<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Τέσυ Μπάιλα &#8211; &Pi;&alpha;&nu;&omicron;&sigmaf; &Tau;&omicron;&upsilon;&rho;&lambda;&eta;&sigmaf;</title>
	<atom:link href="https://www.vivliokritikes.com/tag/%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.vivliokritikes.com</link>
	<description>&#914;&#953;&#946;&#955;&#953;&#959;&#954;&#961;&#953;&#964;&#953;&#954;έ&#962;</description>
	<lastBuildDate>Sun, 11 Dec 2022 07:58:02 +0000</lastBuildDate>
	<language>en</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.5.5</generator>

<image>
	<url>https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2019/12/cropped-black-white-computer-icons-book-png-book-icon-32x32.jpg</url>
	<title>Τέσυ Μπάιλα &#8211; &Pi;&alpha;&nu;&omicron;&sigmaf; &Tau;&omicron;&upsilon;&rho;&lambda;&eta;&sigmaf;</title>
	<link>https://www.vivliokritikes.com</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>«Λέγε με Ισμαήλ», της Τέσυς Μπάιλα, εκδ. Ψυχογιός</title>
		<link>https://www.vivliokritikes.com/%ce%bb%ce%ad%ce%b3%ce%b5-%ce%bc%ce%b5-%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%b1%ce%ae%ce%bb-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bb%25ce%25ad%25ce%25b3%25ce%25b5-%25ce%25bc%25ce%25b5-%25ce%25b9%25cf%2583%25ce%25bc%25ce%25b1%25ce%25ae%25ce%25bb-%25cf%2584%25ce%25ad%25cf%2583%25cf%2585-%25ce%25bc%25cf%2580%25ce%25ac%25ce%25b9%25ce%25bb%25ce%25b1</link>
					<comments>https://www.vivliokritikes.com/%ce%bb%ce%ad%ce%b3%ce%b5-%ce%bc%ce%b5-%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%b1%ce%ae%ce%bb-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Πάνος Τουρλής]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 11 Dec 2022 07:29:44 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κοινωνικό μυθιστόρημα]]></category>
		<category><![CDATA[2022]]></category>
		<category><![CDATA[Βιβλία]]></category>
		<category><![CDATA[Έλληνες της Πόλης]]></category>
		<category><![CDATA[Ελληνοτουρκικές σχέσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Κακοποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντινούπολη]]></category>
		<category><![CDATA[Πορνεία]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόσφυγες]]></category>
		<category><![CDATA[Σεπτεμβριανά 1955]]></category>
		<category><![CDATA[Τέσυ Μπάιλα]]></category>
		<category><![CDATA[Υπόκοσμος]]></category>
		<category><![CDATA[Ψυχογιός]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.vivliokritikes.com/?p=13466</guid>

					<description><![CDATA[Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, λεβαντίνοι ζουν αρμονικά με τα προβλήματα αλλά και τις χαρές της καθημερινότητάς τους. Φιλίες χτίζονται, γάμοι γίνονται, το παιδομάνι χαλάει τον κόσμο με τις φωνές του. Αυτή η αρμονική ατμόσφαιρα θα σβήσει για πάντα μετά τη νύχτα της 6ης προς 7 Σεπτεμβρίου 1955 κι η Νύχτα των Κρυστάλλων [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, λεβαντίνοι ζουν αρμονικά με τα προβλήματα αλλά και τις χαρές της καθημερινότητάς τους. Φιλίες χτίζονται, γάμοι γίνονται, το παιδομάνι χαλάει τον κόσμο με τις φωνές του. Αυτή η αρμονική ατμόσφαιρα θα σβήσει για πάντα μετά τη νύχτα της 6<sup>ης</sup> προς 7 Σεπτεμβρίου 1955 κι η Νύχτα των Κρυστάλλων που θα ζήσουν οι Έλληνες θα είναι και η αρχή του τέλους τους στην πόλη που γνώριζαν εκ γενετής για πατρίδα. «Ανάθεμά τους αυτούς που αποφασίζουν. Δε νοιάζονται για τον άνθρωπο» (σελ. 24).<span id="more-13466"></span></p>
<p><em>Βιβλίο <a href="https://www.psichogios.gr/el/lege-me-ismahl.html" target="_blank" rel="noopener"><strong>Λέγε με Ισμαήλ </strong></a></em><em><br />
Συγγραφέας <a href="http://tbailavaila.blogspot.com/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Τέσυ Μπάιλα</strong></a><strong><br />
</strong>Κατηγορία <a href="http://www.vivliokritikes.com/category/social/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Κοινωνικό μυθιστόρημα </strong></a></em><br />
<em>Εκδότης <a href="https://www.psichogios.gr" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Ψυχογιός</strong></a></em><br />
<em>Συντάκτης:</em> <a href="https://www.facebook.com/vivliokritikes/"><strong><em>Πάνος Τουρλής</em></strong></a></p>
<p>Η Τέσυ Μπάιλα καταγράφει στο νέο της μυθιστόρημα συναρπαστικές ιστορίες απλών, καθημερινών ανθρώπων που συγκροτούν ένα σύμπαν ομόνοιας, αγάπης, αλληλεγγύης και φιλίας. Μπαίνει στα φτωχόσπιτα και στα αρχοντικά, στις εκκλησίες και στα τζαμιά, στα μνημεία και στα νεκροταφεία, ανεβοκατεβαίνει τη λεωφόρο του Πέραν και τη γειτονιά της, παρατηρεί τα πάντα και τα ζωντανεύει με την άφθαστη λογοτεχνική της πένα. Δανείζεται για τίτλο την πρώτη φράση του μυθιστορήματος του Χέρμαν Μέλβιλ «Μόμπι Ντικ», ενός κειμένου που περιγράφει με μοναδικό τρόπο τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής, όπως κάνει κάθε βιβλίο, γιατί θέλησε να ξεχειλίσει από ζωή και να ανασυστήσει μια εποχή μέσα από τα μάτια δύο φαινομενικά αντίθετων κόσμων που όμως, σύμφωνα με τη συγγραφέα: «κρύβουν μέσα τους κοινούς τόπους πολιτισμού, μοιράζονται τα ίδια χώματα κι έχουν αποκτήσει κοινές εμπειρίες στο διάβα των αιώνων».</p>
<p>Η αρχή είναι ευρηματική, μιας και ο μίτος ξετυλίγεται από το 1964, χρονιά απέλασης των τελευταίων Ελλήνων της Πόλης, και<a href="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/αρχείο-λήψης-3.jpg"><img fetchpriority="high" decoding="async" class="alignright wp-image-2487 " src="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/αρχείο-λήψης-3.jpg" alt="" width="411" height="447" /></a> παρακολουθούμε έναν αφηγητή αγνώστου ταυτότητας να επιβιβάζεται στο καράβι που θα τον απομακρύνει από την πατρίδα. Ένα κομβόι απογοητευμένων ανθρώπων σχηματίζει ουρά για επιβίβαση, μαζεύονται ένας ένας οι τελευταίοι απελπισμένοι. «Έμεναν όλα πίσω. Σκεπασμένα με τη γνωστή ομίχλη της Πόλης, μια ομίχλη ολόιδια με τη λησμονιά» (σελ. 35). Οι περισσότεροι πρώτη φορά θα αντίκριζαν την Ελλάδα αφού στην Πόλη είχαν γεννηθεί, εκεί αγάπησαν και αγαπήθηκαν, εκεί έκαναν όνειρα και οικογένειες, εκεί έθαψαν συγγενείς και φίλους και τώρα φεύγουν ξαφνικά, τα αφήνουν όλα πίσω τους και πάνε στο άγνωστο, με το παράπονο πως η ζωή θα συνεχίζεται εδώ, σε αυτά τα μέρη, τα αγαπημένα τους αλλά χωρίς αυτούς, ερήμην τους. «Πώς κλείνει πίσω του την πόρτα του σπιτιού του για τελευταία φορά ένας άνθρωπος» (σελ. 26); Κάθε λέξη με λύγιζε: «Άγριο πράμα να βλέπεις τα μάτια θολωμένα. Και περισσότερο όταν είναι μάτια γέρικα. Πιο πολύ γι’ αυτούς ανταριάζει η ψυχή μου. Γιατί, άμα είσαι μεγάλος σε ηλικία και φεύγεις από κάπου, δεν ξέρεις αν θα ξαναγυρίσεις. Και τι σου μένει να κάνεις; Μόνο να θυμάσαι. Κι αυτό πιότερο πονά σαν είσαι γέρος» (σελ. 25). Πικραμένοι κι ανήμποροι, όπου πάνε θα αλλάξει η μοίρα τους, τίποτα δε θα είναι ξανά το ίδιο. Όλοι βέβαια ντυμένοι με τα καλά τους, να μη φτάσουν σα ζητιάνοι στην Ελλάδα, κύρηδες κι αρχοντάνθρωποι. «Άδικο ήταν και μάλιστα μεγάλο. Μα το άδικο δύσκολα το νικά κανείς» (σελ. 30). Όλη η πίκρα, η αγωνία και ο φόβος των συνεπιβατών του μυστηριώδους αφηγητή γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του, συμπάσχει μαζί τους, πιάνει ψιλοκουβέντα, καταστρώνει τα σχέδιά του αλλά δε μας αποκαλύπτει ποιος είναι.</p>
<p>Γυρίζουμε λοιπόν στο 1955 κι απολαμβάνουμε το μελίσσι που αχολογάει γύρω από τη λεωφόρο του Πέραν, με τα μαγαζιά να ανοίγουν ένα προς ένα, τις νοικοκυρές να ξεκινάνε τα ψώνια τους και τα πρωινά κουσέλια, τους παραγιούς να σκουπίζουν και να ανεβάζουν τα κεπέγκια, το γραφικό τραμ να ανεβοκατεβαίνει χτυπώντας το κουδουνάκι του. «Άγιες εκείνες οι μέρες. Αδελφωμένες. Μα τι τα θες; Ποτέ δεν κράτησαν πολύ. Πάντα κάτι γινόταν κι άλλαζαν όλα μεμιάς. Κι ύστερα, πάλι από την αρχή. Αλλά εμείς βρίσκαμε τον τρόπο και ξαναφιλιώναμε και ζούσαμε συνετά όλα μας τα χρόνια. Τίποτα δεν είχαμε να χωρίσουμε» (σελ. 24). Πόσες λεπτομέρειες, πόσοι χαρακτήρες, πόσα μέρη ξεχύνονται μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος και αναβιώνουν μια γλυκόπικρη εποχή που θα διαλυθεί σύντομα και οριστικά. Η Τέσυ Μπάιλα το τονίζει εξαρχής: η Κωνσταντινούπολη δε χωρίζει τους Τούρκους από τους Ρωμιούς αλλά συνενώνει ανθρώπους που υποφέρουν το ίδιο, μοιράζονται ήθη και έθιμα, αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο στο πέρασμα της Ιστορίας κι επιδιώκουν να ζουν ειρηνικά μεταξύ τους, κάτι που δεν το καταφέρνουν πάντα. Απλοί και καθημερινοί άνθρωποι, Έλληνες και Τούρκοι, Αρμένιοι και λεβαντίνοι, συνυπάρχουν αρμονικά, μοιράζονται τις ελπίδες τους, αναμετρώνται με τον χρόνο και τις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους χωρίς να τις παίρνουν όμως οι ίδιοι. Θύματα και θύτες της Μεγάλης Ιδέας, της ανταλλαγής των πληθυσμών του 1923 και τώρα των Σεπτεμβριανών, με κοινό τόπο τη χαμένη πατρίδα, τον ξεριζωμό, τη βίαιη αποκοπή από το οικείο τους.</p>
<p>Βάι βάι, το τζιέρι μου αντάριασε η μυρωδιά του καϊφέ σου, μπρε Ισμαήλ! Ναι, ο εύθυμος, διασκεδαστικός καφετζής του Πέραν που ζει μόνος του έχει ένα μαγαζί που λειτουργεί και ως μπακάλικο με λογιών λογιών τρόφιμα και μπαχαρικά. Γεμίζει ο τόπος από το άρωμα του καφέ που φτιάχνει με μεράκι, καθώς κι από τους ναργιλέδες και τα μπαχάρια του αλλά με δισταγμό ξεδιπλώνει τα μυστικά του καλού καφέ. Διορατικός και παρατηρητικός: «Οι Τούρκοι πίνουν πάντα το νερό προτού ρουφήξουν τον καφέ τους για να απολαύσουν καλύτερα το άρωμά του, αφού πρώτα καθαρίσουν το στόμα τους. Ενώ οι Ρωμιοί μετά. Για να διώξουν την πίκρα του. Γιατί οι άνθρωποι ίδιοι είναι. Μοιάζουν μεταξύ τους. Αλλάζουν μόνο οι συνήθειές τους και οι τρόποι τους» (σελ. 60-61). Θύμα της ανταλλαγής του 1923, με μα σπαρακτική προσωπική ιστορία, την οποία κάποια στιγμή θα εξομολογηθεί στον φίλο του, τον Ισίδωρο, ναι, μπρε, αυτό το σκιόρεμα, που χωμένο όλη μέρα μες στα βιβλία του είναι κι αλίμονό σου αν τον διακόψεις. Έχει το μοναδικό ρωμαίικο βιβλιοπωλείο στη γειτονιά του Πέρα, είναι ιδιόρρυθμος και παράξενος, λίγοι πελάτες τολμούν να διαβούν την πόρτα του, το αγριωπό του βλέμμα τους αποθαρρύνει. Στην πραγματικότητα όμως είναι καλοκάγαθος, βυθίζεται στον κόσμο των βιβλίων του γιατί τον κυνηγούν οι αναμνήσεις από γεγονότα που θα αποκαλυφθούν σταδιακά. Έχει ένα ιδιαίτερο δέσιμο με τον Ισμαήλ, ο οποίος χωρατεύει μαζί του, τον στηρίζει, τον προσέχει κι έτσι συμπληρώνει ο ένας τον άλλον. Και δε με λες για, σεβντά δεν έχει το κιτάπ; Πώς δεν έχει! Να η όμορφη Εσίν, η οποία επισκέπτεται συχνά τον Ισίδωρο, του λέει για τη ζωή της, εκείνος της διαβάζει αποσπάσματα κι ύστερα η κοπέλα ξαναφεύγει. Τα ίδια αισθήματα αναπτύσσει και για τον Ισμαήλ αλλά δεν έχουμε μαργολίκια και προστυχιές, με μια γυναίκα να παίζει μαζί τους, ιτς! Είναι ορφανή από πατέρα κι οι δύο άντρες αναπληρώνουν την απουσία του, πιο πολύ αδελφική είναι η συμπεριφορά τους απέναντί της παρά ερωτική. Κι αγαπούν αδελφικά το κορίτσι ενώ δεν μπορούν να ξεχάσουν τη μητέρα της, την Αϊσέ, μια γυναίκα που στοίχειωσε και τους δύο και κανείς δεν έχει την τόλμη να εκφράσει πρώτος τον σεβντά κι έτσι έφυγαν τα χρόνια μαζί μ&#8217; εκείνη.</p>
<figure id="attachment_13468" aria-describedby="caption-attachment-13468" style="width: 597px" class="wp-caption alignleft"><a href="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2022/12/Septembriana_1955-1.jpg"><img decoding="async" class="wp-image-13468 " src="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2022/12/Septembriana_1955-1.jpg" alt="" width="597" height="375" srcset="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2022/12/Septembriana_1955-1.jpg 951w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2022/12/Septembriana_1955-1-300x189.jpg 300w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2022/12/Septembriana_1955-1-768x483.jpg 768w" sizes="(max-width: 597px) 100vw, 597px" /></a><figcaption id="caption-attachment-13468" class="wp-caption-text">Η φωτογραφία από αυτό το site https://www.sansimera.gr/articles/169</figcaption></figure>
<p>Όλα αυτά τα παρακολουθεί από το παράθυρο του αρχοντικού της η Καλλιάνθη, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας Ρωμιών, με πολλά μαγαζιά στην περιοχή, τα οποία και νοικιάζει, αυστηρή και λιγομίλητη, καταδεκτική και δίκαιη, μόνη κι άκληρη. Μένει σ’ ένα δίπατο αρχοντικό στο βάθος της λεωφόρου του Πέρα με την οικονόμο της, τη Μέλπω, κι όταν έμεινε ορφανός ο Ισμαήλ που νοίκιαζε το μαγαζί της άρχισε να τον φροντίζει και να τον ταΐζει, με αποτέλεσμα να γεννηθεί μια σοβαρή φιλία ανάμεσά τους («Αμούστακο αγόρι ήταν. Μόλις άρχιζε η ζωή να ξετυλίγει το κουβάρι της μπροστά του. Η δική της μάζευε τις τελευταίες κλωστές, ξεφτισμένες κι αυτές», σελ. 134). Το καμπανάκι από το κατακόκκινο τραμ έξω από το σπίτι της ξυπνάει τις αναμνήσεις της: «Στην γκριζόμαυρη ψυχή της πόλης και στην αντιφατική παραδοξότητά της, το κόκκινο χρώμα του το έκανε να μοιάζει με ένα αστείο παιχνίδι…Για την κυρία Καλλιάνθη όμως αποτελούσε την ύπαρξη ενός κατακόκκινου βέλους χωμένου βαθιά στο πεπρωμένο της, από το οποίο δεν κατάφερε να απαγκιστρωθεί ποτέ» (σελ. 112-113). Πόσο γλυκόπικρη η ιστορία της και πόσο ευρηματικά δεμένη με το τραμ της Ιστικλάλ!</p>
<p>Ωχ, τι φασαρία είναι αυτή και τι μπόχα; Α, να η γρια-Γιασεμώ με τον σκύλο της, τον Γιουσούφ, που τον περιμάζεψε από μωρό. Είναι ρακοσυλλέκτρια και ψάχνει στα σκουπίδια, ψυχοπονιάρα και φασαριόζα, ξεπεσμένη πόρνη που κάποτε ερωτεύτηκε έναν ναυτικό, τον Νικολό (γιατί Τέσυ Μπάιλα και θάλασσα είναι αλληλένδετα κομμάτια, οπότε κι εδώ ταξιδεύομε μαζί του στις απέραντες γαλανές ανοιχτωσιές, βλέποντας μαζί του στον ορίζοντα τα μάτια της Γιασεμώς). Γιατί όμως ζει η Γιασεμώ τώρα ολομόναχη, πικραμένη και απογοητευμένη από ψεύτικες υποσχέσεις αντρών; Διαβάστε πόσο τρυφερά μιλάει στο σκυλί της, τι όμορφα που αποδίδεται η αγάπη της για τον Γιουσούφ, το τελευταίο πλάσμα που την αγαπάει στη δύση της ζωής της, πόσες αλήθειες εκφράζει όταν αναθεματίζει τις τάχαμου «κυράδες» που κάνουν τα μύρια όσια πίσω από τους άντρες τους αλλά κατά τ’ άλλα τις πόρνες αποκαλούν «παστρικές»! Και τώρα που με είπες «παστρικές», μπρε, πού είναι η Ασλίβ, η κόρη του χαμαμτζή, που «είχε δυο αετόσπιθες για μάτια»; Νάτη, βοηθάει τη μάνα της με τα πεσταμάλια και τον καθαρισμό όσο ο Ναντίρ, ο νεαρός πελάτης του χαμάμ, ακούει τη μελωδική της φωνή και την ερωτεύεται χωρίς να τη δει ποτέ. Για χάρη της ο Ναντίρ θα αφήσει πίσω του τα καπηλειά και τα πορνεία, το όπιο και τις μικροκλοπές, αρκεί να του χαρίσει ένα της βλέμμα.</p>
<p>Τρυφερές λοιπόν και ανατρεπτικές ιστορίες, ρεαλισμός και διαχρονικά μηνύματα ξεπηδούν μέσα από ιστορίες που πλαισιώνονται από δευτερεύοντες χαρακτήρες που δεν υπολείπονται ενδιαφέροντος: η Τζασμίν, η μικρή τσιγγάνα που πουλάει λεβάντα κι αν δεν ξεπουλήσει ή αν δε φέρει αρκετά χρήματα στο σπίτι τη δέρνει ο πατέρας της, ο Μεχμέτ, ο ανιψιός και παραγιός του Ισμαήλ, με μια τραγική οικογένεια ιστορία στην πλάτη του, ερχόμενος από τον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας, η Ασημίνα η ράφτρα που δεν έχει διαλόγους, δε βγαίνει στο φως αλλά αναφέρεται συχνά πυκνά από τους υπόλοιπους και πολλοί άλλοι μου χάρισαν αξέχαστες στιγμές και ποικίλα συναισθήματα. Η συγγραφέας σκύβει από την αρχή δίπλα τους, τους φωτίζει, τους παρηγορεί, τους θωπεύει με λόγια-βάλσαμο στα δύσκολα που έρχονται: «…συνηθίζει ο άνθρωπος να αλλάζει κάθε τόσο τη ζωή του. Να φεύγει. Ε, δεν τα καταφέρνει και πάντα. Τις περισσότερες φορές κρύβει βαθιά στην καρδιά του ό,τι πρέπει να αποχαιρετήσει. Για να το πάρει μαζί του. Για να μπορεί να επιστρέφει εκεί ο νους του όταν οι αναμνήσεις τον φωνάζουν. Να ‘χουν κι αυτές τον τόπο τους. Να μην ξενιτευτούν ποτέ» (σελ. 18-19). Αυτήν την ουδετερότητα, τη συνολική ματιά πάνω σε βασανισμένους ανθρώπους χωρίς να ξεχωρίζουν από θρήσκευμα ή φυλή, μέχρι κι η θάλασσα τη μοιράζεται: «Και δεν την ένοιαζε τη θάλασσα αν τα ποδάρια των παιδιών πάνω στα περιγιάλια της ήταν αρμένικα, τούρκικα, σεφαραδίτικα, λεβαντίνικα ή ρωμαίικα σαν τα γαργαλούσε και τα ‘ριχνε πάνω στα βότσαλα και στα μικρά της βράχια. Της έφτανε μονάχα το παιχνίδι, το κελαρυστό γέλιο των παιδιών και οι αθώες φωνές τους» (σελ. 19).</p>
<p>Πράγματι, λίγοι συγγραφείς έχουν την ικανότητα να κλείσουν μέσα σε λίγες λέξεις όλη τη μαγεία και το γλυκόπικρο της ανάμνησης από την παιδική μας ηλικία: «Θυμήθηκα τότε που ήμαστε έφηβοι ακόμα. Τρέχαμε ξυπόλητοι στην ακτή και η θάλασσα έτρεχε κι εκείνη να παίξει μαζί μας. Βιαζόταν να βρέξει τα μαυρισμένα μας ποδάρια. Ποδάρια γεμάτα μελανιές από τα πεσίματα και τα γδαρσίματα του παιχνιδιού αλλά φτερωμένα. Βλέπεις, όταν είσαι παιδί δεν ξέρεις, και κάνεις ένα σωρό όνειρα κι ας τα κάνει ο χρόνος πετούμενα στην καταιγίδα. Μα μαθαίνει κανείς να ταξιδεύει και μέσα στην καταιγίδα. Αρκεί να καταφέρει πρώτα να κουμαντάρει το πλοίο καλύτερα» (σελ. 19). Κι όπως πάντα, το κείμενο είναι γεμάτο από πανέμορφα καλολογικά στοιχεία: «Μα κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την Πόλη σαν τη δει να ξυπνά την αυγή χωμένη στην ομίχλη. Μοιάζει με σώμα γυναίκας που τεντώνεται στα υγρά σεντόνια της Ιστορίας κι αποζητάει ολόγυμνη το σερνικό χάδι. Και όταν τεντώνεται, ένας ολόκληρος κόσμος ολόγυρά της παίρνει τη γνώριμη θέση του, αναριγώντας από την επιθυμία και τη σαγήνη. Ο τόπος γεμίζει μνήμες και αναμνήσεις» (σελ. 39). Μάλιστα, οι σελίδες 39-42 είναι η ωραιότερη περιγραφή της μαγικής και πλανεύτρας Κωνσταντινούπολης που έχω συναντήσει ως τώρα γιατί αποτυπώνει με λέξεις όσα έχω ζήσει και νιώσει κι εγώ ο ίδιος ως επισκέπτης σε αυτήν την πόλη-θαύμα. Ειλικρινά δε θα μπορούσαν να περιγραφούν καλύτερα τα συναισθήματά μου από τις μυρωδιές και τις εικόνες της που ακόμα φέρω μέσα μου: «Με την ανατολίτικη γοητεία χωμένη στη δυτική αγκαλιά ενός κόσμου που ολοένα και περισσότερο αλλάζει» (σελ. 42).</p>
<figure id="attachment_13469" aria-describedby="caption-attachment-13469" style="width: 573px" class="wp-caption alignright"><a href="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2022/12/2015091.jpg"><img decoding="async" class="wp-image-13469" src="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2022/12/2015091.jpg" alt="" width="573" height="388" srcset="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2022/12/2015091.jpg 508w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2022/12/2015091-300x203.jpg 300w" sizes="(max-width: 573px) 100vw, 573px" /></a><figcaption id="caption-attachment-13469" class="wp-caption-text">Η φωτογραφία από εδώ https://www.edon.org.cy/index.php/dik-antilipsi/diethnis-istoria/2986-matomeno-fthinopwro-septemvriana-1955</figcaption></figure>
<p>Το νέο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα είναι πασιφιστικό και πανανθρώπινο και τονίζει, όπως ανέφερα και πιο πάνω, το γεγονός πως στην ουσία Έλληνες και Τούρκοι δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. «Και πως ανάμεσα σε Τούρκο και σε Έλληνα έχει σημασία μονάχα ο άνθρωπος και η καλοσύνη κάνει τον άνθρωπο πιο πολύ κι από τα γράμματα» (σελ. 188). Άλλωστε: «…οι άνθρωποι είμαστε διαφορετικοί, Οσμάν…και αυτές οι διαφορές μας είναι που κάνουν τη ζωή όμορφη, την κάνουν να μοιάζει μα θαύμα» (σελ. 226). Να όμως που περιέχονται κι άλλες ιδέες και έννοιες, όπως η σημασία και η αξία της φιλαναγνωσίας στη ζωή κάποιου: «η γνώση έχει τη δύναμη να μεταμορφώνει τον άνθρωπο και να πλάθει χαρακτήρες» (σελ. 162). Γιατί ο Ισίδωρος λοιπόν; «Μια βιβλιοθήκη, ένα βιβλιοπωλείο είναι ζωντανά πλάσματα. Σπαρταριστά. Έχουν σάρκα και οστά. Είναι μια πόρτα που οδηγεί σ’ έναν άλλον κόσμο, Ισμαήλ, σε έναν κόσμο πιο όμορφο, πιο αληθινό, πιο ανθρώπινο. Και είναι κρίμα να περάσει όλη του τη ζωή κανείς χωρίς να ανοίξει αυτήν την πόρτα. Χωρίς να δει τι κρύβεται από πίσω της» (σελ. 362). Κι ο Ισμαήλ συγκινείται όταν ακούει τον φίλο του να λέει: «Τα βιβλία ημέρεψαν την ψυχή μου. Κι όταν ημερέψει η ψυχή σου, τότε πιο όμορφος είναι γύρω σου ο κόσμος» (σελ. 365). Ο αναγνώστης μετατρέπεται σε καλύτερο άνθρωπο όταν βλέπει τις αρετές που εξυψώνονται, τις αδικίες που στηλιτεύονται, τις διαχρονικές αξίες που αναφέρονται κι έτσι γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι κάθε οικογένειας που παλεύει για πράγματα της μικρο-καθημερινότητας που απασχολούν τον μέσο άνθρωπο όσο διακυβεύεται η τύχη της πίσω από κλειστές πόρτες πολυτελών γραφείων. Δε θα μπορούσε φυσικά να λείπει και το στίγμα της γυναικείας κακοποίησης, μιας και η συνήθεια της εποχής ήταν να σκύβει η γυναίκα το κεφάλι της στον άντρα κι ας την ξυλοφορτώνει, αυτός ήταν το τυχερό της, αυτόν θα υπακούει τώρα. Τι; Τη δέρνει; Ε, δε γίνεται, κάτι θα του έκανε αυτή. Όλα αυτά η συγγραφέας τα καταγράφει με πόνο ψυχής, φέρνοντας στο φως σκληρές περιπτώσεις και ταυτόχρονα, μέσα από μια έξυπνη ανατροπή, χαρίζει φως και ελπίδα όταν μια από τις ηρωίδες καταφέρνει να ακολουθήσει τα όνειρά της και να στηρίξει με τον τρόπο της αυτές τις γυναίκες.</p>
<p>Απλοί, φυσιολογικοί άνθρωποι που κάνουν λάθη, που εξαπατώνται, που αγωνιούν για το αύριο και νοσταλγούν το χτες, που προσπαθούν να ορθοποδήσουν, να ερωτευτούν, να γελάσουν και ενώνουν τις τύχες τους με τον γείτονα που μιλάει άλλη γλώσσα και πιστεύει σε άλλο Θεό είναι εδώ και χαρίζουν τις ιστορίες τους σε μια ταλαντούχα πένα που ξέρει πώς να τους εξάρει και να τονίσει τα καλά και τα στραβά της ζωής τους. Απληστία και προδοσία, αδικία και πάλη, προπαγάνδα και τυφλό μίσος και πολλά άλλα στολίζουν τις σελίδες και συγκροτούν ένα άρτιο, τρυφερό, γλυκό, συγκινητικό μυθιστόρημα που απογειώνεται όταν φτάνουμε στη νύχτα των Σεπτεμβριανών και τα πάντα έρχονται τούμπα. «Έτσι και οι άνθρωποι… Ποτέ δεν κάνουν πίσω. Και προσπαθούν να κρατήσουν με νύχια και με δόντια ό,τι θεωρούν δικό τους. Ένα ύφασμα, μια καλημέρα, έναν τόπο, μια πόλη. Κι η Πόλη αυτή είχε πολλές τέτοιες ιστορίες να θυμάται» (σελ. 259). Με μαεστρία και ελάχιστες ιστορικές πληροφορίες, οπότε δε βαρύνεται το κείμενο, χωρίς όμως να χάνεται και ο ρεαλισμός των συνθηκών που οδήγησαν στα Σεπτεμβριανά του 1955, με ελάχιστες αναφορές στην καθαυτή νύχτα, λες και η συγγραφέας δεν άντεχε το βάρος αυτής της θηριωδίας και θέλησε να του γυρίσει την πλάτη, με ένα λυτρωτικό και συγκινητικό τέλος που με άφησε να σπαράζω για αυτά καθαυτά τα γεγονότα αλλά και για την αχτίδα της ελπίδας και της τρυφερότητας που αχνοφέγγει από την τελευταία πρόταση του βιβλίου και από την αποκάλυψη της ταυτότητας του αφηγητή, με μυρωδιές και εικόνες που θα μου μείνουν αξέχαστες, το «Λέγε με Ισμαήλ» είναι ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα της Τέσυς Μπάιλα. Η «Πολίτικη κουζίνα» της ελληνικής λογοτεχνίας σιγοψήνει καλούς και κακούς σ’ ένα μαργιόλικο χαρμάνι: «Όλα ίδια. Θα έλειπαν μόνο απ’ ανάμεσό τους οι Έλληνες. Μα τι σημασία έχει κι αυτό; Μια ψηφίδα στα μωσαϊκά της Πόλης η ιστορία τους. Σαν έλειπε η ψηφίδα αυτή, άλλη θα έμπαινε στη θέση της. Μπορεί στην αρχή να μην ταιριάζει σωστά, να βρίσκει κάπου η άκρη της ή να πέφτει λίγο μικρότερη, το χρώμα της να είναι πιο φωτεινό ή πιο σκούρο. Όλα ο καιρός θα τα λειάνει, η διαφορά θα μικρύνει και το μάτι δύσκολα θα τη θωρεί. Άμα η θύμηση σβήσει, αλλάζει και η ματιά σιγά σιγά. Μαθαίνει να τα βλέπει όλα διαφορετικά» (σελ. 36).</p>
<p><em><strong>Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:</strong></em></p>
<p>«-Όπου μεγαλώσεις, εκεί βαστάει η καρδιά σου, όσα χρόνια και να περάσουν. Εκεί όπου οι άνθρωποι σου χαρίζουν τη δική τους απλόχερα» (σελ. 102).</p>
<p>«-Μην περιμένεις ότι ο κόσμος θα είναι δίκαιος ποτέ μαζί σου, Οσμάν. Πάντα υπάρχει κάποιος για να μας κάνει κακό. Είναι στο χέρι μας να μην τον αφήσουμε» (σελ. 227).</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.vivliokritikes.com/%ce%bb%ce%ad%ce%b3%ce%b5-%ce%bc%ce%b5-%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%b1%ce%ae%ce%bb-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Ωκεανός», του Μιχάλη Κατράκη, εκδ. Ελκυστής</title>
		<link>https://www.vivliokritikes.com/%cf%89%ce%ba%ce%b5%ce%b1%ce%bd%cf%8c%cf%82-%ce%bc%ce%b9%cf%87%ce%ac%ce%bb%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2589%25ce%25ba%25ce%25b5%25ce%25b1%25ce%25bd%25cf%258c%25cf%2582-%25ce%25bc%25ce%25b9%25cf%2587%25ce%25ac%25ce%25bb%25ce%25b7%25cf%2582-%25ce%25ba%25ce%25b1%25cf%2584%25cf%2581%25ce%25ac%25ce%25ba%25ce%25b7%25cf%2582</link>
					<comments>https://www.vivliokritikes.com/%cf%89%ce%ba%ce%b5%ce%b1%ce%bd%cf%8c%cf%82-%ce%bc%ce%b9%cf%87%ce%ac%ce%bb%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Πάνος Τουρλής]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 13 Nov 2021 07:44:19 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κοινωνικό μυθιστόρημα]]></category>
		<category><![CDATA[2020]]></category>
		<category><![CDATA[Ελκυστής]]></category>
		<category><![CDATA[Εμπορική ναυτιλία]]></category>
		<category><![CDATA[Θάλασσα]]></category>
		<category><![CDATA[Μιχάλης Κατράκης]]></category>
		<category><![CDATA[Ναυάγιο]]></category>
		<category><![CDATA[Ναυτικοί]]></category>
		<category><![CDATA[Οικογένεια]]></category>
		<category><![CDATA[Τέσυ Μπάιλα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.vivliokritikes.com/?p=12447</guid>

					<description><![CDATA[Το ελληνόκτητο κρουαζιερόπλοιο «Ωκεανός», με 571 επιβάτες, βυθίστηκε στις 4 Αυγούστου 1991 στα ανοιχτά της Νότιας Αφρικής, χωρίς θύματα χάρη στη γιγαντιαία, άμεση και συντονισμένη επιχείρηση του αφρικανικού λιμενικού και τις πρωτοβουλίες μερικών επιβατών. Άπαντες κατηγόρησαν το πλήρωμα (μεταξύ αυτών και τον καπετάνιο Γιάννη Αβρανά) ότι προτίμησαν να σωθούν παρά να συντονίσουν την εκκένωση του [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Το ελληνόκτητο κρουαζιερόπλοιο «Ωκεανός», με 571 επιβάτες, βυθίστηκε στις 4 Αυγούστου 1991 στα ανοιχτά της Νότιας Αφρικής, χωρίς θύματα χάρη στη γιγαντιαία, άμεση και συντονισμένη επιχείρηση του αφρικανικού λιμενικού και τις πρωτοβουλίες μερικών επιβατών. Άπαντες κατηγόρησαν το πλήρωμα (μεταξύ αυτών και τον καπετάνιο Γιάννη Αβρανά) ότι προτίμησαν να σωθούν παρά να συντονίσουν την εκκένωση του πλοίου. Το βιβλίο αποτυπώνει το χρονικό αυτής της τραγωδίας με πρωτόφαντο λυρισμό και αξιοπρόσεκτη ουδετερότητα. Ευχάριστη έκπληξη είναι ο πρόλογος της Τέσυς Μπάιλα, «μιας από τις ελάχιστες συγγραφείς που συνδράμουν στη ναυτική λογοτεχνία», η οποία, κόρη ναυτικού κι η ίδια, έχει τύχει να ταξιδέψει κι εκείνη με τον «Ωκεανό».<span id="more-12447"></span></p>
<p><em>Βιβλίο <a href="https://elkistis.gr/product/%CF%89%CE%BA%CE%B5%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82/" target="_blank" rel="noopener"><strong>Ωκεανός </strong></a></em><em><br />
Συγγραφέας <a href="https://www.bookia.gr/index.php?action=person&amp;personid=71745" target="_blank" rel="noopener"><strong>Μιχάλης Κατράκης</strong></a><strong><br />
</strong>Κατηγορία <a href="http://www.vivliokritikes.com/category/social/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Κοινωνικό μυθιστόρημα </strong></a></em><br />
<em>Εκδότης <a href="https://elkistis.gr" target="_blank" rel="noopener"><strong>Ελκυστής</strong></a></em><br />
<em>Συντάκτης:</em> <a href="https://www.facebook.com/vivliokritikes/"><strong><em>Πάνος Τουρλής</em></strong></a></p>
<p>Το μυθιστόρημα αποτελείται από δύο άτυπους άξονες: το χρονικό του πλοίου και του ναυαγίου του από τη μια και την ιστορία μιας οικογένειας που το βιώνει, με τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της να διαμορφώνονται επηρεασμένες από τη θάλασσα από την άλλη. Το «Ωκεανός» ζωντανεύει σε όλες τις μορφές που του έχουν αποδοθεί κατά τη διάρκεια της πορείας του στις θάλασσες («Jean Laborde», «Μυκήναι», «Ancona», «Eastern Princess») και ταξιδεύουμε από τα ναυπηγεία του 1952 ως το ναυάγιο του 1991. Ο συγγραφέας αποπειράται να βρει «την ανθρώπινη οπτική κάτω από μια ασύλληπτα τραγική συνθήκη» κι όχι να αποδώσει δικαιοσύνη ούτε να διερευνήσει τις πράξεις του πληρώματος. «Όποιου την αλήθεια κι αν επιλέξω να αφηγηθώ, θα καταλήξω να αφηγούμαι το ψέμα κάποιου άλλου» (σελ. 364), παραδέχεται. Ταυτόχρονα, η οικογένεια του συγγραφέα επηρεάζεται από τη δουλειά του πατέρα ως ναυτικού και δημιουργούνται στις μεταξύ τους σχέσεις ποικίλα προβλήματα, που διογκώνονται όσο περνάει ο καιρός. Το κείμενο λοιπόν είναι η βιογραφία ενός πλοίου αλλά κι ενός ναυτικού, είναι η ιστορία της εμπορικής ναυτιλίας αλλά και το διηνεκές πρόβλημα των συνεπειών από το ναυτικό επάγγελμα στις οικογένειες των μελών των πληρωμάτων.</p>
<p>Ο Νίκος Καββαδίας φαίνεται να έχει επηρεάσει σημαντικά τον συγγραφέα, που αποδίδεται σε παραστατικές εικόνες και<a href="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2021/11/PSX_20200627_175329-640x853-1.jpg"><img loading="lazy" decoding="async" class="alignright wp-image-12450 " src="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2021/11/PSX_20200627_175329-640x853-1.jpg" alt="" width="361" height="481" srcset="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2021/11/PSX_20200627_175329-640x853-1.jpg 640w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2021/11/PSX_20200627_175329-640x853-1-225x300.jpg 225w" sizes="(max-width: 361px) 100vw, 361px" /></a> αξέχαστες μεταφορές και παρομοιώσεις, χαράζοντας ένα καθαρά προσωπικό στυλ γραφής, επηρεασμένο από σημαντικούς λογοτέχνες της θάλασσας: «Γι’ αυτό προτιμούσε τη νύχτα, όταν κυνηγοί και κυνηγημένοι ήταν σε λήθαργο και οι ζωές έτριζαν απαλά αντί να ουρλιάζουν» (σελ. 134). Η ναυτοσύνη είναι ουσιαστικά «Η μοναξιά της λαμαρίνας» και γι’ αυτό: «Δεν έχει ημίμετρα η λαμαρίνα. Ή τη μισείς και σε μισεί και εκείνη και σε φτύνει στο πρώτο λιμάνι που θα βρει, ή την ερωτεύεσαι και μένεις πάνω της μια ζωή» (σελ. 247). Το μυθιστόρημα είναι ένας φόρος τιμής για όλους αυτούς τους ανθρώπους «…τι άφησαν μέσα στους αρμούς του βαποριού και πόση σκουριά τους πότισε κι εκείνο μέσα στην ψυχή τους» (σελ. 500); Μέσα σε μία και μόνη φράση παρατίθεται η μεγάλη διαφορά στεριάς και νερού: «-Και στον ωκεανό πεθαίνει κόσμος, μάστορα. -Όχι, πασά μου. Στον ωκεανό χάνεσαι. Εδώ έξω πεθαίνεις» (σελ. 501). Ο καμαρότος, ο λοστρόμος, ο αρχιμάγειρας, ο αξιωματικός: «Μπροστά δε βλέπει αλλά δεν τον νοιάζει πλέον να κοιτά τι έρχεται, για πού τραβάει, παρά μονάχα τι πίσω του μακραίνει» (σελ. 187). Κι όσο κι αν προσπάθησα να μη συγκινηθώ διαβάζοντας κάποια αποσπάσματα, εδώ δάκρυσα: «Έμαθε να ζει τη σπασμένη ζωή. Ένα κομμάτι εδώ, ένα αργότερα. Πάσχιζε να τα βάλει στη σειρά, ήταν πια πολλά. Δεν κολλούσαν. Δεν έβγαζαν νόημα. Η πραγματικότητα των λίγων μηνών που περνούσε μαζί τους γινόταν ανάμνηση τους πολλούς μήνες που περνούσε πάνω στο βαπόρι» (σελ. 191).</p>
<p>Η ιστορία ξεκινάει με έναν έξυπνο παραλληλισμό: ο γιος ενός μέλους του πληρώματος ζει το δικό του νωχελικό καλοκαίρι στην Κέρκυρα και παίζει με τα στρατιωτάκια του, βυθίζοντας τη βάρκα τους σε μια στέρνα, τη στιγμή που στις ειδήσεις ανακοινώνεται το ναυάγιο του πλοίου. Σταδιακά βλέπουμε πώς αποχαιρέτησαν τον πατέρα τους και σύζυγο, Παναγιώτη, τα μέλη της οικογένειάς του στον Πειραιά πριν το μοιραίο ταξίδι, πώς εντυπωσιάστηκε ο μικρός από το μέγεθος του πλοίου, πώς νιώθει το βάρος της ευθύνης ως ο άντρας του σπιτιού κατά τη διάρκεια της απουσίας του πατέρα. Η ωριμότητα της στιγμής έρχεται σε σύγκρουση με τη σφοδρή επιθυμία του παιδιού να κυβερνούν σάιμποργκ τα πλοία ώστε οι πατεράδες να πηγαίνουν απερίσπαστοι τα παιδιά τους σχολείο και οι γυναίκες να μη θρηνούν αν χαθούν οι άντρες τους στα ναυάγια. Την ίδια στιγμή, ο Παναγιώτης θέλει να μείνει για πάντα κοντά τους έχοντας ένα κακό προαίσθημα.</p>
<p>Το παιδί τελικά, όσο περνάει ο χρόνος, επηρεάζεται από την απουσία του, είναι ατίθασο, ανήσυχο, προβληματίζει τη μητέρα του. «Για να σταματήσεις να είσαι παιδί, πρέπει να έρθει ένας φονιάς, ένας ξένος, μία απρόσωπη ή αναπάντεχη συνθήκη και με παγωμένο βλέμμα να σκοτώσει κάτι μέσα σου παιδικά αθώο. Τον αναίτιο θυμό, το ανυποχώρητο πείσμα ή ένα αφελές ψέμα. Μεγαλώνεις όταν μέσα σου κάτι καταλήξει νεκρό» (σελ. 485). Και τελικά: «Ήταν τόσο απαράλλαχτη η συμπεριφορά του [πατέρα] σε αυτές τις ελάχιστες γιορτές και τόσο μεγάλος ο πόθος μου να είναι περισσότερες, που εκ των υστέρων τον τοποθέτησα σχεδόν σε όλες τις μεγάλες στιγμές που περνούν στην αφάνεια του χρόνου. Τον έκοψα από τις δύο-τρεις αναμνήσεις που είχα και τον κόλλησα σε όλες τις υπόλοιπες… Μόνο που, έτσι όπως τον έκοβα από τα λίγα και τον κολλούσα στα πολλά, χωρίς να έχω συναίσθηση της παρεμβατικότητάς μου, κάθε φορά άλλαζα και λίγο από την υφή του…» (σελ. 276-277). Και στην εφηβεία, ήρθε η ώρα: «-Μεγάλωσες πολύ. -Έλειψες πολύ. -Δεν το διάλεξα. -Μα δεν το άλλαξες κιόλας. -Δεν ήξερα πώς» (σελ. 338).</p>
<p><a href="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2021/11/Oceanos__-_Piraeus_1986.jpg"><img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-12451 " src="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2021/11/Oceanos__-_Piraeus_1986.jpg" alt="" width="555" height="380" srcset="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2021/11/Oceanos__-_Piraeus_1986.jpg 1200w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2021/11/Oceanos__-_Piraeus_1986-300x205.jpg 300w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2021/11/Oceanos__-_Piraeus_1986-1024x700.jpg 1024w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2021/11/Oceanos__-_Piraeus_1986-768x525.jpg 768w" sizes="(max-width: 555px) 100vw, 555px" /></a>Η ιστορία της οικογένειας Κατράκη με διαρκή πρωθύστερα μας ταξιδεύει στο παρελθόν για να γνωρίσουμε καλύτερα τον τόπο γέννησης (Φαρακλό Λακωνίας, 1951) και τις συνθήκες διαβίωσης του πατέρα, να μάθουμε πώς γνωρίστηκε με τη γυναίκα της ζωής του, πώς και γιατί επέλεξε το επάγγελμα του ναυτικού, πόσα προβλήματα έφερε αυτή η επιλογή στην καθημερινότητα και την ψυχολογία όλων τους. Ο Παναγιώτης Κατράκης μεγαλώνει σε απόλυτη φτώχεια, σ’ ένα μέρος που ζει από τη γη μα κυρίως από τη θάλασσα. Εκείνη την περίοδο πουθενά δεν υπήρχε χαΐρι, μόνο στον ωκεανό ή στην Αμέρικα. Λυρισμοί, ρεαλισμός, συγκίνηση, εξαίρετη καταγραφή της καθημερινότητας και των αντιλήψεων των Μανιατών εκείνης της περιόδου, με υπέροχες λέξεις και προσεγμένους διαλόγους, είναι τα θετικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συναντάμε εδώ αλλά και στο υπόλοιπο βιβλίο: «…άρχισε να τις μετράει διαφορετικά τις εποχές, όχι ανάλογα με τον καιρό, αλλά ανάλογα με τι πότε δένουν τα καράβια κάβους και πότε λύνουν οι γυναίκες τις επιθυμίες» (σελ. 123). Ο πατέρας του συγγραφέα μεγαλώνει σ’ ένα περιβάλλον που εκβιάζει την παιδικότητά του: «Έμεινε μόνος να σκοτώνει το παιδί και να φτιάχνει τον άντρα που έπρεπε να γίνει, χωρίς να μπορεί να μιλήσει σε άνθρωπο γι’ αυτό το άγριο φονικό» (σελ. 123).</p>
<p>Η ιστορία φτάνει κι ως τις μέρες μας, αρκετά χρόνια μετά το ναυάγιο, όπου όλοι τους έρχονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες των επιλογών τους ή των υποχρεώσεών τους και οι ευαίσθητες και εύθραυστες οικογενειακές ισορροπίες αλλάζουν και ο γιος έρχεται οριστικά αντιμέτωπος με τον πατέρα, ο οποίος επιπλέον βιώνει μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του, κάτι που απευχόταν αλλά τελικά του χτύπησε την πόρτα. Μικρά, σύντομα και περιεκτικά κεφάλαια με σαφή χρονολογικό και τοπογραφικό προσδιορισμό ως επικεφαλίδα, μετρημένα με την ένδειξη «μέτρα» και όχι «κεφάλαια», λες και ξεκουκίζουμε τον χρόνο, θέλοντας να αποφύγουμε το ναυάγιο ή, ακόμη χειρότερα, την τελική ενδοοικογενειακή σύγκρουση, ζωντανεύουν ταυτόχρονα και εμβόλιμα την ιστορία του πλοίου στις διάφορες φάσεις του πλου και μας συστήνουν τα περισσότερα από τα μέλη του εκάστοτε πληρώματος, όλοι αναπόσπαστα κομμάτια μιας τραγικής ιστορίας που ξεδιπλώνεται με άφθαστο ρεαλισμό και καλοδουλεμένη λυρικότητα. «Είναι μόνοι. Άνθρωποι, θάλασσα και χρόνος» (σελ. 82).</p>
<p>Ο ναυτικός που επιστρέφει στην ερωμένη του, που ερωτεύεται μια πόρνη ή που γυρίζει στην οικογένειά του με το άγχος να μη ριζώσει στον τόπο του, εξ ου και λοξοκοιτάει τη θάλασσα, ο φόβος απέναντι στον καιρό και τι ζευγάρι θα κάνει με τη θάλασσα, ο αξιωματικός που περιμένει παράσημα και εύκολο καιρό αλλά στο πρώτο ταξίδι χάνει «τη θάλασσα κάτω από τα πόδια του», γυναίκες και παιδιά που μεγαλώνουν μόνοι, εφοπλιστές που κάνουν γνωστή την Ελλάδα στα πέρατα του κόσμου συγκροτώντας έναν σημαντικό στόλο και ταυτόχρονα τρέμουν τα ναυάγια ή άλλες οικονομικές καταστροφές που μπορεί να υλοποιηθούν κυριολεκτικά μέσα σε μία και μόνο στιγμή, όλα τους ζωντανεύουν μέσα από μικρά κεφάλαια που φαίνονται σαν αυτοτελή διηγήματα κι όμως είναι οι κρίκοι μιας από τις πιο δυνατές και υπέροχες ιστορίες που έχω διαβάσει ως τώρα. Ζωηράδα, ενάργεια, λυρισμός συγκροτούν το πολύπλευρο αυτό μυθιστόρημα, καλύπτοντας τα πάντα από τη ζωή του ναυτικού σε στεριά και θάλασσα, από την καθημερινότητα της οικογένειας που τον περιμένει, από τις ελπίδες της ερωμένης που τον προσδοκά, από την κοινότητα που τον αποχαιρετά και τη μικρότερη κοινότητα που τον καλοδέχεται, από το δέσιμο και την απαραίτητη αυστηρότητα μέσα στο πλοίο, όλα εδώ, εναργή και παλλόμενα.</p>
<p><a href="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2021/11/images.jpg"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-12452 alignright" src="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2021/11/images.jpg" alt="" width="400" height="292" /></a>Ο »Ωκεανός» γεννήθηκε το 1953 στο Μπορντώ και η ιστορία του ξεκινάει μ’ έναν ναυπηγό που αγωνίζεται να μην ερωτευτεί τη Ζασμίν της Τετάρτης, την όμορφη, γλυκιά πόρνη, και αφοσιώνεται στη δουλειά του πάνω στο πλοίο που κατασκευάζεται στο <em>Forges</em> <em>et</em> <em>Chantiers</em>. Ακολουθούν κι άλλα εξίσου συναρπαστικά γεγονότα που ζωντανεύουν τις μεταμορφώσεις του πλοίου ως το 1980 όπου το καράβι πλέον είναι κρουαζιερόπλοιο και χάρη σ’ έναν Έλληνα σερβιτόρο περπατάμε ξανά στα πολλά και διαφορετικά καταστρώματα, τα οποία αυτήν τη φορά είναι γεμάτα ατραξιόν και ανέσεις που απαιτούνται στην πορεία ενός τέτοιου ταξιδιού. Οι περιγραφές του πλοίου σε όλες τις φάσεις της ζωής του δεν είναι καθόλου κουραστικές, αντίθετα, συγκροτούν ένα συναρπαστικό φόντο της ιστορίας και τονίζουν την τραγική ειρωνεία πως όλα αυτά θα χαθούν για πάντα στον βυθό της θάλασσας. Αυτές οι στιγμές έρχονται σταδιακά, κεφάλαιο προς κεφάλαιο, πότε με σημάδια, πότε με προαισθήματα από το προσωπικό κι έτσι φτάνουμε στη μοιραία στιγμή που κανείς δεν περίμενε κι όλοι ξορκίζανε. Αποφάσεις, προβλέψεις, σιγουριά, εγωισμός, αδιαφορία, υπέρμετρη φιλοδοξία με αποτέλεσμα 573 άνθρωποι να βγουν από το λιμάνι του East London της Αφρικής κατευθείαν μέσα στη θύελλα.</p>
<p>Το μυθιστόρημα «Ωκεανός» είναι ένα εξαίρετο δείγμα λογοτεχνικότητας και γραφής και ταυτόχρονα μια προσωπική πάλη του συγγραφέα με τις προσωπικές του αναμνήσεις από ένα περιβάλλον χωρίς κατά βάση πατέρα και με δύσκολες συνθήκες ωρίμανσης και μεγαλώματος. Αγωνίστηκε σκληρά για να αποστασιοποιηθεί από τα προσωπικά του συναισθήματα αλλά και για να καταγράψει ακριβοδίκαια τις συνθήκες και τα γεγονότα του ναυαγίου, με πραγματικά πρόσωπα της ναυτιλιακής (Κώστας Ευθυμιάδης, Παντελής Σφηνιάς κ. ά.) και όχι μόνο ιστορίας και προσωπικές μαρτυρίες και πρακτικά της δίκης να παρεμβάλλονται στο κείμενο, δημιουργώντας ένα πολυπρισματικό παζλ που καταγράφει σωστά το ναυάγιο και γλυκόπικρα την καθημερινότητα μιας ναυτικής οικογένειας. Υποσημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, κομψή σελιδοποίηση και μικρά εύπεπτα κεφάλαια βοηθάνε αρκετά στην ανάγνωση και στην αναβίωση της ατμόσφαιρας και των συνθηκών, κρίμα μόνο που το βιβλίο βρίθει τυπογραφικών σφαλμάτων και δεν έχει τη φιλολογική επιμέλεια που του αξίζει. Ναύτες και πλοία, μια σφιχτοδεμένη μικρή κοινωνία που ζει παράλληλα με την πραγματική, αυτήν που περιμένει πίσω στη στεριά γεμάτη φόβο και αγωνία για τις τύχες των ανθρώπων τους. Αυτό το βιβλίο είναι η ζωή τους.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.vivliokritikes.com/%cf%89%ce%ba%ce%b5%ce%b1%ce%bd%cf%8c%cf%82-%ce%bc%ce%b9%cf%87%ce%ac%ce%bb%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές», της Τέσυς Μπάιλα, εκδ. Ψυχογιός</title>
		<link>https://www.vivliokritikes.com/%cf%84%ce%b9%cf%82-%ce%bd%cf%8d%cf%87%cf%84%ce%b5%cf%82-%ce%ad%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b6%ce%b5-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2584%25ce%25b9%25cf%2582-%25ce%25bd%25cf%258d%25cf%2587%25cf%2584%25ce%25b5%25cf%2582-%25ce%25ad%25cf%2580%25ce%25b1%25ce%25b9%25ce%25b6%25ce%25b5-%25cf%2584%25ce%25ad%25cf%2583%25cf%2585-%25ce%25bc%25cf%2580%25ce%25ac%25ce%25b9%25ce%25bb%25ce%25b1</link>
					<comments>https://www.vivliokritikes.com/%cf%84%ce%b9%cf%82-%ce%bd%cf%8d%cf%87%cf%84%ce%b5%cf%82-%ce%ad%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b6%ce%b5-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Πάνος Τουρλής]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 03 Feb 2020 20:34:40 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κοινωνικό μυθιστόρημα]]></category>
		<category><![CDATA[2019]]></category>
		<category><![CDATA[Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος]]></category>
		<category><![CDATA[Αθήνα]]></category>
		<category><![CDATA[Εθνικός Διχασμός]]></category>
		<category><![CDATA[Ζωγραφική]]></category>
		<category><![CDATA[Ηράκλειο]]></category>
		<category><![CDATA[Κρήτη]]></category>
		<category><![CDATA[Μακεδονικός αγώνας]]></category>
		<category><![CDATA[Πειραιάς]]></category>
		<category><![CDATA[Τέσυ Μπάιλα]]></category>
		<category><![CDATA[Ψυχογιός]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.vivliokritikes.com/?p=3155</guid>

					<description><![CDATA[Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές. Αποτύπωνε στον καμβά του τη ζωή, τον πόλεμο, τις μάχες, τη φλόγα, μα πάνω απ’ όλα εκείνη! Γεννήθηκε την ημέρα της σφαγής στο Ηράκλειο το 1898, οδηγώντας τη μάνα του στον θάνατο και τον πατέρα του στην απόγνωση. Μεγάλωσε, πάλεψε με τον φόβο, πίστεψε στα όνειρά του. Έγινε ζωγράφος, [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές. Αποτύπωνε στον καμβά του τη ζωή, τον πόλεμο, τις μάχες, τη φλόγα, μα πάνω απ’ όλα εκείνη! Γεννήθηκε την ημέρα της σφαγής στο Ηράκλειο το 1898, οδηγώντας τη μάνα του στον θάνατο και τον πατέρα του στην απόγνωση. Μεγάλωσε, πάλεψε με τον φόβο, πίστεψε στα όνειρά του. Έγινε ζωγράφος, ξέφυγε, σπούδασε. Κι όμως ένα ανομολόγητο μυστικό τον κυνηγά από τότε που πάλεψε στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου κι από τότε που μύρισε τη γυναικεία σάρκα. Είναι ο Ανέστης Σταυρογιαννάκης κι αυτή είναι η ζωή του.<span id="more-3155"></span></p>
<p><em>Βιβλίο <strong><a href="https://www.psichogios.gr/books/tis-nyxtes-epaize-me-tis-skies.html" target="_blank" rel="noopener noreferrer">Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές</a></strong></em><em><br />
Συγγραφέας <a href="http://tbailavaila.blogspot.com/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Τέσυ Μπάιλα</strong></a><strong><br />
</strong>Κατηγορία <a href="http://www.vivliokritikes.com/category/social/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Κοινωνικό μυθιστόρημα </strong></a></em><br />
<em>Εκδότης <a href="https://www.psichogios.gr" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Ψυχογιός</strong></a></em><br />
<em>Συντάκτης:</em> <a href="https://www.facebook.com/vivliokritikes/"><strong><em>Πάνος Τουρλής</em></strong></a></p>
<p>Η Τέσυ Μπάιλα άπλωσε στις σελίδες του νέου της βιβλίου όλα τα καλά υλικά που μάζεψε και κράτησε μέσα της όλα αυτά τα χρόνια που γράφει και διαβάζει και συγκρότησε ένα άρτιο, ξεχωριστό κι εντελώς προσωπικό μυθιστόρημα που με ταξίδεψε από το Ηράκλειο και τα Χανιά των τελών του 19<sup>ου</sup> αιώνα ως τον Πειραιά των αρχών του 20ού, στα χαρακώματα του μακεδονικού μετώπου κι από κει στην Αθήνα και πίσω στην Αμμουδάρα. Ένα δύσκολο ταξίδι από πόλη σε πόλη κι από εμπειρία σε εμπειρία, που αντρειώνει τον πρωταγωνιστή, του συστήνει τα τερτίπια αλλά και τα χαμόγελα της ζωής, τον ωριμάζει, τον τραυματίζει ψυχικά, τον δοκιμάζει, τον κάνει άνθρωπο με σάρκα και οστά, αποκολλώντας τον έτσι από τις άψυχες χάρτινες σελίδες.</p>
<p>Ποικίλα βιώματα, νέοι κάθε τόσο συνταξιδιώτες στο τρένο που λέγεται ζωή, σημεία αναφοράς στα οποία επιστρέφει η σκέψη όταν το επιβάλλει η ανάγκη, ιστορικά γεγονότα που επηρεάζουν όχι μόνο τις εξελίξεις αλλά και τον ψυχισμό των χαρακτήρων. Γενναίος, αυτοδύναμος, στιβαρός, απαιτητικός φέρελπις νέος μετατρέπεται σε πληγωμένο, πονεμένο, αμίλητο, κουρελιασμένο σαρκίο όταν γεύεται του πολέμου το αίμα και της οδύνης το χάδι. Τι του συνέβη; Γιατί χάθηκε το χαμόγελο από τα χείλη; Πώς θα επιστρέψει στη ζωή του, πώς θα συνηθίσει το κυνήγι της σκέψης που δεν παύει να του φέρνει στον νου εκείνη, τη μία και μοναδική, όχι τις άλλες που γνώρισε κι αγάπησε αλλά την ίδια τη φωτιά, τη Γυναίκα;</p>
<p>Η πλοκή είναι απρόβλεπτη και δεν μπόρεσα πουθενά να μαντέψω πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα, τι θα απογίνουν οι <img loading="lazy" decoding="async" class="size-full wp-image-2487 alignright" src="http://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/αρχείο-λήψης-3.jpg" alt="" width="215" height="234" />επιλεγμένοι χαρακτήρες και πώς θα τελειώσει αυτό το υπέροχο οδοιπορικό ψυχής. Μακριά από τις σειρήνες της ευκολίας και τη γλύκα του στερεότυπου, η συγγραφέας πλάθει με τη δική της συνταγή ένα κείμενο μέσα από το οποίο ξεπηδούν χιλιάδες πανανθρώπινα και διαχρονικά μηνύματα: η σημασία της τέχνης για τη διατήρηση της μνήμης και του κάλλους, η δύναμη που πρέπει να έχουμε όλοι ώστε να πιστέψουμε αλλά και να εμπιστευτούμε τα όνειρά μας, το πώς πρέπει να φερθείς στις τύψεις που κουβαλάς και με ποιον τρόπο ν’ αλαφρώσεις απ’ αυτές, μιας και οι συνέπειές τους είναι δυσβάσταχτες για την ψυχική και σωματική υγεία, να ακολουθείς τα όνειρά σου και να ακούς πάντα την καρδιά σου, να μη σταματάς στα εμπόδια και να ζεις τη δική σου αλήθεια, αυτήν που έχουμε όλοι μέσα μας και πάρα πολλά άλλα.</p>
<p>Χάρη στους παραστατικούς διαλόγους και τις συναρπαστικές, σχεδόν κινηματογραφικές σκηνές, έζησα από κοντά όλη τη ζωή του πρωταγωνιστή και με γέμισαν πολλά αντιφατικά συναισθήματα κατά την πορεία του στη ζωή, εμπνευσμένα από τη συμπεριφορά του ίδιου ή των ανθρώπων που συναναστράφηκε όσο μεγάλωνε κι ανακάλυπτε το ταλέντο του και τις δικές του επιθυμίες. Δε θα ξεχάσω όμως ποτέ το πώς απέναντι στην τρέλα και το παράλογο του πολέμου ο Ανέστης πρότασσε τους πίνακές του, ξέφευγε δηλαδή από τη βρώμα και τις κακουχίες σχεδιάζοντας με κάρβουνο ελπίδες, όνειρα και ψυχές. Πόσο πιο τρανταχτό το μήνυμα για την απαραίτητη ύπαρξη της τέχνης στη ζωή μας, ένα καταφύγιο που όλοι χρειαζόμαστε όταν τα πάντα γύρω μας καταρρέουν;</p>
<p>Το μυθιστόρημα ξεκινάει με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός μυστηριώδους άντρα που επιστρέφει στο σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Ανέστης. Η δική του ματιά και οι σκληρές περιγραφές ενός τώρα ερημωμένου σπιτιού με έβαλαν από την αρχή στο κλίμα και το πνεύμα της αφήγησης που θα ακολουθήσει. Δωμάτιο προς δωμάτιο, γωνία με γωνία, σκιαγραφήθηκαν τα πρώτα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικογένειας του ανθρώπου που «έπαιζε με τις σκιές» ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόμουν ποιος είναι αυτός που επέστρεψε στο σπίτι και ανακαλύπτει τους πίνακες του καλλιτέχνη. Ο άντρας αυτός, ποτισμένος από την ιστορία του Ανέστη, κάθεται και την καταγράφει σ’ ένα τετράδιο κι έτσι το βιβλίο από τη δεκαετία του 1970 γυρίζει στο μακρινό 1898, την ημέρα της σφαγής του Ηρακλείου. Ο άγνωστος αφηγητής δεν εμφανίζεται συχνά, αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο να αποσυντονίσει τον αναγνώστη, παρά μόνο τρεις φορές συνολικά, οπότε χάρη σε αυτό το τέχνασμα λύνεται και το εμπόδιο του πώς να αφηγηθείς το πέρασμα τόσων χρόνων χωρίς να κουράσεις τον αναγνώστη. Μέσα από τη ματιά του αγνώστου λοιπόν, τους συλλογισμούς του, την επιθυμία του να αποτυπώσει στο χαρτί τον βίο του σημαντικού αυτού ζωγράφου, φεύγουν σαν πουλιά τα χρόνια που δεν είχαν γεγονότα ν’ αφηγηθούν κι από τον ειδυλλιακό Πειραιά και τα πρώτα βήματα του Ανέστη στο Σχολείο των Τεχνών πέφτουμε απότομα στα χαρακώματα του πολέμου κι όταν πια η ιστορία κοντεύει στο τέλος της κι αχνοφαίνεται το πρώτο δάκρυ, στο τελευταίο κεφάλαιο δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις κι ολοκληρώνεται τρυφερά και συγκινητικά μια πραγματικά δυνατή ιστορία.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="size-medium wp-image-3158 alignleft" src="http://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-3-300x225.jpg" alt="" width="300" height="225" srcset="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-3-300x225.jpg 300w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-3-768x576.jpg 768w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-3-600x450.jpg 600w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-3.jpg 800w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" />Ο Ανέστης λοιπόν, ορφανός από μάνα ήδη από τη γέννησή του, είναι ένα παιδί που μεγαλώνει γεμάτο αγάπη από τον παππού του, Λεωνίδα, και τη θεία του, Λουλουδιά, αλλά ποτίζεται κι από μίσος για τον μέθυσο, σκληρό, αυταρχικό πατέρα του, που θεωρεί το παιδί αιτία να χάσει την αγαπημένη του γυναίκα. Η σφαγή στο Ηράκλειο, η βάναυση δηλαδή επίθεση των Τουρκοκρητικών στους χριστιανούς της πόλης με αφορμή την παράδοση των διοικητικών αρχών σε χέρια επιτέλους ελληνικά, έχει ως αποτέλεσμα να φανεί για λίγο η καλοσυνάτη καρδιά του πατέρα που φέρνει στο σπίτι τη Μυρσίνη, ένα μικρό κορίτσι που έχασε τη λαλιά της όταν είδε τη μάνα της σφαγμένη. Ο Ανέστης μεγάλωσε παρατηρώντας τα μαστορέματα του μαραγκού παππού του, ο οποίος επιπλέον δεν έχανε ευκαιρία να του εξιστορεί τα παθήματα της Κρήτης και γενικότερα της Ελλάδας, που ήταν έρμαιο των νιτερέσων των Μεγάλων Δυνάμεων. Με πόση συγκίνηση και γλαφυρότητα μάλιστα ζωντάνεψε την Επανάσταση του Θέρισου (1905)! Το χρώμα διείσδυσε σταδιακά στη ζωή του Ανέστη. Ο κακότροπος και αψίκορος πατέρας του τον ξυλοφόρτωνε για να μην καταντήσει τεμπέλης ζωγράφος και τσακωνόταν με τους δικούς του για τον αέρα με τον οποίο γέμιζαν τα μυαλά του παιδιού. Την 1<sup>η</sup> Δεκεμβρίου του 1913 εκμεταλλεύτηκε ο Ανέστης τους εορτασμούς της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα για να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι μακριά από την τοξικότητα του πατέρα του και με πόνο ψυχής που άφηνε πίσω του αγαπημένα πρόσωπα.</p>
<p>Από κει και πέρα η ιστορία, το «ματωμένο παραμύθι», έχει πάρα πολλές εκπλήξεις και αναπάντεχα γεγονότα που θα αφήσω τον αναγνώστη να τα ανακαλύψει μόνος του, μιας και το μυθιστόρημα είναι ένα εξαίρετο ψυχογράφημα, που αξίζει κανείς να ταξιδέψει μαζί του με τον δικό του τρόπο και ρυθμό. Θα σταθώ απλώς στον διασκεδαστικό, ελαφρόμυαλο λάτρη του ποδόγυρου, Μικέλε Γκαλιάτζο, απόγονο Ιταλού που παντρεύτηκε Κρητικιά. Είναι ένας αγαπημένος χαρακτήρας γιατί αποτελεί ένα ταιριαστό κοντράστ στην ήρεμη, προσγειωμένη, οργανωμένη ζωή του Ανέστη. Οι περιπέτειές του με τις γυναίκες, οι απόψεις του για τη ζωή, το χαμόγελό του, ακόμη τα είχα στο κεφάλι μου αρκετές ώρες αφού είχα τελειώσει την ανάγνωση. Ένα γλυκό, αισιόδοξο παιδί, αχώριστος φίλος του ζωγράφου, που βουτήχτηκε κι αυτό στη λαίλαπα του πολέμου, πάντα στο πλάι του Ανέστη κι από τότε άλλαξαν τα πάντα. Επίσης μου άρεσε η Χριστίνα, μοντέλο στο Σχολείο των Τεχνών, ανεξάρτητη, δυναμική, χωρίς να σκύβει το κεφάλι, γιατί δεν αποζητούσε έναν άντρα να κουρνιάσει κι ένα σπίτι για να κλειστεί μέσα του όπως τόσες γυναίκες της εποχής, αντίθετα, χάραζε τον δικό της δρόμο και φερόταν ακριβώς σαν τη «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.</p>
<p>Τρία είναι κυρίως τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα  που επηρεάζουν τις εξελίξεις του μυθιστορήματος: το Ηράκλειο του 1898, ο Εθνικός Διχασμός και ο Παγκόσμιος πόλεμος. «Και σε όλη αυτή την πολυεπίπεδη και σύνθετη ιστορική συγκυρία, ένας ζωγράφος προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του και να ζωγραφίσει την ομορφιά του κόσμου, όταν η ομορφιά λιώνει στις φλόγες του πολέμου» (σελ. 268). Δόξα τω Θεώ έχουν αναλυθεί σε χιλιάδες μυθιστορήματα κι έχουν επηρεάσει ουκ ολίγες πλοκές τα ανωτέρω. Εδώ όμως, σε συνδυασμό με την τόλμη της Τέσυς Μπάιλα να καταγράφει με αφοπλιστική απλότητα αυτά που θέλει να χαρίσει στον αναγνώστη και την απαξίωσή της να βρει σχοινοτενείς συνδέσεις βαρετών γεγονότων, εδώ λοιπόν η Ιστορία συμβαίνει, γίνεται κι οι ήρωες αλλάζουν ρότα, δε ζουν δηλαδή αυτές τις εξελίξεις, αν εξαιρέσεις τα γεγονότα στο μέτωπο του Πολέμου, απλώς ο απόηχός τους φτάνει ως την πόρτα τους και τους ωθεί να κάνουν κάτι άλλο απ’ ό,τι σχεδιάζανε, γάμο, σπουδές, ταξίδι κλπ.</p>
<p>Πόσες φορές έχω συναντήσει κείμενα γεμάτα αγωνία να ενώσουν τον κενό χρόνο μεταξύ των βασικών γεγονότων της πλοκής, <img loading="lazy" decoding="async" class="size-medium wp-image-3159 alignright" src="http://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/73693_165753780111800_6031265_n-1-300x180.jpg" alt="" width="300" height="180" srcset="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/73693_165753780111800_6031265_n-1-300x180.jpg 300w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/73693_165753780111800_6031265_n-1-768x461.jpg 768w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/73693_165753780111800_6031265_n-1-600x360.jpg 600w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/73693_165753780111800_6031265_n-1.jpg 900w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" />με αποτέλεσμα μια «κοιλιά» που επηρεάζει το σφίξιμο της δράσης και των εξελίξεων και συνεπώς μια αχρείαστη χαλάρωση! Αυτά δεν έχουν θέση στο έργο ενός πεπειραμένου συγγραφέα. «Ξέρω τι θέλω να πω και πού να το τοποθετήσω», είναι σα να σκέφτεται η Τέσυ Μπάιλα. Έτσι, δεν έπαψα στιγμή να αναρωτιέμαι για τη συνέχεια της πλοκής, δε σταμάτησα να πέφτω από τα ψηλά στα χαμηλά και πότε ν’ απολαμβάνω τις γιορτές και τους ζωγραφικούς πίνακες ή να κρυφοκοιτάω τα ερωτικά παιχνίδια του Μικέλε και του Ανέστη και πότε να κλείνω τα μάτια μπροστά στη φρίκη του χυμένου αίματος και των αναίτιων ακροτήτων κι όλα αυτά συντροφιά με τη γλαφυρότητα, τη δυνατή παραστατικότητα και τη ρεαλιστική απεικόνιση που μου χάρισε η δοκιμασμένη γραφή. Αν δεν είναι αρκετά τα ανωτέρω για να προεξοφλήσουν τη συμπάθεια ενός υποψήφιου αναγνώστη, σκεφτείτε πως σε αρκετές περιπτώσεις η δράση σταματάει σε καίριο σημείο για να συνεχιστεί αργότερα, μέσα από την αφήγηση αυτοπτών μαρτύρων που ζουν κάποια χρόνια αργότερα από εκείνη τη στιγμή. Σφιχτοί δεσμοί, πρωθύστερο, ρεαλισμός και λυρικότητα, όλα εξυπηρετούν μια δυνατή ιστορία που γίνεται ακόμη καλύτερη!</p>
<p>Το μόνο που με ξένισε ήταν η επιμονή της συγγραφέως να καταγράψει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τις απάνθρωπες ακρότητες της σφαγής στο Ηράκλειο και τις δυσκολίες στο μέτωπο του Πολέμου. Βιασμοί, ωμές περιγραφές χυμένων εντοσθίων, αιματοκυλισμένα κρανία που τσιμπολογάγανε τα σκυλιά, τσαλαπατήματα και ακρωτηριασμοί επέστρεψαν δριμύτερα ως περιγραφές στο μέτωπο, όπου έχουμε περιγραφές κομμένων άκρων, αιμοπτύσεις φυματικών, σουβλίσματα αρουραίων και πολλά άλλα. Καταλαβαίνω πως ο πόλεμος δεν είναι «απογευματινό τέιον», πιστεύω όμως πως θα μπορούσαν να παραλειφθούν αρκετές δευτερεύουσες σκηνές, χωρίς να χαθεί αυτό το δύσοσμο, δυσοίωνο περιβάλλον που θέλει η Τέσυ Μπάιλα να αντιδιαστείλει με τις αρετές της ζωγραφικής, το φως του έρωτα και τη γιορτή της φύσης, με τις χιλιάδες εναλλαγές της.</p>
<p>Και τι όμορφα κι απλόχερα που σκορπίζει τις λέξεις που έπλασε, ανακάλυψε ή προσάρμοσε στις ανάγκες της και τις κάλεσε κοντά της να τη συντροφέψουν σε αυτό το όμορφο βιβλίο! Ο ουρανός, η θάλασσα, τα βράχια, η φύση όλη, προσωποποιούνται και τους αποδίδονται ανθρώπινα χαρακτηριστικά, δημιουργώντας υψηλής αισθητικής μεταφορές και παρομοιώσεις! Παραδείγματα σαν αυτά: «Η μοναξιά είναι πάντοτε δύσκολη όταν θυμάσαι το χαμόγελο της ζωής» (σελ. 16) ή «Εισχωρούσε από παντού στο σώμα της ημέρας, σαν μαχαίρι χωμένο βαθιά σε εύσαρκο φρούτο» (σελ. 18) είναι ολοζώντανες πινελιές σ’ έναν καμβά που αποκτά αργά και σταδιακά μορφή, χρώμα και σχήμα.</p>
<p>Η Τέσυ Μπάιλα ωσαύτως είναι μια ασταμάτητη και ακούραστη φωτογραφική μηχανή, που αποτυπώνει στο φιλμ του λεξιλογίου της κάθε εικόνα που προσέχει για να της δώσει ένα πρωτόγνωρο φως: «Ο ήχος της θάλασσας δε μοιάζει με κανέναν. Ούτε με εκείνον των ανέμων στους κατηφορικούς ελαιώνες, ούτε με τον άλλον της άδειας εκκλησιάς, ούτε με τον ήχο της μοναξιάς στο άδειο σπίτι. Στο ακρογιάλι ο ήχος είναι κρυστάλλινος, ρυθμικά επαναλαμβανόμενος. Σπάει πάνω στα βράχια με την ορμή του αγέρα και τα κύματα φέρνουν με γρήγορες, βίαιες ανάσες τη μυρωδιά του» (σελ. 182). Επίσης, προς τιμήν της, η συγγραφέας, την εμπειρία που έχει τρυγήσει πετώντας τόσα χρόνια στους λογοτεχνικούς λειμώνες, την παραδίνει με χαρά μέσα από στοχαστικές φράσεις και σημαντικές διαχρονικές αλήθειες, χωρίς να δείχνει απόμακρη ή δυσπρόσιτη, αντίθετα, αγκαλιάζει με αγάπη τους ήρωές της εξίσου με τους αναγνώστες της και θέλει να φροντίσει για όλους, γι’ αυτό καλοδέχτηκα με χαρά χωρία όπως αυτό:</p>
<p>«Αν θες να ζωγραφίσεις ετούτο τον κόσμο, πρέπει να τον γνωρίσεις. Οι ζωγραφιές σου πρέπει να έχουν αίμα μέσα τους και το αίμα να ρέει καυτό πάνω στα χέρια σου… Αν δεν περάσεις από την κόλαση τούτου του κόσμου και δεν αγγίξεις με τα χέρια σου τα καζάνια της, παράδεισο δε φτιάχνεις. Πάει και τέλειωσε. Κι αν θαρρείς ότι τον έφτιαξες, γελασμένος θα είσαι. Μισός θα είναι και δε θα το λογίζεις. Μόνο σαν τον νιώσεις στο δικό σου το πετσί, τότε θα τον ζωγραφίσεις έτσι που να μιλά στον κόσμο» (σελ. 188).</p>
<p>Ακόμη κι αυτό:</p>
<p>«Κι έτσι η ζωή, ανελέητη για όλα όσα άφηνε πίσω της, για όλα όσα είχε συνθλίψει στο πέρασμά της, θα τραβούσε τον δρόμο της προσπερνώντας τις απώλειες. Με τεράστιες, αλματώδεις δρασκελιές. Όπως ακριβώς έκανε πάντα» (σελ. 321).</p>
<p>Επιπλέον, η ντοπιολαλιά στους διαλόγους, με το πλούσιο κρητικό λεξιλόγιο, δίνει ζωντάνια και ρεαλισμό. Πόσο όμορφα αντιδιαστέλλεται αυτό το ιδίωμα με τη δημώδη ελληνική, ειδικά όταν ο Ανέστης συναντά ξανά τους ανθρώπους του παρελθόντος του όμως η αποδημία του έχει σβήσει από το λαρύγγι του αυτά τα ηχοχρώματα!</p>
<p>«Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» και δημιουργούσε κόσμους φανταστικούς που αποτύπωνε στο χαρτί. Σκιά τεράστια όμως είναι κι ο φόβος και «μοναχά όταν περπατήσει κανείς καταπάνω της μπορεί να τη δει να μικραίνει και τελικά να σβήνει» (σελ. 132). Έτσι αυτά τα δυο τελικά ενώνονται και σχηματίζουν τον τίτλο: «Τις νύχτες παίζω με τις σκιές των φόβων μου, για να τους ξεπεράσω» (σελ. 279). Είναι ένα μυθιστόρημα χρωμάτων και σκότους, πινέλου και φαλτσέτας, προδοσίας και αγάπης, ποτισμένο από το κόκκινο του αίματος και το ρόδινο του έρωτα. Παραστατικές σκηνές, τρισδιάστατοι χαρακτήρες, συναρπαστικές εξελίξεις, ανομολόγητα μυστικά και ενοχές, όλα κρυμμένα πίσω από τον πίνακα του Κλωντ Μονέ που κοσμεί το εξώφυλλο, περιμένουν τον αναγνώστη να τα ανακαλύψει.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.vivliokritikes.com/%cf%84%ce%b9%cf%82-%ce%bd%cf%8d%cf%87%cf%84%ce%b5%cf%82-%ce%ad%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b6%ce%b5-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Άγριες θάλασσες», της Τέσυς Μπάιλα, εκδ. Ψυχογιός</title>
		<link>https://www.vivliokritikes.com/%ce%ac%ce%b3%cf%81%ce%b9%ce%b5%cf%82-%ce%b8%ce%ac%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%82-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25ac%25ce%25b3%25cf%2581%25ce%25b9%25ce%25b5%25cf%2582-%25ce%25b8%25ce%25ac%25ce%25bb%25ce%25b1%25cf%2583%25cf%2583%25ce%25b5%25cf%2582-%25cf%2584%25ce%25ad%25cf%2583%25cf%2585-%25ce%25bc%25cf%2580%25ce%25ac%25ce%25b9%25ce%25bb%25ce%25b1</link>
					<comments>https://www.vivliokritikes.com/%ce%ac%ce%b3%cf%81%ce%b9%ce%b5%cf%82-%ce%b8%ce%ac%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%82-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Πάνος Τουρλής]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 03 Feb 2020 20:23:26 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ιστορικό μυθιστόρημα]]></category>
		<category><![CDATA[2016]]></category>
		<category><![CDATA[Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος]]></category>
		<category><![CDATA[Εθνική Αντίσταση]]></category>
		<category><![CDATA[Θάλασσα]]></category>
		<category><![CDATA[Κατοχή]]></category>
		<category><![CDATA[Μέση Ανατολή]]></category>
		<category><![CDATA[Ναυτικοί]]></category>
		<category><![CDATA[Σάμος]]></category>
		<category><![CDATA[Τέσυ Μπάιλα]]></category>
		<category><![CDATA[Ψυχογιός]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.vivliokritikes.com/?p=3147</guid>

					<description><![CDATA[Άγριες θάλασσες μα και καλόπλοες, άξενες και δεκτικές περιμένουν να υποδεχτούν τον αναγνώστη. Σκοτεινές και λαμπερές, με μυστικά και εγωισμό. Να τυλίγουν πότε με την ευεργετική γαλήνη τους το σκαρί της «Ευαγγελίστριας» και πότε να το ανασηκώνουν ψηλά, λες και θέλουν να το φτάσουν στον Θεό και να Του πουν: «Να, δες, η ναυτοσύνη βγάζει [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Άγριες θάλασσες μα και καλόπλοες, άξενες και δεκτικές περιμένουν να υποδεχτούν τον αναγνώστη. Σκοτεινές και λαμπερές, με μυστικά και εγωισμό. Να τυλίγουν πότε με την ευεργετική γαλήνη τους το σκαρί της «Ευαγγελίστριας» και πότε να το ανασηκώνουν ψηλά, λες και θέλουν να το φτάσουν στον Θεό και να Του πουν: «Να, δες, η ναυτοσύνη βγάζει ήρωες σε δύσκολους καιρούς». Η κυρία Μπάιλα αφήνει στην άκρη τα κεντίδια και τις λιγωτικές μυρωδιές της κουζίνας, βγαίνει από τον γυναικείο ψυχισμό που έστησε στο «Μυστικό ήταν η ζάχαρη» για να παίξει ξανά μετά το «Ουίσκι μπλε» με τα κουπιά και τις λαγουδέρες, να ξεψαρίσει νέες ιστορίες και να μπαλώσει τις οφειλές του παρελθόντος. Οι «Άγριες θάλασσες» είναι ένα τελείως διαφορετικό κείμενο, εξίσου αριστοτεχνικό και καλογραμμένο, όμως με ένα διαφορετικό ύφος και στυλ που μου έδειξε ότι δεν είναι τυχαία λογοτέχνις η συγγραφεύς.<span id="more-3147"></span></p>
<p><em>Βιβλίο <strong><a href="https://www.psichogios.gr/books/agries-thalasses.html" target="_blank" rel="noopener noreferrer">Άγριες θάλασσες</a></strong></em><em><br />
Συγγραφέας <a href="http://tbailavaila.blogspot.com/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Τέσυ Μπάιλα</strong></a><strong><br />
</strong>Κατηγορία <a href="http://www.vivliokritikes.com/category/history/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Ιστορικό μυθιστόρημα </strong></a></em><br />
<em>Εκδότης <a href="https://www.psichogios.gr" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Ψυχογιός</strong></a></em><br />
<em>Συντάκτης:</em> <a href="https://www.facebook.com/vivliokritikes/"><strong><em>Πάνος Τουρλής</em></strong></a></p>
<p>Ο Μιλτιάδης Χούμας γεννήθηκε στη Σάμο το 1913 και πέθανε στον Πειραιά το 1989. Έθεσε το καΐκι του, την «Ευαγγελίστρια», στη διάθεση των Συμμαχικών Δυνάμεων και βοηθούσε να φυγαδεύονται στη Μέση Ανατολή σημαντικές προσωπικότητες της ένοπλης αντίστασης και πολύτιμοι αιχμάλωτοι πολέμου. Μία από τις μεγαλύτερες ανδραγαθίες του ήταν η διάσωση του μοναδικού επιζώντα από τη βύθιση του υποβρυχίου «Περσεύς» John Capes, που είχε καταφύγει στην Κεφαλλονιά. Σημαντική  προσωπικότητα της Εθνικής Αντίστασης, τιμήθηκε με τα μεγαλύτερα παράσημα ανδραγαθίας από Ελλάδα και Αγγλία και όταν όλα τελείωσαν αποσύρθηκε στη βιοπάλη του, χωρίς να πει σε κανένα κουβέντα για όσα είδε και έζησε.</p>
<p>Αυτόν τον ήρωα λοιπόν διάλεξε να μας παρουσιάσει η συγγραφέας στο νέο της μυθιστόρημα. Και ετοίμασε ένα κείμενο <img loading="lazy" decoding="async" class="size-full wp-image-2487 alignright" src="http://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/αρχείο-λήψης-3.jpg" alt="" width="215" height="234" />υπέροχο, στρωτό, καλογραμμένο, γεμάτο περιστατικά και δράσεις από τον πιο αιματηρό πόλεμο της ανθρωπότητας. Εκτελέσεις, σφαγές, παγίδες, νάρκες, Εθνική Αντίσταση, φυγαδεύσεις, συλλήψεις, πείνα, όλες οι δύσκολες στιγμές της φρικτής δεκαετίας του 1940 ποτίζουν τις σελίδες του μυθιστορήματος. Με δεξιοτεχνία η κυρία Μπάιλα παρ’ όλ’ αυτά στολίζει αυτόν τον μαύρο καμβά με ζωηρές πινελιές, τις μυρωδάτες της γλυκιάς καθημερινότητας, τις κόκκινες του συνεσταλμένου έρωτα, τις  ανάλαφρες του παιδικού γέλιου. Γιατί υπήρξαν δύσκολες στιγμές για τον ελληνικό και όχι μόνο πληθυσμό, όμως η ζωή συνεχίζεται και ο έρωτας γράφει ακατάπαυστα στο τεφτέρι του. Εναλλάσσονται λοιπόν αρμονικά τα ανδραγαθήματα του Μιλτιάδη Χούμα και οι αγωνίες και οι δυσκολίες με το βέλος του πρώτου έρωτα, το νοικοκυριό που κρατά μια γυναίκα που περιμένει χτύπημα στην πόρτα τους με την ελπίδα να γύρισε ο άντρας της, την ήδιστη γεύση που αφήνει το κερασμένο χειροποίητο γλυκό.</p>
<p>Το μυθιστόρημα περιγράφει με γλαφυρότητα τη ζωή του μεγάλου αυτού Σάμιου αγωνιστή και χρησιμοποιώντας πρωθύστερα και τις εναλλακτικές εικόνες που ανέφερα πιο πριν καταφέρνει να κρατήσει τον αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος. Η αυστηρή, δωρική αφήγηση των περιπετειών του Χούμα έχει ταιριάξει άψογα με τη λυρικότητα της πένας της κυρίας Μπάιλα, αν και αισθάνθηκα ότι το μέγεθος της προσωπικότητας του πρωταγωνιστή και το ότι έχουμε να κάνουμε με ζωντανό άνθρωπο, άρα δεν αφηνόμαστε σε εκτεταμένη μυθοπλασία ή διαφορετική τροπή της πλοκής, τη συγκράτησε σε αρκετό βαθμό. Απέδωσε όμως στο μέγιστο τα συναισθήματα που δημιουργούν τα γεγονότα από μόνα τους και περνάει πολλά νοήματα μέσα από το βιβλίο της: φιλαλληλία, αγάπη και χρέος προς την πατρίδα που όταν λήξει δε χρειάζεται να το αναμασάμε προς τέρψιν ευήκοων ώτων και πολλά άλλα.</p>
<p>Οι «Άγριες θάλασσες» χαϊδεύουν με τον αφρό τους την προσωπικότητα ενός εθνικού ήρωα και χαρίζουν στον αναγνώστη λιγότερο γνωστές σελίδες από τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Το μυθιστόρημα είναι ένα αστραφτερό περιδέραιο στον «ιδρωμένο λαιμό» της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.</p>
<p>Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:</p>
<p>«Μέσα από το τσάκισμα της φωνής της είδε τον ασημόγλαρο του γυναικείου της φόβου να πετά προς τα ακρογιάλια της θλίψης. Σκέφτηκε πόσο μικρό και εύθραυστο ήταν αυτό το νεαρό κορίτσι μέσα στον πόλεμο, πόσο ασήμαντος και ντελικάτος είναι ο κόσμος μέσα στα καπρίτσια της Ιστορίας, και για μια ακόμα φορά αναθεμάτισε την τύχη τους να έχουν γεννηθεί εκείνη την τόσο σκοτεινή περίοδο» (σελ. 135).</p>
<p>«Κι εκεί, με τον αγέρα να χτυπά κατάσαρκα την πλώρη του καϊκιού, με τη θάλασσα να σφυροκοπά την καρίνα του, εκείνος έβρισκε την ευκαιρία να κάνει και πάλι όνειρα. Λες και από το ανοιχτό του πουκάμισο έβρισκαν την ευκαιρία να διαχυθούν στον νυχτερινό ουρανό και από εκεί να φτάσουν στην ακτή του Τσεσμέ, να κουρνιάσουν πάνω στο μαξιλάρι της Ελένης και εκεί, δίπλα της, να αποκοιμηθούν» (σελ. 157).</p>
<p>«Και τότε κατάλαβε τη μεγάλη διαφορά που υπήρχε ανάμεσά τους. Εκείνοι δεν πολεμούσαν για κανένα ιδανικό. Παιδιά ήταν και η μοίρα τους το είχε φέρει να πολεμήσουν στο πλευρό της ναζιστικής Γερμανίας. Οι Έλληνες μάχονταν για την ελευθερία της πατρίδας τους. Η αδικία τούς είχε μετατρέψει σε ριψοκίνδυνους πολεμιστές, χωρίς καλά καλά να το σκεφτούν, χωρίς να το έχουν σχεδιάσει ποτέ. Οι αιχμάλωτοι Ιταλοί είχαν συρθεί από την Ιστορία σ’ αυτό τον πόλεμο, ενώ οι Έλληνες έγραφαν τη δική τους. Αυτή ήταν η ειδοποιός διαφορά» (σελ. 163).</p>
<p>«Πώς να μιλήσει κανείς λοιπόν τώρα, τόσα χρόνια μετά τον πόλεμο, για όλα αυτά! Αίμα είναι οι μνήμες μέσα μου και πότισαν το μαντίλι της ψυχής μου» (σελ. 432).</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.vivliokritikes.com/%ce%ac%ce%b3%cf%81%ce%b9%ce%b5%cf%82-%ce%b8%ce%ac%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%82-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», της Τέσυς Μπάιλα, εκδ. Ψυχογιός</title>
		<link>https://www.vivliokritikes.com/%cf%84%ce%bf-%ce%bc%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%ae%cf%84%ce%b1%ce%bd-%ce%b7-%ce%b6%ce%ac%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b7-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2584%25ce%25bf-%25ce%25bc%25cf%2585%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25b9%25ce%25ba%25cf%258c-%25ce%25ae%25cf%2584%25ce%25b1%25ce%25bd-%25ce%25b7-%25ce%25b6%25ce%25ac%25cf%2587%25ce%25b1%25cf%2581%25ce%25b7-%25cf%2584%25ce%25ad%25cf%2583%25cf%2585-%25ce%25bc%25cf%2580%25ce%25ac%25ce%25b9%25ce%25bb%25ce%25b1</link>
					<comments>https://www.vivliokritikes.com/%cf%84%ce%bf-%ce%bc%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%ae%cf%84%ce%b1%ce%bd-%ce%b7-%ce%b6%ce%ac%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b7-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Πάνος Τουρλής]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 03 Feb 2020 20:15:27 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κοινωνικό μυθιστόρημα]]></category>
		<category><![CDATA[2013]]></category>
		<category><![CDATA[Άουσβιτς]]></category>
		<category><![CDATA[Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος]]></category>
		<category><![CDATA[Δραπετσώνα]]></category>
		<category><![CDATA[Κατοχή]]></category>
		<category><![CDATA[Κρήτη]]></category>
		<category><![CDATA[Μάχη της Κρήτης]]></category>
		<category><![CDATA[Οικογένεια]]></category>
		<category><![CDATA[Στρατόπεδα συγκέντρωσης]]></category>
		<category><![CDATA[Τέσυ Μπάιλα]]></category>
		<category><![CDATA[Ψυχογιός]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.vivliokritikes.com/?p=3141</guid>

					<description><![CDATA[Μόλις διάβασα το «Τρίτο στεφάνι» του 21ου αιώνα! Λυρικό, μεστό, άμεσο, γρήγορο, πλούσιο, ανθρώπινο, βαθύ, ειλικρινές, ωμό, περιεκτικό, ένα βιβλίο που θα το θυμάμαι για χρόνια! Νιώθω πως ήρθε η ώρα να αποστασιοποιηθώ λίγο από το διάβασμα, &#8220;να κατακάτσει ο κουρνιαχτός&#8221; που λέω, να τακτοποιήσω μέσα μου τα συναισθήματα που γεννήθηκαν διαβάζοντας αυτό το βιβλίο [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Μόλις διάβασα το <a href="https://www.vivliokritikes.com/%cf%84%ce%bf-%cf%84%cf%81%ce%af%cf%84%ce%bf-%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%86%ce%ac%ce%bd%ce%b9-%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%b1%cf%87%cf%84%cf%83%ce%ae%cf%82/" target="_blank" rel="noopener noreferrer">«Τρίτο στεφάνι»</a> του 21ου αιώνα! Λυρικό, μεστό, άμεσο, γρήγορο, πλούσιο, ανθρώπινο, βαθύ, ειλικρινές, ωμό, περιεκτικό, ένα βιβλίο που θα το θυμάμαι για χρόνια! Νιώθω πως ήρθε η ώρα να αποστασιοποιηθώ λίγο από το διάβασμα, &#8220;να κατακάτσει ο κουρνιαχτός&#8221; που λέω, να τακτοποιήσω μέσα μου τα συναισθήματα που γεννήθηκαν διαβάζοντας αυτό το βιβλίο και μετά να συνεχίσω. Ειλικρινά δεν έχω λόγια και ας φανεί ψεύτικο το εκθείασμα που ακολουθεί. Βιβλίο που σε αρπάζει από την αρχή στη δίνη των περιπετειών του, σου χαρίζει ένα ματσάκι βασιλικό και σου λέει, προχώρα, ξεφύλλισέ με.<span id="more-8990"></span> Αν διαβάζεις ένα βιβλίο κι αρχίζεις να υπογραμμίζεις ανά μία σελίδα ήδη από τις πρώτες είκοσι (προτάσεις, σκέψεις, αποφθέγματα, συναισθήματα), ε, τι άλλο να πει κανείς&#8230; Έκλαψα, συγκινήθηκα, πόνεσα, δυσανασχέτησα, ξαφνιάστηκα, γέλασα. Ήθελα να διαβάσω παρακάτω κι άλλο παρακάτω κι άλλο. Ένα βιβλίο που το συνιστώ ανεπιφύλακτα!<span id="more-3141"></span></p>
<p><em>Βιβλίο <strong><a href="https://www.psichogios.gr/to-mystiko-htan-h-zaxarh.html" target="_blank" rel="noopener noreferrer">Το μυστικό ήταν η ζάχαρη</a></strong></em><em><br />
Συγγραφέας <a href="http://tbailavaila.blogspot.com/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Τέσυ Μπάιλα</strong></a><strong><br />
</strong>Κατηγορία <a href="http://www.vivliokritikes.com/category/social/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Κοινωνικό μυθιστόρημα </strong></a></em><br />
<em>Εκδότης <a href="https://www.psichogios.gr" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Ψυχογιός</strong></a></em><br />
<em>Συντάκτης:</em> <a href="https://www.facebook.com/vivliokritikes/"><strong><em>Πάνος Τουρλής</em></strong></a></p>
<p>Αν διαβάσετε την περίληψη στο οπισθόφυλλο θα καταλάβετε ότι η Κατίνα είναι η πρωταγωνίστρια και το βιβλίο αφορά εκείνη αποκλειστικά. Κι όμως, στο πρώτο μέρος τουλάχιστον, διαβάζουμε για την οικογένειά της, για τις περιπέτειες, τα πάθη, τους έρωτες, τις ανατροπές, τις ζήλιες όλων των δικών της και αποκτάμε μια πολύ τρυφερή και όμορφη εικόνα για το Αρμενοχώρι της Κρήτης. Χωρίς να γίνεται κουραστικό, χωρίς να χάνεις τον μπούσουλα ποιος είναι ποιος, παρακολουθούμε τη ζωή της Μαρίας Κουτσουρέλη ή Κωσταντάκαινας (συζύγου δηλαδή του Κωσταντή). Στο δεύτερο μέρος η Κατίνα παντρεύεται και φεύγει στη Δραπετσώνα. Ήθη, έθιμα, κουλτούρα, νοοτροπία, άγραφοι νόμοι, προικιά, απελπισία, αδιέξοδα, πόθος μέσα από την ιστορία αυτών των δύο γυναικών.</p>
<p>Στο πρώτο μέρος έχουμε την ιστορία της οικογένειας Κουτσουρέλη από την ένωση της Κρήτης ως τη λήξη του Εμφυλίου. Σε κανένα σημείο του βιβλίου δεν έχουμε καταναγκαστική τοποθέτηση των γεγονότων σε κάποιο χρονικό σημείο της Ιστορίας. Η Ένωση, ο Βενιζέλος, η κήρυξη του πολέμου είναι κάπου στο βάθος, στο εκράν της ζωής των γυναικών και κάπου κάπου τις παρενοχλεί. Με εξαίρετο γράψιμο, στυλ, ντοπιολαλιά, άφθονα καλολογικά στοιχεία, μεταφορές και παρομοιώσεις, ζούμε σε αυτό το ορεινό χωριό του Κισσάμου, όπου η γυναίκα υπακούει στον άντρα της, είναι νοικοκυρά, είναι μαζεμένη, ανατρέφει τα παιδιά της, έχει περιορισμένες εξόδους, έχει όλο το νοικοκυριό στην πλάτη της, φροντίζει τα ζώα της, μαγειρεύει, δεν αντιμιλά, δεν παραπονιέται, απλώς υπακούει. Το παράπονο της Μαρίας είναι διπλό, γιατί όταν την απήγαγαν από τον πατέρα της, άλλον νόμιζε για γαμπρό κι άλλος την παντρεύτηκε! Ο αδερφός του άντρα της, μετά το γάμο, φεύγει για την Αθήνα γιατί δεν αντέχει τον πόνο που νιώθει να βλέπει παντρεμένη τη γυναίκα που αγάπησε τη νύχτα της απαγωγής της.</p>
<p>Για το λόγο αυτόν η Κατίνα καταπνίγει τα όνειρά της να συνεχίσει τις σπουδές στο γυμνάσιο. Ο πατέρας της το απαγορεύει και <img loading="lazy" decoding="async" class="size-medium wp-image-3143 alignright" src="http://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-2-300x208.jpg" alt="" width="300" height="208" srcset="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-2-300x208.jpg 300w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-2-768x533.jpg 768w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-2-220x154.jpg 220w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-2-600x416.jpg 600w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-2.jpg 800w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" />δε σηκώνει κουβέντα. Η μάνα, για να τη γλυκάνει, τη συστήνει σε μια μοδίστρα, τη Μαρίτσα, και το κοριτσάκι αφοσιώνεται στις μεταποιήσεις και στο ράψιμο. Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, οι άντρες του χωριού τρέχουν στο μέτωπο. Το 1941 η μάχη της Κρήτης είναι σκληρή αλλά το νησί υποκύπτει στην μπότα του τυράννου. Ζούμε τα σκληρά αντίποινα που έκαναν οι Γερμανοί στα χωριά, λυσσασμένοι από τη λυσσώδη αντίσταση που συνάντησαν από τους απομείναντες απλούς και αδύναμους χωρικούς. Ζούμε το θρήνο, την αδικία, τα βασανιστήρια, την πίκρα, την πείνα.</p>
<p>Στο δεύτερο μέρος, η Κατίνα είναι παντρεμένη με τον Θέμελη, ρεμάλι της Δραπετσώνας και μόνη της ελπίδα να φύγει από το χωριό και να μεγαλώσει ένα παιδί που θα το σπουδάσει και θα μάθει γράμματα και θα γίνει καλύτερο παιδί από αυτήν την αγράμματη. Η ζωή με το Θράσο είναι δύσκολη: τη ζηλεύει, τη δέρνει αλλά δεν μπορεί μακριά της. Η Κατίνα του βρίσκει πάντα μια δικαιολογία και αρνείται να δει την πραγματικότητα: αυτός της έτυχε, αυτός είναι το μέλλον της. Η αδερφή της, Αντωνία, που παντρεύτηκε τον κολλητό του Θέμελη, ζει δίπλα της και καθημερινά τσακώνονται μπας και &#8220;πάρει μπρος&#8221; αλλά μάταια. Ο Θέμελης είναι μπλεγμένος με τεκέδες και χασίσια, με ναργιλέδες και τη Ρόζα, μια ναζιάρα χορεύτρια που του χαρίζει απλόχερα ό,τι του στερεί η γυναίκα του. Η ζωή του δεν αλλάζει ούτε όταν αποκτά τον Θράσο, τον γιο του. Η Κατίνα πόσο θα αντέξει δίπλα σε αυτόν τον άντρα; Πόσο πολύ τον αγαπά που να δέχεται όλα του τα λάθη και να μην καταφέρνει να φύγει από κοντά του; Πώς θα αντιδράσει όταν μάθει η Ρόζα του έκανε και παιδί; Τελικά αξίζει να το σκάσεις από μια κλειστή κοινωνία για να ζεις σε έναν γάμο ασφυκτικό; Η μυρωδιά του βασιλικού θα διώξει τα κακά πνεύματα από τη ζωή τους; Η Παραγκούλα που χτίσανε με τη λιγοστή αγάπη τους θα αντέξει στον τυφώνα της ανοικοδόμησης;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="size-medium wp-image-3144 alignleft" src="http://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/73693_165753780111800_6031265_n-300x176.jpg" alt="" width="300" height="176" srcset="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/73693_165753780111800_6031265_n-300x176.jpg 300w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/73693_165753780111800_6031265_n.jpg 512w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" />Κι όλα αυτά είναι ελάχιστα από όσα διαδραματίζονται στο βιβλίο, περιστατικά, εικόνες, γεγονότα, άνθρωποι. Δεσμοί, χωρισμοί, βεντέτες, αίμα και θάνατος, ζάχαρη και βασιλικός. Το μυστικό λοιπόν είναι η ζάχαρη για να μην πικραίνει το φαγητό. Βάζε λίγη ζάχαρη στη ζωή σου για να μη νιώθεις την πίκρα της και να μπορείς να ξεγελάσεις τον εαυτό σου πως όλα είναι ένα κακό όνειρο. Κι αν το παραμύθι που ξεκίνησες να διαβάζεις σου βγάλει δράκο αντί για πρίγκηπα συνέχισε να διαβάζεις, γιατί έτσι πρέπει, γιατί αυτό είναι το δικό σου παραμύθι και σου πρέπει, οπότε συνέχισε. Στο εξώφυλλο του βιβλίου έχουμε δύο πορσελάνινα φλυτζάνια, δανεικά από την πεθερά της Κατίνας, τα μόνα που ανέδιδαν μια πολυτέλεια στη φτωχική της κάμαρη. Γεμισμένα με ματσάκια βασιλικό, ματσάκια που χαρίζουν απλόχερα το άρωμά τους και σε γαργαλάνε να χαμογελάσεις έστω και λειψά, αρκεί να συνεχίσεις παρακάτω. Την ιστορία την αφηγείται η ίδια η Κατίνα στα βαθιά της γεράματα στη γυναίκα του γιου της, του Θράσου, βυθισμένη στη λήθη ενός ελαφρού Πάρκινσον.</p>
<p>Το μόνο άσχημο σημείο του βιβλίου, ή μάλλον περιττό, είναι η αφήγηση της μοδίστρας Μαρίτσας, που μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς ως εργάτρια μαζί με χιλιάδες άλλους αθώους και κακόμοιρους, όπου γνώρισε τον Σήφη, τον άντρα που εγκατέλειψε το νησί του για να μην αντικρίζει τη Μαρία που αγάπησε παντρεμένη. Η Μαρίτσα και ο Σήφης μοιράζονται τις δυσκολίες τους ως το το τραγικό τέλος του αποχωρισμού και το βιολί που της ζήτησε να το χαρίσει στη Μαρία του η Μαρίτσα, όταν κατάφερε να γυρίσει στην Κρήτη, το έφερε αμέσως στη Μαρία. Πολλές σελίδες κράτησε αυτή η ιστορία, χωρίς να δίνουν κάτι παραπάνω στο κείμενο. Αντιθέτως, ανακόπτουν την πορεία της αφήγησς και την εξέλιξη της ιστορίας της Κατίνας. Παραδέχομαι ότι αυτές τις σελίδες δεν τις διάβασα. Αν ήθελε η συγγραφέας να κλείσει τον κύκλο αυτής της εκκρεμότητας, θα μπορούσε να βρει έναν άλλο τρόπο, εξίσου ωραίο με το κλείσιμο της ιστορίας της Ρόζας, η οποία ιστορία έληξε τραγικά και ρομαντικά ταυτόχρονα (διαβάστε, διαβάστε).</p>
<p>Γάμοι λοιπόν, όνειρα, ελπίδες, προσδοκίες, αποδοχή, στωικότητα, ανεκτικότητα, δοτικότητα, φιλαλληλία, αγάπη, ένα πλήθος από συναισθήματα ξεχειλίζουν από αυτό το βιβλίο και ειλικρινά δε θα θέλετε να το αποχωριστείτε.</p>
<p><strong>Από χαρακτηριστικά αποσπάσματα τι να πρωτοδιαλέξω;</strong></p>
<p>&#8220;Έχει περάσει τα ογδόντα, μα είναι κάποιες φορές που οι αναμνήσεις βαραίνουν στη ζωή περισσότερο από τα χρόνια, σα ρυτίδα<img loading="lazy" decoding="async" class="size-full wp-image-2487 alignright" src="http://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/αρχείο-λήψης-3.jpg" alt="" width="215" height="234" /> χαραγμένη στην ψυχή. Ακόμη κι όταν ο χρόνος χαρίσει τη λήθη, ακόμη κι όταν τα γεράματα αναγκάσουν το νου να ξεστρατίσει σε ανώδυνα πια μονοπάτια, εκείνες επιμένουν να βρίσκονται εκεί, κρυμμένες βαθιά στα φυλλοκάρδια&#8230; Κοιτάζω τα χέρια της, έτσι όπως τα δάχτυλά της κρατούν σφιχτά το ποτήρι. Αδύναμα και ξερακιανά, γεμάτα καφέ κηλίδες, ζαρωμένα, χέρια ανθρώπου που δούλεψαν πολύ, που σκούπισαν πολλά δάκρυα, χέρια που η ζωή τούς στέρησε το χάδι, χέρια πονεμένα, που αρκεί μόνο μια στιγμή να τα κοιτάξει κανείς για να δει πόσο παράπονο μαζεύτηκε εκεί, μέσα στις βαθιές αυλακιές που ο χρόνος τόσο ανάλγητα, χάραξε πάνω τους&#8221; (σελ. 12).</p>
<p>&#8220;Ένα τσακισμένο καράβι απ&#8217; τη φουρτούνα της ζωής, ένα ναυάγιο πεταμένο σε μια ανεμοδαρμένη ακτή μοιάζει να είναι ό,τι έχει απομείνει πια από αυτή τη γυναίκα. Αρκεί μια στιγμή να κοιτάξει κανείς τα μάτια της για να δει το παράπονο που πλανιέται στη γαλάζια τους θάλασσα. Και ο έβενος που στόλιζε βοστρυχωτά το κεφάλι της έχει γίνει τώρα πια χιονάτο μπαμπάκι που ασημίζει καθώς το φως παίζει πάνω του&#8221; (σελ. 12-13).</p>
<p>&#8220;Ο χρόνος είχε κάνει καλά τη δουλειά του! Την κοιτούσα και τον έβλεπα μπροστά μου να χτυπά με τη σμίλη του, αργά, σταθερά, μονότονα, ακατάπαυστα, χρόνια τώρα, την αγαλματώδη επιφάνεια της ψυχής της. Ό,τι είχε κάποτε υπάρξει οδυνηρό είχε σβηστεί για πάντα από τη μνήμη της κι ένα μακάριο χαμόγελο διαγραφόταν επάνω στο πρόσωπό της, φιλοτεχνώντας το πορτρέτο της λήθης επάνω στον γέρικο καμβά του&#8221; (σελ. 19).</p>
<p>&#8220;Το μυστικό είναι η ζάχαρη, κόρη μου. Μια σταλιά χρειάζεται, εκεί στη μύτη του κουταλιού, και φτάνει για να γλυκάνει όλη η δόση, κι ύστερις να τα γεύεσαι και να σου μένουν αξέχαστα. Μα θέλουνε κι αυτά την τέχνη τους, μη θαρρείς πως εύκολα μπορεί κανείς να τα σιάξει&#8230;Το μυστικό είναι η ζάχαρη, λοιπόν, σκέφτηκα. Η ζάχαρη που απαραιτήτως έβαζε στο φαΐ της, στα γλυκά της, στη ζωή της. Μια σταλιά, όπως έλεγε, μια πρέζα ζάχαρη και η ζωή γίνεται πιο γλυκιά κι αντέχεται. Αναρωτιέμαι πόση ζάχαρη κατάφερε να ρίξει επάνω στη δική της ζωή, πόσα τεχνάσματα επινόησε για να τη γλυκάνει και να μπορέσει να τη ζήσει&#8221; (σελ. 21).</p>
<p>&#8220;Τον κοιτούσε που έπαιζε και που κάθε τόσο έριχνε ματιές προς το παράθυρο της Μαρίας. Έστελντε τις νότες του, μία μία, όμοια ατίθασα πουλιά, να της μιλήσουν για όσα δε θα μπορούσαν να ζήσουν ποτέ μαζί, για όσα δε θα μπορούσαν ποτέ ούτε να σιγοψιθυρίσουν. Κι εκείνη, πίσω από το δικό της κλειστό παράθυρο, μάζευε ένα ένα εκείνα τα πουλιά και τα τάιζε με την ανυπόταχτη ανάγκη της να του τα πει όλα όσα ένιωθε. Νόμιζε πως δεν την έβλεπε, πως το σκοτάδι του δωματίου της την είχε αγκαλιάσει τρυφερά και την προστάτευε. Το αναμμένο καντήλι όμως που κρεμόταν πάνω από το εικόνισμα στον τοίχο, λαθροφώτιζε το δωμάτιό της, σχηματίζοντας σκιές που διέγραφαν πιο λάγνα τη λιγνή της σιλουέτα. Και κάθε του δοξαριά γινόταν μαχαιριά στα σωθικά της&#8221; (σελ. 67).</p>
<p>&#8220;Μόνο η Μαρία, η νύφη του, κατάλαβε πως ο Σήφης είχε περάσει από κει απ&#8217; το βαζάκι με το πετιμέζι που βρήκε δίπλα στον τάφο της πεθεράς της την επόμενη μέρα που πήγε να της ανάψει το καντήλι. Τόσα χρόνια σφραγισμένο κι άθικτο το είχε μαζί του, μην τύχει και του τελειώσει και γι&#8217; αυτό δεν το πείραξε. Μια κουταλιά μάνας φυλαγμένη μέσα σ&#8217; ένα γυάλινο βαζάκι, ερμητικά κλειστό, μην τυχόν χαθεί έστω και μια σταλιά από την πολύτιμη ανάμνησή της&#8221; (σελ. 71).</p>
<p>&#8220;&#8230;τα όνειρα βρίσκουν μια χαραμάδα, τα αφιλότιμα, ίσα που χωρούν, στριμώχνονται με πείσμα, όμως και να που τα καταφέρνουν και περνούν μέσα στο νου, μπαίνουν μέσα του βαθιά, ριζώνουν κι ύστερα δύσκολα κανείς τα ξεριζώνει&#8221; (σελ. 100).</p>
<p>&#8220;-Τόσο πολύ τα αγαπάς, καλέ μάνα, τα λιόδεντρα;&#8230; -Σαν τα παιδιά είναι. Και κάθε φορά που πονάμε εκείνα μας συμπονούν. Κάθε χαρακιά πάνω στο σώμα τσι ένα δικό μας αχ είναι. Έτσι έλεγε κι η μάνα μου η δόλια, Κατινάκι μου, έτσι κι οι παλιές κυράδες, πως δηλαδή κάθε φορά που το δικό μας δεντρί βγάνει και μια χαρακιά, ή μια κουφάλα μεγαλώνει επάνω στο κορμί του το κακορίζικο, είναι &#8216;πειδή πονάει η δικιά μας η καρδιά&#8230; Γι&#8217; αυτό τ&#8217; αγαπάω, κόρη μου, επειδή οι λαδολιές μας είναι το σπίτι μας, η οικογένειά μας, η Κρήτη μας&#8221; (σελ. 110).</p>
<p>&#8220;Μια κραυγή της Βασιλικώς κι ο άτυχος νέος σωριάστηκε καταγής επάνω στις πεσμένες ελιές. Μια κηλίδα αίμα κι ένας σπασμός, τίποτε περισσότερο. Μια κηλίδα αίμα που απλώθηκε στη γη, σκορπίζοντας τα είκοσι χρόνια του παιδιού όπως σκορπίζει ο άνεμος τα άλικα πέταλα ενός λουλουδιού που ξεχάστηκε παίζοντας μαζί του. Το καστανό του δέρμα εσκίστηκε σαν το χασέ στα δυο κι η λίμνη που σχηματίστηκε αναμείχθηκε με τον ιδρώτα κι έγινε ένα με το λευκό πουκάμισο που κόλλησε πάνω του, εκεί ακριβώς στο μέρος της καρδιάς, αφήνοντας να διαγράφεται στο σφριγηλό του σώμα ο πόνος που το έκανε να σπαρταρά&#8221; (σελ. 113-114).</p>
<p>&#8220;Τότε το σήκωνε μέχρι το στόμα της, χαμογελούσε στις αναμνήσεις της νιότης της και μονορούφι κατέβαζε το κρασί, για να μη βλέπει την εικόνα που την τρόμαζε. Την εικόνα της γερασμένης απώλειας των ονείρων που αντανακλούσαν τα μάτια της, την εικόνα των τραυματισμένων ψευδαισθήσεων που στάλαζαν ρυθμικά στο περβάζι της ζωής της&#8221; (σελ. 125).</p>
<p>&#8220;Κι η Κατίνα κατάλαβε για πρώτη φορά πως είναι να συμβιβάζονται τα όνειρά σου στο παιχνίδι της ζωής, πώς είναι να γεύεσαι έστω και μια μικρή σταγόνα τους, όταν η ζωή αποφασίζει να σου στερήσει τη χαρά της καταιγίδας του. Κατάλαβε πώς είναι να ρίχνεις στην καρδιά σου μια πρέζα ζάχαρη για να γλυκάνεις τον πόνο σου. Γιατί αυτό ακριβώς είχε κάνει εκείνη την ώρα η μάνα της. Μια πρέζα ζάχαρη της είχε δώσει, με την ελπίδα να αλλάξει τη ζωή της και να γίνει μοδιστρούλα. Αφού για το σχολείο ο πατέρας της ήταν αδύνατον να πει το ναι, θα τον έπειθε εκείνη να στείλουν το παιδί να μάθει μια τέχνη&#8221; (σελ. 127).</p>
<p>&#8220;Έσφιξε στο στήθος της το βασιλικό κι από εκείνη τη στιγμή κι ύστερα έγινε η μυρωδιά του ένα αναπόσπαστο κομμάτι μνήμης στη ζωή της, ένα αεράκι μάνας που είχε πάντα κοντά της και που, όσα χρόνια και αν πέρασαν, όσο μακριά κι αν βρέθηκε από τη μητρική αγκαλιά, δεν έπαψε ποτέ να τη νιώθει κοντά της. Έμεινε πάντα στη ζωή της μια σταλαγματιά ψευδαίσθησης ακουμπισμένη στο περβάζι των ονείρων της, μια σταλαγματιά μάνας μέσα στην καρδιά της, που πάντα μοσχομύριζε&#8221; (σελ. 130).</p>
<p>&#8220;Κάθε τόσο μια μάνα εντόπιζε το παιδί της και οι θρήνοι ξέσκιζαν τα σωθικά της κι έφταναν ως τον ουρανό, που ξένοιαστος για ό,τι συνέβαινε στη γη έμοιαζε να τρέχει, όμοια γαλάζιο άλογο, ανάμεσα στα σύννεφα&#8221; (σελ. 197).</p>
<p>&#8220;Συμβαίνει, άλλωστε, καμιά φορά να αγαπήσει κανείς εκείνον που τον δυναστεύει, επειδή ακριβώς αυτό που έχει καταφέρει πρωτίστως ο δυνάστης να κάνει είναι να διαβρώσει την ψυχή του θύματός του, ώστε το ίδιο το θύμα να μην μπορεί να διακρίνει ότι υπάρχει ζωή μακριά του&#8221; (σελ. 432).</p>
<p>&#8220;Η μπουλντόζα είχε ήδη ολοκληρώσει το έργο της κι είχε προχωρήσει στα επόμενα σπίτια. Ό,τι είχε κάποτε υπάρξει έχασκε κομματιασμένο στο έδαφος. Και μαζί του όλα όσα οι ένοικοί του είχαν ζήσει μέσα στους υγρούς χώρους αυτού του σπιτιού. Χαρά, θλίψη, υποσχέσεις, λόγια, αγάπη, ζήλια, μίσος και έρωτας. Παιδικές αγκαλιές και δάκρυα, ανακατεμένα όλα μαζί, πεταμένα ανάμεσα στα χαλάσματα&#8221; (σελ. 474).</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.vivliokritikes.com/%cf%84%ce%bf-%ce%bc%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%ae%cf%84%ce%b1%ce%bd-%ce%b7-%ce%b6%ce%ac%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b7-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Το πορτρέτο της σιωπής», της Τέσυς Μπάιλα, εκδ. Έναστρον</title>
		<link>https://www.vivliokritikes.com/%cf%80%ce%bf%cf%81%cf%84%cf%81%ce%ad%cf%84%ce%bf-%cf%83%ce%b9%cf%89%cf%80%ce%ae%cf%82-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2580%25ce%25bf%25cf%2581%25cf%2584%25cf%2581%25ce%25ad%25cf%2584%25ce%25bf-%25cf%2583%25ce%25b9%25cf%2589%25cf%2580%25ce%25ae%25cf%2582-%25cf%2584%25ce%25ad%25cf%2583%25cf%2585-%25ce%25bc%25cf%2580%25ce%25ac%25ce%25b9%25ce%25bb%25ce%25b1</link>
					<comments>https://www.vivliokritikes.com/%cf%80%ce%bf%cf%81%cf%84%cf%81%ce%ad%cf%84%ce%bf-%cf%83%ce%b9%cf%89%cf%80%ce%ae%cf%82-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Πάνος Τουρλής]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 03 Feb 2020 20:07:02 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κοινωνικό μυθιστόρημα]]></category>
		<category><![CDATA[2013]]></category>
		<category><![CDATA[Άγιο Όρος]]></category>
		<category><![CDATA[Έναστρον]]></category>
		<category><![CDATA[Θεός]]></category>
		<category><![CDATA[Θρησκεία]]></category>
		<category><![CDATA[Μοναστήρια]]></category>
		<category><![CDATA[Μοναχισμός]]></category>
		<category><![CDATA[Μουσική]]></category>
		<category><![CDATA[Οικογένεια]]></category>
		<category><![CDATA[Τέσυ Μπάιλα]]></category>
		<category><![CDATA[Χριστιανισμός]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.vivliokritikes.com/?p=3137</guid>

					<description><![CDATA[Όταν αντικρίζεις μια βυζαντινή εικόνα σε μια εκκλησία νιώθεις δέος και γονατίζεις μπροστά της. Σε παρασύρουν η μυσταγωγία του χώρου, το γλυκό βλέμμα του απεικονιζόμενου προσώπου, η αύρα και η άλως ενός υπερφυσικού επέκεινα. Γονατίζεις και προσεύχεσαι, γλυκαίνει η ψυχή σου, κάποτε δακρύζεις κιόλας. Δεν είναι τόσο η τέχνη του αγιογράφου ούτε το πρόσωπο που [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Όταν αντικρίζεις μια βυζαντινή εικόνα σε μια εκκλησία νιώθεις δέος και γονατίζεις μπροστά της. Σε παρασύρουν η μυσταγωγία του χώρου, το γλυκό βλέμμα του απεικονιζόμενου προσώπου, η αύρα και η άλως ενός υπερφυσικού επέκεινα. Γονατίζεις και προσεύχεσαι, γλυκαίνει η ψυχή σου, κάποτε δακρύζεις κιόλας. Δεν είναι τόσο η τέχνη του αγιογράφου ούτε το πρόσωπο που απεικονίζεται, όσο η δύναμη που αντλείς από μέσα σου, η ανάγκη να ακουμπήσεις κάπου το βλέμμα σου και την ψυχή σου, γι’ αυτό και γονατίζεις, έμπλεος δέους για την ιερή ατμόσφαιρα.<span id="more-3137"></span></p>
<p><em>Βιβλίο <a href="http://www.enastron.com.gr/product/%cf%84%ce%bf-%cf%80%ce%bf%cf%81%cf%84%cf%81%ce%ad%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%83%ce%b9%cf%89%cf%80%ce%ae%cf%82/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Το πορτρέτο της σιωπής</strong></a></em><em><br />
Συγγραφέας <a href="http://tbailavaila.blogspot.com/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Τέσυ Μπάιλα</strong></a><strong><br />
</strong>Κατηγορία <a href="http://www.vivliokritikes.com/category/social/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Κοινωνικό μυθιστόρημα </strong></a></em><br />
<em>Εκδότης <a href="http://www.enastron.com.gr" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Έναστρον</strong></a></em><br />
<em>Συντάκτης:</em> <a href="https://www.facebook.com/vivliokritikes/"><strong><em>Πάνος Τουρλής</em></strong></a></p>
<p>Αυτά τα συναισθήματα μου γεννήθηκαν όταν διάβασα και το βιβλίο «Το πορτρέτο της σιωπής» της καταπληκτικής συγγραφέως Τέσυς Μπάιλα. Μου κράτησε την πιο γλυκιά συντροφιά στις φετινές διακοπές μου, με γέμισε δέος, με συγκίνησε. Όσο δυνατή είναι η πένα της συγγραφέως άλλο τόσο αδύναμη είναι η ικανότητά μου να μεταδώσω τα συναισθήματα που ένιωσα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Σα βυζαντινή αγιογραφία, ζωγραφισμένη με τον χρωστήρα του ταλέντου, το «Πορτρέτο της σιωπής» περιγράφει το ψυχολογικό αδιέξοδο του Χριστόφορου, κατά κόσμον Γιάννη, ενός παιδιού που μεγάλωσε σε νησί, αγάπησε τη μουσική και αφοσιώθηκε στο βιολί. Με τις νότες του βιολιού χάιδευε τα αυτιά του Θεού και σχεδίαζε τις ισχνές γραμμές του χαρακτήρα του. Πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι κάποιος ψιθυρίζει τρυφερά αλλά και απαιτητικά το όνομά του, οπότε εγκατέλειψε τη γυναίκα που αγαπούσε, τους γονείς του και το νησί του και αφοσιώθηκε στον Θεό («Θέλησε ν’ αποσυρθεί απ’ τη ζωή των μάταιων συναναστροφών, να γίνει ένας αναχωρητής του εφήμερου και να μαθητεύσει στη μοναξιά του ασκητισμού, μήπως κι έτσι ανακαλύψει την αρμονία που κρύβει μέσα της η ουράνια μελωδία. Θέλησε ν’ αφεθεί στην υπέρβαση των ορίων του, μήπως κι έτσι βρει την αληθινή του ταυτότητα, μήπως και κατορθώσει και ανακαλύψει ποιος στ’ αλήθεια είναι», σελ. 26).</p>
<p>Εκπληκτικές περιγραφές του Αγίου Όρους, δυνατές σκηνές μοναχισμού, κατανυκτικές ολονυκτίες και εξαντλητικοί όρθροι. <a href="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/αρχείο-λήψης-3.jpg"><img loading="lazy" decoding="async" class="alignright wp-image-2487 " src="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/αρχείο-λήψης-3.jpg" alt="" width="401" height="436" /></a>Ψυχές χωρίς Παράδεισο, ίσκιοι χωρίς σώματα, καντήλια με θείο λάδι, οι μοναχοί αγωνίζονται για τον σημερινό επιούσιο και για το αυριανό άδηλο μέλλον. Τοπία με χρώματα, μόχθος, καθημερινότητα, ικεσίες, παρακλήσεις, μυσταγωγία, η συγγραφέας δε φείδεται να τα καταγράψει, δε διστάζει να τα αναπαραστήσει μπροστά στα μάτια μας. Μια γυναίκα που ποτέ δεν πάτησε στο Άγιον Όρος λόγω του άβατου καταφέρνει να αναπαραστήσει τη ζωή στα μοναστήρια και στην ερημιά του Περιβολιού της Παναγίας. Και το βιολί του Χριστόφορου να χαρίζει τις θείες μελωδίες του στον απαιτητικό Ακουστή του.</p>
<p>Δυστυχώς όμως η ζωή, τόσο κακομαθημένη που είναι, δεν ξεχνά τα σκέρτσα της και τα νάζια της και σύντομα ο Χριστόφορος αναγκάζεται να γυρίσει πίσω στο παρελθόν που εγκατέλειψε, για να σώσει τη ζωή της κόρης του που δεν ήξερε ότι είχε. Η γυναίκα που άφησε άναυδη να κοιτάζει την άδεια κόχη του ήταν έγκυος και αρκετά χρόνια μετά, το κοριτσάκι τους επλήγη από λευχαιμία. Ο εσωτερικός κόσμος του Χριστόφορου γκρεμίζεται, ο θόρυβος από τις πόρτες που κλείνουν γύρω του μία μία είναι εκκωφαντικός. Τι θα κάνει; Πώς θα αντιδράσει; Ποια θα είναι η επόμενη κίνησή του; Θα καταφέρει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του αλλά κυρίως με τον εαυτό του;</p>
<p>Η συγγραφέας χειρίζεται μοναδικά μια ιστορία που ίσως ακούγεται μελοδραματική και καθόλου πρωτότυπη, όμως είναι τόσο καλογραμμένη και η εξέλιξη είναι τόσο πρωτότυπη που δε θα αφήσει ασυγκίνητο κανέναν αναγνώστη. Επιπλέον, υπάρχουν τόσο έντονα ζωγραφισμένοι χαρακτήρες που εκτυλίσσουν τον δικό τους μύθο παράλληλα με την ιστορία του Χριστόφορου που η πλοκή γίνεται πλούσια, μεστή και ανατρεπτική. Παράλληλα με όλα αυτά φτάνει στο Άγιον Όρος κι ένας μυστηριώδης μοναχός με ένα σκοτεινό παρελθόν που εξαφανίζεται μετά από έναν μήνα. Ποιος είναι στην πραγματικότητα ο μοναχός Ιάκωβος; Τι γυρεύει στο Περιβόλι της Παναγίας και γιατί δε μιλάει σε κανέναν; Πώς θα τα φέρει η μοίρα να βρεθούν καιρό αργότερα σε τελείως απρόσμενες συνθήκες με τον Χριστόφορο;</p>
<p>Ένα διαφορετικό, πολυεπίπεδο, καλογραμμένο μυθιστόρημα, με έναν από τους ωραιότερους χαρακτήρες που έχω συναντήσει, έναν άντρα που αναλαμβάνει τις ευθύνες του και δίνει μόνος του την οριστική λύση στο δράμα που τύλιξε σφιχτά τη ζωή του. Μη διστάσετε να αφήσετε τον εαυτό σας να παρασυρθεί από τις νότες του βιολιού και να μελετήσετε γραμμή γραμμή το Πορτρέτο της σιωπής μιας συγγραφέως που μας χάρισε πρόσφατα το τελευταίο της βιβλίο, «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη». Θα μεθύσετε από το θείο κρασί της συγγραφής και θα γίνετε κοινωνοί μιας πρωτότυπης μυσταγωγίας. Πάντως ειλικρινά πιστεύω ότι αυτό το βιβλίο μπορεί κάλλιστα να μεταφερθεί στην ελληνική τηλεόραση σε μορφή σήριαλ.</p>
<p>Χαρακτηριστικά αποσπάσματα (δεν ξέρω τι να πρωτογράψω):</p>
<p>«Ασυλλόγιστα o Οκτώβρης είχε κάνει τα πρώτα φύλλα να κιτρινίσουν. Συστάδες δέντρων συνομιλούσαν ψιθυρίζοντας το τέλος του καλοκαιριού. Χρωματικοί πορφυρισμοί, παγιδευμένοι στα κλαδιά τους, λαμπύριζαν μες στη βροχή. Η γη απέπνεε τις μυρωδιές της νοτισμένης προσμονής, αφού είχε περάσει πολύς καιρός από την προηγούμενη νεροποντή. Κολασμένα αναζητούσε να ξεδιψάσει απ’ το υγρό της χάδι. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου, μια συκιά, μόνη ανάμεσα στα τόσα αμπέλια, εξακολουθούσε να λατρεύει τον ουρανό, με στραμμένα σε ικεσία τα κλαδιά της, σ’ ένα σιωπηλό θρήνο, ωδή στην αναπόδραστη μοναξιά της. Δακρυσμένες σταγόνες εισχωρούσαν παντού, συνωμοτώντας ψιθυριστά με τους ορεινούς όγκους» (σελ. 13).</p>
<p><a href="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-1.jpg"><img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-3139 " src="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-1.jpg" alt="" width="546" height="364" srcset="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-1.jpg 696w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-1-300x200.jpg 300w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/02/agion_oros-696x464-1-600x400.jpg 600w" sizes="(max-width: 546px) 100vw, 546px" /></a>«Μόνος, αυτός, η θάλασσα και η μουσική του. Η μουσική, που πάντα γύριζε μέσα του, να του θυμίζει, ότι τίποτα περισσότερο δεν χρειάζεται ένας πόθος παρά μια τόση δα μικρή σχισμή, μια ελάχιστη χαραμάδα για να γεμίσει ο νους, μια μόνο σπίθα για να πυρποληθεί η σκέψη» (σελ. 26).</p>
<p>«Πώς κρύφτηκε, Θεέ μου, τόσος πόνος μέσα σε μια στιγμή; Τόση οργή και θλίψη, μέσα σε ένα και μόνο βλέμμα; Σαν ζακετάκι ακουμπισμένο ανέμελα, πάνω στην κουπαστή ενός πλοίου η ψυχή της. Ξεχασμένο εκεί να το φυσά ο αέρας, να το βρέχει η αρμύρα, να το νοτίζει η θάλασσα, λίγο πριν πέσει μέσα στα κύματα της απελπισίας! Κι αν ξέρει κανείς να κολυμπά είναι καλά. Μα κάποιοι δεν μπόρεσαν ποτέ να μάθουν. Πάντα τρόμαζαν να κοιτούν τη θάλασσα, γιατί στο μυαλό τους, βάθη και σκότος, υγρή φυλακή, έρχονται πάντα στη θέα της» (σελ. 40).</p>
<p>«Ο μόνος ήχος που έφτανε στον Χριστόφορο, ήταν αυτός ο μουσικός αποχωρισμός των δροσοσταλίδων, που αργά και σταθερά, έσταζαν στο έδαφος, σίγουρες για τον αφανισμό τους, άστρα που δάκρυζαν για το χαμό της σύντομης ζωής τους» (σελ. 70).</p>
<p>«Ποιος μπορεί άλλωστε να διακρίνει τα όρια σ’ αυτές τις περιπτώσεις και να μιλήσει με σιγουριά; Και ποιος μπορεί να δει στα κατάβαθα της ψυχής του άλλου τι κρύβεται, όταν κισσός ο πόνος απομυζά όσους χυμούς τής έχουν απομείνει;» (σελ. 77).</p>
<p>«Ένας ολόλαμπρος ήλιος ήρθε το επόμενο πρωινό να ζεστάνει γλυκά το νησί. Αναζήτησε με τις πρώτες αχτίδες του την πέτρινη γη να σμίξει μαζί της, έλουσε τα μαλλιά του στο γαλάζιο νερό και πλημμύρισε τον αιθέρα νιάτα και ομορφιά. Όρμησε μέσα από το μισάνοιχτο παράθυρο του δωματίου, τελάλης της καινούργιας μέρας. Στάθηκε πρώτα κοντά στη Φωτεινή, έπαιξε με τα απλωμένα χέρια της και προχώρησε να καλημερίσει τα μάτια της. Τα παγωμένα της δάκρυα τον τρόμαξαν. Γρήγορα πλημμύρισε φως το δωμάτιο, ελπίζοντας έτσι να συνθλίψει τη σκοτεινιά, που στρογγυλοκαθισμένη στο σαλόνι απέναντι από τη Φωτεινή, όλο το βράδυ έμεινε μοναδική συντροφιά, να σκουπίζει τα βουβά δάκρυά της» (σελ. 82).</p>
<p>«Κι ο πόνος τι άλλο, παρά ένα παιδί που γεννιέται όταν η αγάπη ερωτευτεί τον αποχωρισμό, που αγκαλιάζει σφιχτά την καρδιά και το νου και δεν αφήνει περιθώριο στα μάτια να κοιτάξουν γύρω τους μ’ αθόλωτο βλέμμα» (σελ. 84).</p>
<p>«Κι η αγάπη ξέρει να ντύνεται το κουστούμι της υπομονής. Και κάθεται σε μια γωνιά ν’ αχνοχαμογελά, γιατί από πριν γνωρίζει πως τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί σε ό,τι αυτή θελήσει» (σελ. 115).</p>
<p>«Μπορεί μια στιγμή να μετατραπεί σε έναν ολόκληρο αιώνα, κι ένας αιώνας να σβήσει στη διάρκεια μια στιγμής; Δυο ζευγάρια μάτια διασταυρώθηκαν σε μια ανελέητη ματιά! Καρφώθηκαν το ένα μέσα στο άλλο κι αναζήτησαν τις αλήθειες τους. Κι όλη η τρικυμία μιας καταιγίδας αλλά και η γαλήνη μιας λίμνης αποτυπώθηκαν στο βλέμμα τους. Το βλέμμα μιας μόνο στιγμής! Γι’ αυτήν όλη η ζωή, κι ο χρόνος ένας αδιαπραγμάτευτος ληστής της ανθρώπινης μοίρας! Μια στιγμή σαν αιώνας μεγάλη! Σε μια ματιά αναπάντεχη! Αμίλητοι δυο άνθρωποι χάθηκαν στο μελωδικό δάσος ενός βλέμματος! Δυο διψασμένα πουλιά που έψαχναν να βρουν την πηγή της αλήθειας τους. Να δροσιστούν από το νερό της για να συνεχίσουν, χωριστά και πάλι, το καθένα τη δική του πορεία» (σελ. 260).</p>
<p>«Γιατί είναι αλήθεια, κάποτε τα λόγια χάνονται πριν κατορθώσει κανείς να τα αρθρώσει. Καταδικάζονται να μην μπορέσουν ποτέ να δώσουν μορφή σε όσα η καρδιά ορίζει. Και μένουν μόνο οι σκέψεις. Αδύναμα τα χείλη να σχηματίσουν τις λέξεις. Κι οι λέξεις μετέωρες στο λαβύρινθο του νου. Ξεχασμένες σταλαγματιές βροχής που χάθηκαν στην απρόσμενη καταιγίδα. &#8230;γιατί είναι κάποιες φορές που η ζωή παίζει φιλήδονα με τους ανθρώπους και τα πάθη τους. Βγάζει τον κρυμμένο άσο από το μανίκι της και το ρίχνει στο τραπέζι. Και τότε είναι που είτε καίγεσαι και χάνεις τα πάντα, είτε κερδίζεις και τραβάς καινούργιο φύλλο στο παιχνίδι της. Μα τίποτα δε μένει πια ίδιο. Αλλά το κόστος που μοιραία θα κληθείς να πληρώσεις είναι πολύ μεγάλο. Κι άλλοτε πάλι σφυρίζει αδιάφορα τα μυστικά της και φαίνεται να προσπερνά χωρίς να αφήνει πίσω της σημάδια. Μα πάντα, ένα μελτέμι αρώματα, από τα πιο ηχηρά, έρχεται να σφυρίξει τα πιο αναπότρεπτα όνειρα» (σελ. 266).</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.vivliokritikes.com/%cf%80%ce%bf%cf%81%cf%84%cf%81%ce%ad%cf%84%ce%bf-%cf%83%ce%b9%cf%89%cf%80%ce%ae%cf%82-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Ουίσκι μπλε», της Τέσυς Μπάιλα, εκδ. Ψυχογιός</title>
		<link>https://www.vivliokritikes.com/%ce%bf%cf%85%ce%af%cf%83%ce%ba%ce%b9-%ce%bc%cf%80%ce%bb%ce%b5-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bf%25cf%2585%25ce%25af%25cf%2583%25ce%25ba%25ce%25b9-%25ce%25bc%25cf%2580%25ce%25bb%25ce%25b5-%25cf%2584%25ce%25ad%25cf%2583%25cf%2585-%25ce%25bc%25cf%2580%25ce%25ac%25ce%25b9%25ce%25bb%25ce%25b1</link>
					<comments>https://www.vivliokritikes.com/%ce%bf%cf%85%ce%af%cf%83%ce%ba%ce%b9-%ce%bc%cf%80%ce%bb%ce%b5-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Πάνος Τουρλής]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 13 Jan 2020 17:31:47 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κοινωνικό μυθιστόρημα]]></category>
		<category><![CDATA[2014]]></category>
		<category><![CDATA[Βέλγιο]]></category>
		<category><![CDATA[Διώρυγα του Σουέζ]]></category>
		<category><![CDATA[Θάλασσα]]></category>
		<category><![CDATA[Κυκλάδες]]></category>
		<category><![CDATA[Ναυτικοί]]></category>
		<category><![CDATA[Πειραιάς]]></category>
		<category><![CDATA[Πορτ Σάιντ]]></category>
		<category><![CDATA[Σαντορίνη]]></category>
		<category><![CDATA[Τέσυ Μπάιλα]]></category>
		<category><![CDATA[Τρούμπα]]></category>
		<category><![CDATA[Ψυχογιός]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.vivliokritikes.com/?p=2485</guid>

					<description><![CDATA[Η Τέσυ Μπάιλα, ένας ευτυχής συγκερασμός Καβάφη και Ομήρου, ανεβάζει τον πήχη της γραφής της ένα σκαλοπάτι ψηλότερα και μας χαρίζει το Ουίσκι μπλε, ένα αξέχαστο μυθιστόρημα με ένα από τα ωραιότερα εξώφυλλα που έχω δει σε βιβλίο. Νομίζετε ότι ο Οδυσσέας γύρισε στην Ιθάκη και στην Πηνελόπη του και η ιστορία τελείωσε εκεί; Κάνετε [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Τέσυ Μπάιλα, ένας ευτυχής συγκερασμός Καβάφη και Ομήρου, ανεβάζει τον πήχη της γραφής της ένα σκαλοπάτι ψηλότερα και μας χαρίζει το Ουίσκι μπλε, ένα αξέχαστο μυθιστόρημα με ένα από τα ωραιότερα εξώφυλλα που έχω δει σε βιβλίο. Νομίζετε ότι ο Οδυσσέας γύρισε στην Ιθάκη και στην Πηνελόπη του και η ιστορία τελείωσε εκεί; Κάνετε λάθος, ο Οδυσσέας γέννησε απογόνους που αναζητούν τη δική τους πατρίδα και ταξιδεύουν στις άκρες της γης ψάχνοντας το δικό τους μέλλον και αναζητώντας την άκρη της κλωστής που θα τους δέσει γερά με τη ζωή. Ένας τέτοιος απόγονος είναι και ο Μιχάλης του μυθιστορήματος, μια τσακισμένη σβούρα στην αλάνα του χρόνου που στριφογυρίζει από δω κι από κει, ανάλογα με τη φορά του ανέμου της μοίρας και την κλίση του εδάφους της τύχης. Ένας άντρας χαμένος στους δαιδάλους της καθημερινότητας, που ακούει τη φωνή της επίτευξης να αντηχεί στους τοίχους γύρω του και δεν καταφέρνει να βρει τη σωστή γωνία και να στρίψει.<span id="more-2485"></span></p>
<p><em>Βιβλίο <a href="https://www.psichogios.gr/oyiski-mple.html" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Ουίσκι μπλε</strong></a></em><em><br />
Συγγραφέας <a href="http://tbailavaila.blogspot.com/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Τέσυ Μπάιλα</strong></a><strong><br />
</strong>Κατηγορία <a href="http://www.vivliokritikes.com/category/social/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Κοινωνικό μυθιστόρημα </strong></a></em><br />
<em>Εκδότης <a href="https://www.psichogios.gr" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><strong>Ψυχογιός</strong></a></em><br />
<em>Συντάκτης:</em> <a href="https://www.facebook.com/vivliokritikes/"><strong><em>Πάνος Τουρλής</em></strong></a></p>
<p>Ουίσκι μπλε, διάφανο σαν την ψυχή του Μιχάλη, καυτό σαν τη λάβα του ηφαιστείου που ανάγκασε τους γονείς του να εγκαταλείψουν τη Σαντορίνη της δεκαετίας του 1950 για να έρθουν στην Αθήνα, γαλάζιο σαν την κουβέρτα της θάλασσας που καλεί, σαν ανικανοποίητη ζωντοχήρα, κοντά της άντρες ολοζώντανους, στιβαρούς, ετοιμοπόλεμους, για να χορτάσει τη δίψα της και να ικανοποιήσει τον εγωισμό της. Ένα μυθιστόρημα γεμάτο συναισθήματα, εικόνες, ήχους, μυρωδιές, ιστορίες, χαρακτήρες. Κάθε σελίδα κι ένα κύμα που ή σε ανεβάζει ψηλά ή σε καταβαραθρώνει, κάθε λέξη κι ένα σκάφος που σε φέρνει όλο και πιο κοντά στον φάρο του τέλους της ιστορίας, όμως αποζητάς με λαχτάρα να παρεκκλίνεις της πορείας αυτής, να γευτείς με την ησυχία σου την αρμύρα του συγγραφικού ύφους, να χαϊδέψεις με τη σκέψη σου το μυαλό που έχει γεμίσει με όλες αυτές τις εικόνες κι έχει προβληματιστεί σε πρωτόγνωρο βαθμό από όσα η δεξιοτέχνις συγγραφέας επιλέγει να σου παρουσιάσει.</p>
<p>Τι άλλο μπορεί να νιώσει κανείς για ένα κείμενο που από την αρχή κιόλας καλωσορίζει τον αναγνώστη χαρίζοντάς του λέξεις <img loading="lazy" decoding="async" class="size-full wp-image-2487 alignright" src="http://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/αρχείο-λήψης-3.jpg" alt="" width="215" height="234" />γλαφυρές, τρισδιάστατες, και τον τυλίγει με προτάσεις σαν αυτήν: «Κανένας ναυτικός δεν κατάφερνε ν&#8217; αποχωριστεί ποτέ τη θάλασσα και ο Μιχάλης την ένιωθε να κυλά στις φλέβες του από πάππου προς πάππου, να μπαίνει στο αίμα του και να θρέφει την καρδιά του. Την ένιωθε να ζαλίζει τις αισθήσεις του, σαν το ουίσκι που συνήθιζε να πίνει καμιά φορά τα τελευταία χρόνια, όταν ήθελε να ξεχαστεί και αναζητούσε μιαν άλλη θάλασσα για να πλεύσει μέσα στα κύματά της. Ένα ουίσκι δυνατό και καλόπιοτο και το ίδιο εθιστικό&#8230; Ένα ουίσκι, μπλε, όσο πιο βαθύ μπλε ήταν το χρώμα του, τόσο μεγαλύτερος γινόταν ο εθισμός του» (σελ. 18).</p>
<p>Το βιβλίο μάς ταξιδεύει στο Πορτ Σάιντ, όπου ξεκίνησε να χτίζεται ελληνική παροικία τα χρόνια που χτιζόταν η διώρυγα του Σουέζ, στη Σαντορίνη με το καταστρεπτικό ξύπνημα του ηφαιστείου της το 1950, στο Βέλγιο του 1956, οπότε και αυξήθηκε το μεταναστευτικό ρεύμα προς τα εκεί ένεκα η ζήτηση χεριών για εξόρυξη άνθρακα από τα μεταλλεία της χώρας, αν και στα μαγαζιά απαγορεύονταν «οι Έλληνες, οι Ιταλοί κι οι σκύλοι» (στην πόλη Μαρσινέλ του Βελγίου σημειώθηκε τότε το πιο σοβαρό πολύνεκρο εργατικό ατύχημα σε ανθρακωρυχείο) και στην περιβόητη Τρούμπα αλλά και ευρύτερα στον Πειραιά της αναπτυσσόμενης μετεμφυλιακής Ελλάδας, στον Πειραιά της μέρας με τους αχθοφόρους, τους λιμενεργάτες και τους λιμενικούς, και της νύχτας, με τους κουτσαβάκηδες, τις πόρνες και τους κλέφτες. Παρέα στις αναζητήσεις του Μιχάλη για επαγγελματική αποκατάσταση και προσωπική ευτυχία μια φυσαρμόνικα, που ξέρει να τραγουδά από μόνη της λες το πιο ρομαντικό τραγούδι, αυτό της Αριάδνης.</p>
<p>Ένας ζωγραφικός πίνακας αυτό το μυθιστόρημα, με φόντο και προοπτική, γεμάτος χαρακτήρες, άλλους στη σκιά και άλλους στο φως, που όλοι πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή και πότε τον βοηθάνε, πότε τον εξαπατούν. Γεμάτος ο πίνακας αυτός ιστορίες, επάλληλους κύκλους που ολοκληρώνονται σταδιακά, ανθρώπους που παίζουν σκάκι με τη μοίρα τους γεμάτοι αγωνία για την έκβαση. Η συγγραφέας κάπου κάπου διακόπτει τη ροή της αφήγησης για να μας γυρίσει στο μέλλον ή στο παρελθόν κι αυτό βοηθάει στην κλιμάκωση της αγωνίας για την εξέλιξη της πλοκής. Ο χειρισμός λοιπόν είναι αριστοτεχνικός, η επιλογή των χαρακτήρων μοναδική και η σκιαγράφησή τους ανεπανάληπτη. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα και με όλη μου την καρδιά!</p>
<p><em><strong>Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:</strong></em></p>
<p>«Κοιτούσε την πλανεύτρα θάλασσα -μια γυναίκα ξελογιάστρα ήταν του λόγου της. Χαμογέλασε και το χαμόγελό του ήταν χάδι πάνω στο ατίθασο κορμί της». (σελ. 17).</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-2488 alignleft" src="http://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/toumpa-60-s-300x226.jpg" alt="" width="316" height="238" srcset="https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/toumpa-60-s-300x226.jpg 300w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/toumpa-60-s-768x578.jpg 768w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/toumpa-60-s-600x452.jpg 600w, https://www.vivliokritikes.com/wp-content/uploads/2020/01/toumpa-60-s.jpg 780w" sizes="(max-width: 316px) 100vw, 316px" />«Γιατί, ξέρεις, δεν τους σηκώνει όλους η θάλασσα. Άλλους τους θέλει κι άλλους όχι. Εκείνη διαλέγει όποιον θέλει. Κάνει το κουμάντο της μαζί σου κι αν είσαι τυχερός και σε διαλέξει, θα αφήσει το σημάδι της επάνω σου και τότε θα το ξέρεις κι εσύ. Αλλιώς, όσο κι αν θες τίποτα δε γίνεται» (σελ. 82).</p>
<p>«Μετανάστης θα πει ξένος, μάνα, θα πει μόνος, έρημος&#8230;αυτό θα πει και τίποτα περισσότερο, θα πει φτώχεια και μοναξιά. Στην ξένη χώρα λίγες πόρτες ανοίγουν&#8230;κι όταν ανοίξουν σε κοιτούν σα να πρόκειται κακό να τους κάνεις. Και δε σου μιλούν. Λες και φοβούνται ακόμα και τα λόγια τους να σου χαρίσουν, οι άνθρωποι σε αποφεύγουν» (σελ. 200).</p>
<p>«Είπα ν&#8217; αλλάξω τόπο μήπως και βγει από μέσα μου ο πόνος, μα να εδώ στρογγυλοκάθεται ακόμα, είπε κι έκανε μια κίνηση με το χέρι του να δείξει το μέρος της καρδιάς του» (σελ. 236).</p>
<p>«Ένας αλλόκοτος θίασος σκιών βιαζόταν να βγει ξανά στο φως. Μαριονέτες οι οποίες κινούνταν με δυσκολία και υπάκουαν σε κινήσεις προκαθορισμένες από κάποιο αόρατο νήμα. Η καρβουνόσκονη είχε ποτίσει τα ρούχα τους, το δέρμα τους, τα πνευμόνια τους αλλά κυρίως τα όνειρά τους» (σελ. 246).</p>
<p>«Κανείς δεν ξέρει καλύτερα από ένα βαπόρι τι θα πει αποχωρισμός, συλλογίστηκε, καθώς είδε ένα ογκώδες πλοίο να περνά τη μπούκα του λιμανιού και να μπαίνει στο λιμάνι με αργές, ζυγιασμένες κινήσεις. Μόνο ένα βαπόρι ξέρει να ξεχωρίζει τον πόνο του φευγιού από την προσμονή της επιστροφής, τα δάκρυα του ξεριζωμού από εκείνα της χαράς του γυρισμού, σκέφτηκε&#8230;» (σελ. 313).</p>
<p>«Όποιος έχει περάσει τη ζωή του δίπλα στη θάλασσα γνωρίζει καλά ότι όλα τα λιμάνια ζουν δυο παράλληλες ζωές. Μια το πρωί, με τον μόχθο και τη δουλειά των λιμενεργατών, τους αποχωρισμούς και τα ατέλειωτα αντίο, εκείνες οι ώρες που γεμίζουν τον αέρα του λιμανιού με θλίψη λίγο προτού λύουν τα καράβια τους κάβους για να εισχωρήσουν ηδονικά στο θαλασσινό σώμα, και μία, ολότελα διαφορετική ζωή, το βράδυ, όταν μοιάζει όλα να ησυχάζουν και το λιμάνι να αδειάζει&#8230;Ένας ολόκληρος κόσμος κινείται στο περιθώριο και κάνει την εμφάνισή του αμέσως μόλις σβήσει το φως του ήλιου, για να εξαφανιστεί, ως διά μαγείας, λίγο πριν από την επόμενη ανατολή» (σελ. 322).</p>
<p>«Χαλασμένες ζωές, ζωές του λιμανιού, φίλε μου, μα κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει κανένα για τη ζωή του. Δικά του είναι τα λάθη και τα πληρώνει. Δικά του και κανενός αλλουνού» (σελ. 350).</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.vivliokritikes.com/%ce%bf%cf%85%ce%af%cf%83%ce%ba%ce%b9-%ce%bc%cf%80%ce%bb%ce%b5-%cf%84%ce%ad%cf%83%cf%85-%ce%bc%cf%80%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
