδειχθεί η αθωότητα ή η ενοχή του κατηγορούμενου προσώπου. Ο σερίφης Εντ Τζάκσον, με τον βοηθό του, Τζο Περντιού και τον γιατρό Βερν Μέρφι αγωνίζονται να ξεχωρίσουν την ήρα απ’ το στάρι, να κλείσουν αυτιά και μάτια στις φήμες και στα κουτσομπολιά και να βρουν αποδείξεις, στοιχεία, ντοκουμέντα που θα τους οδηγήσουν στον πραγματικό ένοχο κι όχι σε αυτόν που υποδεικνύουν οι γλώσσες του χωριού. Η δίκη που ακολουθεί όταν μαζεύονται αρκετά στοιχεία είναι άκρως παραστατική, γραμμένη με κλιμακούμενη αγωνία και συνεχείς αντιδικίες, που πότε βοηθάνε και πότε κατακρημνίζουν τον υπόδικο. Ακόμα θυμάμαι την αγωνία μου για την ετυμηγορία των ενόρκων! Η αφήγηση στο μυθιστόρημα είναι συναρπαστική, άκρως ρεαλιστική, με βαθιά και ολοκληρωμένα ψυχογραφήματα και τον κόσμο του βάλτου να καταγράφεται με συναρπαστικές λεπτομέρειες: πώς συμβιώνουν πουλιά, ερπετά και έντομα με ανθρώπους που ξεκινάνε μια νέα ζωή σε ένα μέρος που κανείς δεν το θέλει λόγω της ελώδους κατάστασης, οπότε αποτελεί πρόσφορο έδαφος για τους κυνηγημένους και τους παρίες. Λαβυρινθώδεις διαδρομές, επικίνδυνα περάσματα που οδηγούν σε θανάσιμα ρεύματα ή κρυμμένους παραδείσους, η ρυμοτομία της πιο κοντινής πόλης, του Μπάρκλι Κόουβ, να αποτελείται μόνο από δύο κεντρικούς δρόμους αλλά έχει σχολεία, εκκλησίες και μαγαζιά, όλα δίνουν ένα ζωηρό και παραστατικό φόντο στο οποίο ξετυλίγεται η ζωή της Κάια, του Τέιτ, του Τσέις, των αγαπημένων μου Σάλτα και Μέιμπελ κ. ά. Λυρικές περιγραφές («Η θύελλα καταλάγιασε κι έγινε ένα γκρινιάρικο ψιλόβροχο», σελ. 288), όπως επίσης προσεγμένες και εντυπωσιακές παρομοιώσεις και μεταφορές («Σύννεφα τεμπέλιαζαν ξαπλώνοντας για λίγο στον κόρφο των λόφων κι ύστερα υψώνονταν και χάνονταν μακριά», σελ. 246) στολίζουν σε μερικά σημεία το κείμενο χωρίς να το βαραίνουν όσο οι διαχρονικές αλήθειες ξεπετιούνται ανάμεσα στις γραμμές («Όταν στηρίζεσαι στους άλλους, καταλήγεις πεσμένος στο έδαφος», σελ. 363) ενώ τα ονόματα φυτών και ζώων δίνουν μια συναρπαστική ποικιλία στο κείμενο και σίγουρα πονοκέφαλο στη μεταφράστρια!

«Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες» ζει ένα κορίτσι εγκαταλειμμένο από την οικογένειά του που προσπαθεί να επιβιώσει μεγαλώνοντας χωρίς παρέες και μόρφωση. Γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του οικοσυστήματος του βάλτου στον οποίο μένει, παρατηρεί και καταγράφει το πλούσιο φυσικό περιβάλλον γύρω της και κάποια στιγμή αφήνει τον έρωτα να τρυπώσει στη ζωή της. Η δύσκολη, σκληρή και μοναχική ζωή της Κάια και ο καθημερινός αγώνας που δίνει για να επιβιώσει μακριά από τον «πολιτισμό» είναι ένα δυνατό μάθημα για τα όρια της ανθρώπινης δύναμης και της αποφασιστικότητας. Πρόκειται για ένα δυνατό, ανατρεπτικό μυθιστόρημα που αποζητάει την αγάπη και την ελπίδα σε γυρισμένες πλάτες και τόπους εγκατάλειψης.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *