<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Ρέα Βιτάλη &#8211; &Pi;&alpha;&nu;&omicron;&sigmaf; &Tau;&omicron;&upsilon;&rho;&lambda;&eta;&sigmaf;</title>
	<atom:link href="https://www.vivliokritikes.com/tag/%CF%81%CE%AD%CE%B1-%CE%B2%CE%B9%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.vivliokritikes.com</link>
	<description>&#914;&#953;&#946;&#955;&#953;&#959;&#954;&#961;&#953;&#964;&#953;&#954;έ&#962;</description>
	<lastBuildDate>Sun, 24 Aug 2025 05:59:25 +0000</lastBuildDate>
	<language>en</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.7.4</generator>

<image>
	<url>https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2019/12/cropped-black-white-computer-icons-book-png-book-icon-32x32.jpg</url>
	<title>Ρέα Βιτάλη &#8211; &Pi;&alpha;&nu;&omicron;&sigmaf; &Tau;&omicron;&upsilon;&rho;&lambda;&eta;&sigmaf;</title>
	<link>https://www.vivliokritikes.com</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>«Το ψυχόμετρο», της Ρέας Βιτάλη, εκδ. Διόπτρα</title>
		<link>https://www.vivliokritikes.com/%cf%84%ce%bf-%cf%88%cf%85%cf%87%cf%8c%ce%bc%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%bf-%cf%81%ce%ad%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%b7/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2584%25ce%25bf-%25cf%2588%25cf%2585%25cf%2587%25cf%258c%25ce%25bc%25ce%25b5%25cf%2584%25cf%2581%25ce%25bf-%25cf%2581%25ce%25ad%25ce%25b1-%25ce%25b2%25ce%25b9%25cf%2584%25ce%25ac%25ce%25bb%25ce%25b7</link>
					<comments>https://www.vivliokritikes.com/%cf%84%ce%bf-%cf%88%cf%85%cf%87%cf%8c%ce%bc%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%bf-%cf%81%ce%ad%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Πάνος Τουρλής]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 24 Aug 2025 05:58:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Συλλογή διηγημάτων]]></category>
		<category><![CDATA[2025]]></category>
		<category><![CDATA[Ασθένεια]]></category>
		<category><![CDATA[Διόπτρα]]></category>
		<category><![CDATA[Καρκίνος]]></category>
		<category><![CDATA[Ρέα Βιτάλη]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.vivliokritikes.com/?p=16024</guid>

					<description><![CDATA[«Τρεις γυναίκες. Τρεις μακριές σιωπές. Τους έπρεπε να σπάσουν. Έσπασαν». Με αφορμή την πάλη τους με τον καρκίνο και κυρίως λόγω του χώρου των νοσοκομείων όπου παλεύουν. Κατεβαίνουν στο -1, στο -2, όχι του κτηρίου αλλά της ψυχής τους. «Μέσα τους κατεβαίνουν». Τρεις ιστορίες σιωπής που κατέθεσαν αντίστοιχες γυναίκες στη συγγραφέα. Βιβλίο Το ψυχόμετρο Συγγραφέας Ρέα [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>«Τρεις γυναίκες. Τρεις μακριές σιωπές. Τους έπρεπε να σπάσουν. Έσπασαν». Με αφορμή την πάλη τους με τον καρκίνο και κυρίως λόγω του χώρου των νοσοκομείων όπου παλεύουν. Κατεβαίνουν στο -1, στο -2, όχι του κτηρίου αλλά της ψυχής τους. «Μέσα τους κατεβαίνουν». Τρεις ιστορίες σιωπής που κατέθεσαν αντίστοιχες γυναίκες στη συγγραφέα.<span id="more-16024"></span></p>
<p><em>Βιβλίο <a href="https://www.dioptra.gr/vivlia/elliniki-logotexnia/to-psyxometro" target="_blank" rel="noopener"><strong>Το ψυχόμετρο</strong></a></em><em><br />
Συγγραφέας <strong><a href="https://www.bookia.gr/index.php?action=person&amp;personid=106985" target="_blank" rel="noopener">Ρέα Βιτάλη</a></strong><strong><br />
</strong>Κατηγορία</em> <em><strong><a href="https://www.vivliokritikes.com/category/stories/" target="_blank" rel="noopener">Συλλογή διηγημάτων</a></strong></em><br />
<em>Εκδότης <a href="https://www.dioptra.gr" target="_blank" rel="noopener"><b>Διόπτρα</b></a></em><br />
<em>Συντάκτης:</em> <a href="https://www.facebook.com/vivliokritikes/"><strong><em>Πάνος Τουρλής</em></strong></a></p>
<p>Η Ρέα Βιτάλη μας συστήνει τρεις διαφορετικές γυναίκες που παλεύουν με τον καρκίνο και τα προσωπικά τους προβλήματα η<a href="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2024/07/12118725_10153519799295783_6954059476186991270_n.jpg"><img fetchpriority="high" decoding="async" class="alignright wp-image-15075 " src="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2024/07/12118725_10153519799295783_6954059476186991270_n.jpg" alt="" width="384" height="482" srcset="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2024/07/12118725_10153519799295783_6954059476186991270_n.jpg 369w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2024/07/12118725_10153519799295783_6954059476186991270_n-239x300.jpg 239w" sizes="(max-width: 384px) 100vw, 384px" /></a> κάθε μία. Με πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, ρεαλισμό, αντικειμενικότητα και μερικά καλολογικά στοιχεία που στολίζουν τις διαχρονικές αλήθειες του κειμένου γνωρίζουμε τρεις προσωπικότητες που κουβαλάνε δυσβάσταχτα βάρη που τις αναγκάζουν να μείνουν πίσω στην ψυχοσύνθεσή τους, να μην προχωρήσουν, να μην απολαύσουν, να μην κερδίσουν. Βήμα προς βήμα γνωρίζουμε τις καταβολές τους, τον χαρακτήρα τους, τις οικογένειες που δημιουργούν, πώς βυθίζονται σταδιακά στον εαυτό τους και κλείνονται μέσα του.</p>
<p>Η πρώτη ιστορία είναι η φιλία ανάμεσα σε δυο γυναίκες που γνωρίστηκαν τη δεκαετία του 1970 στην κατασκήνωση και έκτοτε έδεσαν παρά την απόσταση που τους χωρίζει. Σε πρώτο πρόσωπο, η Εριέττα αφηγείται τη ζωή της Μιμίκας, που μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι στην επαρχία με γλυκύτητα και τρυφερότητα, σε «μια παραδοσιακή, δεμένη και κεφάτη οικογένεια», μ’ έναν ήπιων τόνων μπαμπά και μια δοτική μαμά. Οι όμορφες, γλυκές αναμνήσεις της εφηβείας ζωντανεύουν με ενάργεια: η Μιμίκα περιμένει πώς και πώς να προβάρει τα ρούχα της φίλης της, τα μοντέρνα, που μυρίζουν Αθήνα, η Εριέττα νιώθει έναν αέρα ελευθερίας, μακριά από την επιτήρηση της μητέρας της. Καπνίζουν κρυφά, παραγγέλνουν νεσκαφέ, μεγαλώνουν.</p>
<p>Η Μιμίκα «Γελούσε πολύ, χαιρόταν πολύ, τραγουδούσε πολύ, έκλαιγε πολύ εύκολα, συγκινούνταν πολύ, έτρωγε πολύ», μόνιμος καβγάς με τη μητέρα της το πάχος της. «Ένα πλάσμα-παιδί με ψυχοσύνθεση “πολύ”», ζουν μαζί με τη φίλη της τους έρωτες, τη συμπαράσταση, μόνο που στην επαρχία, αν είσαι γυναίκα στα τριάντα και με δύο αποτυχημένους δεσμούς, αυτό είναι στίγμα, «πάταγε πια σε ηλικίες ναρκοπέδιο». Τι να κάνει η Μιμίκα, πότε οι γονείς, πότε οι θείες («πόσες θείες που είχαν λόγο και άποψη αντιστοιχούσαν σε κάθε ελληνικό σπίτι;… Αυτός ο άτιμος περίγυρος που σφίγγει, σφίγγει…», σελ. 20), υπαναχωρεί και βρίσκει το καλό παιδί, έναν δημόσιο υπάλληλο που δίνει έμφαση στο «μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει» και αδιαφορεί για την εκάστοτε μέρα, χαράμι στον μήνα. Μια πρόταση γάμου φλατ, μια ευαίσθητη σιωπή κι ένα διστακτικό, χαζά αμήχανο «μπράβο» πέφτει στη φιλία των κοριτσιών. «Άσχημα καλός», «υποτονικός και ηδονικά απαισιόδοξος» ο γαμπρός, γιατί παραδόθηκε αμαχητί η πληθωρική Μιμίκα στον πράο και αδιάφορο Γιώργο της; «Αναστενάρης να πατήσει με ίσιο βλέμμα σε κάρβουνα ρουτίνας ζωής» η Μιμίκα. «Η ζωή της ήταν φλατ. Το πιο ύπουλο παπούτσι. Το λογαριάζεις άνετο αλλά σου καταστρέφει τα πόδια χωρίς να το καταλάβεις» (σελ. 29). Μια σειρά από γεγονότα θα ανησυχήσουν την Εριέττα και ταυτόχρονα θα τη φέρουν σε δύσκολη θέση όταν συνειδητοποιεί πως πνίγηκε στη δική της ρουτίνα και δε στάθηκε όσο θα έπρεπε στη φίλη της από κοντά. Θα προλάβει λοιπόν να αλλάξει τη στάση της; Τι απέγινε η Μιμίκα σε αυτόν τον γάμο, τι συνέβη με τον άντρα της όταν μεγάλωσαν τα παιδιά που απέκτησαν κι έφυγαν από το σπίτι;</p>
<p>Η δεύτερη ιστορία αφορά τη σεξουαλική κακοποίηση της αφηγήτριας μεταξύ επτά και έντεκα ετών από έναν ηλικιωμένο έμπιστο φίλο της μητέρας της. Η πρωτοπρόσωπη αφήγησή της είναι γροθιά στο στομάχι, όχι μόνο στις περιγραφές της κακοποίησης (με παιδική ματιά, κάτι που το κάνει πιο σκληρό) αλλά και στη στάση της μητέρας και του αδελφού της. Ο «παππούς», όπως έλεγαν τότε τα παιδιά όλους τους ηλικιωμένους, ήταν ασίγαστος και άφρενος, το κοριτσάκι φοβόταν να μιλήσει, «Ένας περίεργος φόβος διαχεόταν παντού, ανακατευόταν με ντροπή και μετά παραπάνω φόβος» (σελ. 54). Ο αδελφός της τότε κάτι είχε δει, κάτι είχε καταλάβει, «Και στους δυο μας πάλευαν λογάκια, μάχη έδιναν μέσα μας» (σελ. 55). Οργή προκαλεί η φράση «Δεν υπάρχει πιο περίεργο συναίσθημα από την ντροπή. Τη λούζονται όσοι δεν τη δικαιούνται και την κλοτσάνε όσοι τους αντιστοιχεί» (σελ. 55) αλλά και η στάση της μάνας, όταν το παιδί επιμένει πως δε θέλει να μένει το βράδυ με τον «παππού» και τη «γιαγιά» κι εκείνη το ρωτάει: «Τι θα πάθετε να μείνετε ένα βράδυ;» Ήταν άραγε ανυποψίαστοι όλοι οι γύρω της ή «έντρομοι της αλήθειας»;</p>
<p>Χρόνια αργότερα, που η αφηγήτρια θα μιλήσει, βιώνει ένα ακόμη μεγαλύτερο σοκ: «-Αυτά που μου είπες να τα ξεχάσεις. Να μην τα πεις σε κανέναν. Δεν έγιναν ποτέ»! Πώς λοιπόν θα μεγαλώσει αυτό το κορίτσι, η «αλλιώς» της επαρχιακής πόλης, όπου οι καλοθελητές «σνίφαραν ζωή από τις ζωές των άλλων»; Πώς θα είναι οι σχέσεις της με τα άλλα αγόρια; Η συγγραφέας είναι καταπέλτης και καταγράφει με ρεαλισμό τα παιδιά «της ελληνικής, στερημένης επαρχίας» του 1970 που προβάριζαν ρόλους ενηλικίωσης με φόβο. Η πρωταγωνίστρια της ιστορίας είναι μια κοπέλα που «τρέχει μπροστά από την πληγή της, σπάζοντας σε ταχύτητα και το φράγμα του ήχου» και αδιαφορεί απέναντι στους ψιθύρους: «Με πόσους θα βγει ετούτη»; Με όσους! Άλλωστε: «Μπορεί τις ελλείψεις τους να ενώνουν οι άνθρωποι. Κι αυτό να το λέμε έρωτα» (σελ. 64). Κι όταν μεγαλώνει, αυτό το «δεν έγινε ποτέ, μην το πεις πουθενά» την έχει στοιχειώσει και παίζει κρυφτό με θέματα που πρέπει να τα αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο πριν είναι αργά για τη ζωή της. Κι όταν η μάνα της διαγιγνώσκεται με διπολική διαταραχή, τα πράγματα γίνονται χειρότερα, οι εξελίξεις επιταχύνονται. Το θέμα της παρενόχλησης και της κακοποίησης δε σηκώνει ευγένειες: «…θα σέβεστε πάντα το Όχι κάθε ανθρώπου. Και όποιο κορίτσι ερωτευτείτε να το αντιμετωπίζετε, πέρα από έρωτά σας, και σαν φιλαδελφή σας. Ώστε…ο γονιός της να είναι ήσυχος ότι είναι στα καλύτερα χέρια» (σελ. 80).</p>
<p>Στην τρίτη ιστορία γνωρίζουμε μια γυναίκα με κατάθλιψη που αναβιώνει τη ζωή της, τον γάμο της, το παρελθόν της, μέσα από ένα κείμενο-ποταμό που δυστυχώς δεν κατάφερα να παρακολουθήσω, αν και η συγγραφέας έδωσε τον καλύτερό της εαυτό αφηγηματικά, γιατί δεν έχουμε τόσο σκηνές και περιστατικά όσο μια καταιγίδα συναισθημάτων, όμορφων λέξεων που προσπαθούν να αποτυπώσουν τον ψυχισμό της αφηγήτριας και λιγότερο τι την οδήγησε στην κατάθλιψη και στο σημείο όπου ξεκινάει η ιστορία της. «Πόσο αδιαφόρησα για τον πόνο της ψυχής μου; … Με ξόδευα ως άτρωτη, ως σιδερένια, ως αθάνατη. Τι σπάταλη» (σελ. 101). Στο τέλος η συγγραφέας, που επίσης πάλεψε με τον καρκίνο, παραθέτει αυτοβιογραφικά κείμενα: «Ο καρκίνος είναι μια σειρά ευκαιριών, μακάρι να μη γίνει σειρά χαμένων ευκαιριών» (σελ. 118). Σεβάστηκε τον καρκίνο, μελέτησε την πορεία του ήσυχα, της δόθηκε η ευκαιρία να δει τόσα και τόσα και κατάλαβε πως ο φόβος θα γίνει δύναμη και πρέπει να τον εργαλειοποιήσει ο καθένας απ’ όσους καλείται να ανέβει αυτό ντον γολγοθά. «Το ψυχόμετρο» της Ρέας Βιτάλη είναι το κοντέρ πόνου που βιώνει η κάθε μία από τις τρεις γυναίκες που μας συστήνει και οι ιστορίες τους ζωντανεύουν με άφθαστο ρεαλισμό, ωμή ειλικρίνεια, τρυφερότητα και αισιοδοξία.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.vivliokritikes.com/%cf%84%ce%bf-%cf%88%cf%85%cf%87%cf%8c%ce%bc%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%bf-%cf%81%ce%ad%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο», της Ρέας Βιτάλη, εκδ. Διόπτρα</title>
		<link>https://www.vivliokritikes.com/%ce%ba%ce%ac%cf%80%ce%bf%cf%84%ce%b5-%ce%b8%ce%b1-%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%88%cf%89-%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%af%ce%bf-%ce%b2%ce%b9%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%b7/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25ba%25ce%25ac%25cf%2580%25ce%25bf%25cf%2584%25ce%25b5-%25ce%25b8%25ce%25b1-%25ce%25b3%25cf%2581%25ce%25ac%25cf%2588%25cf%2589-%25ce%25ad%25ce%25bd%25ce%25b1-%25ce%25b2%25ce%25b9%25ce%25b2%25ce%25bb%25ce%25af%25ce%25bf-%25ce%25b2%25ce%25b9%25cf%2584%25ce%25ac%25ce%25bb%25ce%25b7</link>
					<comments>https://www.vivliokritikes.com/%ce%ba%ce%ac%cf%80%ce%bf%cf%84%ce%b5-%ce%b8%ce%b1-%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%88%cf%89-%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%af%ce%bf-%ce%b2%ce%b9%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Πάνος Τουρλής]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 09 Jul 2024 16:10:33 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Non fiction]]></category>
		<category><![CDATA[2024]]></category>
		<category><![CDATA[Αυτοκίνητα]]></category>
		<category><![CDATA[Βιογραφία]]></category>
		<category><![CDATA[Δικτατορία 1967]]></category>
		<category><![CDATA[Διόπτρα]]></category>
		<category><![CDATA[Δομοκός]]></category>
		<category><![CDATA[Ελληνική Ιστορία]]></category>
		<category><![CDATA[Εμπόριο]]></category>
		<category><![CDATA[Καρκίνος]]></category>
		<category><![CDATA[Μεταπολίτευση]]></category>
		<category><![CDATA[Οικογένεια]]></category>
		<category><![CDATA[Ρέα Βιτάλη]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.vivliokritikes.com/?p=15073</guid>

					<description><![CDATA[Η Ρέα Βιτάλη, δημοσιογράφος και κόρη του αντιπροσώπου αυτοκινήτων Κώστα Κασιδόπουλου, έγραψε τη βιογραφία της οικογένειάς της αλλά και μιας ολόκληρης εποχής, την οποία όσοι τη βίωσαν την αναπολούν κι όσοι δεν τη βίωσαν την αναφέρουν συχνά, πολλές φορές για τους λάθος λόγους. Ποια ήταν η σχέση των γονιών της συγγραφέως μεταξύ τους; Πώς κατάφερε [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Ρέα Βιτάλη, δημοσιογράφος και κόρη του αντιπροσώπου αυτοκινήτων Κώστα Κασιδόπουλου, έγραψε τη βιογραφία της οικογένειάς της αλλά και μιας ολόκληρης εποχής, την οποία όσοι τη βίωσαν την αναπολούν κι όσοι δεν τη βίωσαν την αναφέρουν συχνά, πολλές φορές για τους λάθος λόγους. Ποια ήταν η σχέση των γονιών της συγγραφέως μεταξύ τους; Πώς κατάφερε ο πατέρας της να γίνει σημαντικός στον χώρο του εμπορίου αυτοκινήτων και όχι μόνο; Πώς μεγάλωσε η Ρέα Βιτάλη μέσα σε αυτήν την οικογένεια; Ποια ήταν τα ερεθίσματα, οι εμπειρίες της, οι εικόνες της; Ποιες ήταν οι προσδοκίες, τα όνειρα και οι ελπίδες του μέσου Έλληνα τη δεκαετία του 1960 και πώς διαψεύστηκαν τη δεκαετία του 1970; Τι πραγματικά κόστισε στη νεότερη ελληνική ζωή η Μεταπολίτευση; Αυτά και άλλα ερωτήματα απαντώνται σε αυτό το συναρπαστικό βιβλίο.<span id="more-15073"></span></p>
<p><em>Βιβλίο <strong><a href="https://www.dioptra.gr/vivlio/elliniki-logotexnia/kapote-tha-grapsw-ena-vivlio/" target="_blank" rel="noopener">Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο</a></strong><a href="https://www.dioptra.gr/vivlio/elliniki-logotexnia/kapote-tha-grapsw-ena-vivlio/"> </a></em><em><br />
Συγγραφέας <strong><a href="https://www.bookia.gr/index.php?action=person&amp;personid=106985" target="_blank" rel="noopener">Ρέα Βιτάλη</a></strong><strong><br />
</strong>Κατηγορία</em> <em><strong><a href="https://www.vivliokritikes.com/category/nonfiction/" target="_blank" rel="noopener">Non fiction</a></strong></em><br />
<em>Εκδότης <a href="https://www.dioptra.gr" target="_blank" rel="noopener"><b>Διόπτρα</b></a></em><br />
<em>Συντάκτης:</em> <a href="https://www.facebook.com/vivliokritikes/"><strong><em>Πάνος Τουρλής</em></strong></a></p>
<p>Ο λόγος της συγγραφέως ρέει αβίαστα, με παρέσυρε από την αρχή σ’ ένα ταξίδι στον χρόνο, μου σύστησε δύο υπέροχους<a href="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2024/07/12118725_10153519799295783_6954059476186991270_n.jpg"><img decoding="async" class="alignright wp-image-15075 " src="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2024/07/12118725_10153519799295783_6954059476186991270_n.jpg" alt="" width="384" height="482" srcset="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2024/07/12118725_10153519799295783_6954059476186991270_n.jpg 369w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2024/07/12118725_10153519799295783_6954059476186991270_n-239x300.jpg 239w" sizes="(max-width: 384px) 100vw, 384px" /></a> ανθρώπους, με τα καλά και με τα κακά τους, μου χάρισε εξομολογήσεις ψυχής και ταυτόχρονα έβαλε τα πράγματα στη θέση τους ως προς το τι πραγματικά βίωναν οι Έλληνες τις χρυσές δεκαετίες πριν τη Δικτατορία του 1967. Ο πατέρας της, Κώστας Κασιδόπουλος, ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος της ΤΟΥΟΤΑ και ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960, όπου «το απόλυτο όνειρο, σχεδόν άπιαστο» ήταν ένα αυτοκίνητο. Ήταν άνθρωπος αείροος, αστείρευτος, δίκαιος, δε σταματούσε πουθενά, ήθελε όλο και με κάτι να ασχολείται, στράφηκε στο duty free του Ελληνικού, θέλησε να μπει στον χώρο της ναυτιλίας, έκανε χιλιάδες πράγματα. Αξέχαστες έχουν μείνει οι αυτοκινητοπομπές που δημιουργούσε από την Αθήνα την περίοδο των Διεθνών Εκθέσεων Θεσσαλονίκης και πέρναγε από χωριά και πόλεις, όπου τα πάντα σταματούσαν για να χαζέψουν τις «κούρσες»! «Και ο πατέρας μου έλαμπε. Πώς να μπορούσα να περιγράψω πώς έλαμπε; Σαν να ήταν λουστρίνι» (σελ. 14)! Όλα αυτά σε «…μια εποχή που έτσι κι αλλιώς οι πατεράδες έμοιαζαν λίγο με θεούς, δεν τους είχες δα και σε αποκλειστικότητα» (σελ. 24).</p>
<p>Βέβαια, «η δουλειά του μπαμπά δεν ήταν μόνο δουλειά του μπαμπά», μιας και το σπίτι αρχικά ήταν πάνω από την έκθεση αυτοκινήτων στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη λεωφόρο Κηφισού.  Πώς απέκτησαν την αντιπροσωπεία, πώς δούλευαν και πώς προσλαμβάνονταν οι υπάλληλοι, ποιες ήταν οι επαγγελματικές αλλά και προσωπικές σχέσεις τους, από πού ξεκίνησαν όλα αυτά, είναι γεγονότα που η συγγραφέας καταγράφει ακριβοδίκαια, μελετημένα, αναμεμιγμένα με τα προσωπικά της βιώματα που ζωντανεύουν με ενάργεια εκείνη την εποχή. Και η μάνα της, η Βέτα; «Κάπου λοξά, πλαγίως» στο οικογενειακό τους κάδρο. Πώς ήταν οι σχέσεις των γονιών της μεταξύ τους, πόσο μεγάλο κομμάτι έκλεβε η δουλειά απ’ τη ζωή τους, πώς ήταν οι εκδρομές τους με το αμάξι: «Οι γονείς μου ήταν νέοι, απασχολημένοι και λαχανιασμένοι. Κάπου εκεί ανάμεσα έπρεπε να είναι και γονείς» (σελ. 21). Όλα αυτά στο άτυπο πρώτο μέρος, μιας και ένα σημαντικό γεγονός ανέτρεψε τα πάντα στη ζωή όλων τους κι έτσι στη συνέχεια ταξιδεύουμε πίσω στον Δομοκό της δεκαετίας του 1930, όπου μαθαίνουμε για τους γονείς του Κωνσταντίνου, για την ακόμη πιο σκληρή δεκαετία του 1950 και πώς ξεκίνησε ο πατέρας της συγγραφέως την εμπορική του καριέρα, πώς γνωρίστηκαν οι γονείς της, με τα κεφάλαια να σημειώνονται με αντίστροφη αρίθμηση, οδηγώντας μας ξανά στο απευκταίο τέλος όπου τα πάντα σταμάτησαν και στην οικογενειακή φωτογραφία των γονιών της συγγραφέως. Ε, όσο και να συγκρατήθηκα, φτάνοντας στην τελευταία σελίδα δάκρυσα.</p>
<p>Αυτό που μου άρεσε ακόμη περισσότερο στο βιβλίο και το βοηθάει έτσι να ξεπεράσει τη στείρα βιογραφία, είναι το γεγονός πως η Ρέα Βιτάλη δε μένει μόνο στις οικογενειακές της αναμνήσεις αλλά περιγράφει και την ευρύτερη εποχή με τραγικωμικά σχόλια: «Δεν υπάρχει άνθρωπος της γενιάς μας που να ‘χει νορμάλ φωτογραφία. Η δόξα της επιτήδευσης» (σελ. 17). Πόσο γλυκόπικρη η παρατήρηση: «Εσωστρεφής η «αρχιτεκτονική» των οικογενειών. -Κλείστε τα παράθυρα, θα μας ακούσει ο κόσμος…Το μέγα φόβητρο» (σελ. 35). Χιλιάδες αναμνήσεις που τεκμηριώνουν αντίστοιχα χιλιάδες πληροφορίες κυρίως για τη δεκαετία του 1960 και του 1970, «μια εποχή που έβραζε αλλά καπάκωνε»! Κι όσο γράφει με νοσταλγία τα δικά της βιώματα, τόσο δεν ξεχνά να στηλιτεύει τις πραγματικά και αντικειμενικά δύσκολες στιγμές είτε του απλού λαού είτε της Ιστορίας και να τις θυμίζει στον αναγνώστη, γιατί… καλή η νοσταλγία αλλά υπάρχει και η πραγματικότητα.</p>
<p>Το ατελιέ του μόδιστρου Γιάννη Βούρου, η Φωκίωνος Νέγρη, προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, μαγαζιά-σταθμοί στη διασκέδαση και στο φαγητό της εποχής, οι εκπομπές στο ραδιόφωνο, τα κομμωτήρια με τις κάσκες και τα κοκαλωμένα μαλλιά, το Ελληνικό με την Αμερικάνικη Βάση, η άφιξη της τηλεόρασης («…σύντομα δημιουργήθηκαν δύο κοινωνικές τάξεις ανθρώπων. Εκείνοι που διέθεταν τηλεόραση κι εκείνοι που την ονειρεύονταν», σελ. 67). Όλα δοσμένα με τέτοιο τρόπο που ένιωθα να είμαι κι εγώ μέλος της οικογένειας ή να μπαίνω στα σπίτια του κόσμου που βίωνε το καταναλωτικό θαύμα: «Μα όλα ήταν σαν μπαούλα τότε. Μνημειακά. Χορταστικά και θορυβώδη. Να αποδίδουν τη λαχτάρα απόκτησης. Ν’ αξίζουν τα λεφτά τους και την προσμονή» (σελ. 68-69). Κι όλα αυτά σε αντίβαρο της επαρχίας: «Πόσο δομημένοι οι άνθρωποι! Αξιόμαχοι. Ετοιμοπόλεμοι για τη ζωή αλλά και στωικοί για το τέλος» (σελ. 73). Και ιδού η πληγή της αστυφιλίας: «Οικόπεδα σκοτώνονταν για διαμερισματάκια-κλουβιά υπερυψωμένου ισογείου. Να μην τους ξέρει κανένας. Αυτό κι αν ήταν ντέρτι. Το να δραπετεύεις από ασφυκτικούς κλοιούς. Από μάτια που παρακολουθούν την κάθε σου κίνηση. Ζωές που αποκτούσαν ζωή κατασκοπεύοντας τη δική σου» (σελ. 70-71). Οι διαφορές στην κοινωνική αναρρίχηση του 1960 και του 1980, όπου, από τα σαβουάρ βιβρ, τους κανόνες, τους τρόπους  περάσαμε στην ορθάνοιχτη πόρτα του πλούτου όπου μπαίνει ο καθένας που τα κατάφερε μ’ ένα πούρο! «Το εμπόριο είναι είδος δημιουργίας. Το όνομα για τον έμπορο δεν είναι μεγαλομανία, δεν είναι ψώνιο. Είναι ό,τι η υπογραφή για τον καλλιτέχνη, για τον ζωγράφο…Το εμπόριο είναι εμμονή» (σελ. 65).</p>
<p>«Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο», δηλώνει η Ρέα Βιτάλη κι έτσι καταθέτει, καταγράφει, καταμετρά «…μικρές ιστορίες σαν του ραδιοφώνου που διέθεταν τότε τα σπίτια», γραμμένες με γλαφυρότητα, μελαγχολία και ρομαντισμό. Γραφή γρήγορη, σχεδόν προφορική («Πω, πω ιστορία! Θες να την ακούσεις; Το φαντάζομαι», σελ. 39), με ελάχιστες επαναλήψεις που δικαιολογούνται από τον καταιγιστικό ρυθμό αφήγησης και ροή που κυλάει σα νερό, με τη συγγραφέα να πηδάει από το ένα θέμα στο άλλο χωρίς όμως να χάνεται ο ειρμός και η κεντρική ιδέα του κάθε κεφαλαίου. Ακριβοδίκαιη και διεισδυτική αναβίωση μιας οικογένειας, ενός πατέρα και μιας εποχής που με ταξίδεψε, με συγκίνησε αλλά με έκανε και να γελάσω.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.vivliokritikes.com/%ce%ba%ce%ac%cf%80%ce%bf%cf%84%ce%b5-%ce%b8%ce%b1-%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%88%cf%89-%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%af%ce%bf-%ce%b2%ce%b9%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
