51811971_2518932191469014_2623599610488160256_n

Ο Μπέρνι Γκούντερ εργάζεται με ψεύτικη ταυτότητα στο Μόναχο, πιστεύοντας πως κατάφερε τελικά ν’ αφήσει πίσω του το παρελθόν. Κάποια στιγμή όμως τον αναγνωρίζει ένας βρώμικος μπάτσος και του αναθέτει εκβιαστικά μια εκδούλευση. Αυτό θα είναι η αρχή μιας σειράς κλιμακωτών ανατροπών που θα τον οδηγήσουν στην Αθήνα και στα χνάρια του θησαυρού των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Πώς συνδέεται η Γλυπτοθήκη του Μονάχου με το Αρχαιολογικό Μουσείο του Πειραιά και η βύθιση ενός πλοίου που χρησιμοποιούνταν για υποβρύχια ντοκιμαντέρ με τον αφανισμό των περιουσιών των Εβραίων της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της Κατοχής αλλά και με τον πιο περιζήτητο εγκληματία πολέμου που εικάζεται πως δουλεύει για τη γερμανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών BND; Ποιος κρυβόταν ουσιαστικά πίσω από την εξολόθρευση των Εβραίων της συμπρωτεύουσας και γιατί επέστρεψε στην Ελλάδα τώρα; Πώς εμπλέκεται σε όλα αυτά το Ινστιτούτο Πληροφοριών και Ειδικών Αποστολών του Ισραήλ, γνωστό ως Μοσάντ;

Βιβλίο Φοβού τους Δαναούς
Τίτλος πρωτοτύπου Greeks bearing gifts
Συγγραφέας Phillip Kerr
Μεταφραστής Γιώργος Μαραγκός

Κατηγορία Ιστορικό μυθιστόρημα /
Αστυνομικό μυθιστόρημα 
Εκδότης Κέδρος
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Είμαστε στο 1957. «Πιστεύω πραγματικά ότι η νέα Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μπορεί να γίνει εξαιρετική χώρα όταν θα έχουμε τελειώσει τα μερεμέτια» (σελ. 13), εικάζει ο Μπέρνι Γκούντερ που εργάζεται ως Κρίστοφ Γκαντς στο νεκροτομείο ενός νοσοκομείου του Μονάχου. «…για πόλη της Βαυαρίας, το Μόναχο είναι επίπεδο σαν στρώμα ύπνου και εξίσου αναπαυτικό» (σελ. 48). Αγωνίζεται να ξεχάσει, να προχωρήσει μπροστά κι ας υπάρχουν γύρω του ακόμη ερείπια είτε με τη μορφή κτηρίων είτε με τη μορφή ανθρώπων. Η γνωστή φιλοσοφία του απέναντι στον πόλεμο, τη ματαιότητα κλπ. είναι εμφανής κι εδώ, απλώς πιο «κατασταλαγμένη» και γλυκόπικρη: «Με μικρές πράξεις, όπως και η ίδια η Γερμανία, προσπαθούσα να φτάσω σιγά σιγά στην ηθική αξιοπρέπεια» (σελ. 20). Κάνει μια νέα αρχή, παραμένοντας ανώνυμος και σχεδόν κρυμμένος από τις υπηρεσίες αντικατασκοπείας και ασφαλείας. Κάποια στιγμή όμως τον αναγνωρίζει ο Κρίστιαν Σράμα, ένας βρώμικος μπάτσος που τον αναγκάζει να συμμετάσχει σε μια παράνομη δοσοληψία μεταξύ στρατηγών και πολιτικών.

Ο Γκούντερ καταφέρνει να γυρίσει το παιχνίδι κι αυτό τον φέρνει σ’ επαφή με έναν έμπιστο φίλο από το παρελθόν που, ως αντάλλαγμα, του προτείνει να εργαστεί ως πραγματογνώμων σε ασφαλιστική εταιρεία. Η εταιρεία λοιπόν στέλνει τον πρώην επιθεωρητή στην Ελλάδα για μια τυπική έρευνα γύρω από το ναυάγιο ενός πλοίου γερμανικής ιδιοκτησίας που έχει ασφαλιστεί, μόνο που αυτή η υπόθεση θα φέρει τον Γκούντερ αντιμέτωπο με τον αφανισμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης το 1943 και με τις αποτυχημένες προσπάθειες αποκατάστασης των περιουσιών όσων επέζησαν. Όταν μάλιστα βρίσκει ένα πτώμα στον δρόμο της έρευνας, ο υπαστυνόμος Σταύρος Λεβέντης τον πειθαναγκάζει να βρουν μαζί τον ένοχο! Και σα να μη φτάναν όλα αυτά, στο προσκήνιο έρχεται ένας εγκληματίας πολέμου που πρέπει να συλληφθεί, μόνο που η Ελλάδα δεν έχει κάνει καμία τέτοια δίκη.

Η νέα περιπέτεια του Μπέρνι Γκούντερ είναι εντελώς διαφορετική από τις προηγούμενες και ταυτόχρονα εξίσου πολύπλοκη και ανατρεπτική, με τις απανωτές εκπλήξεις που ρίχνουν τον πρωταγωνιστή από τα χέρια του ενός στην ανάγκη του άλλου να έρχονται με καταιγιστικούς ρυθμούς κι όλα αυτά να δένονται εξίσου σφιχτά όσο και οι προηγούμενες υποθέσεις. Η πλοκή διαδραματίζεται μόνο στο παρόν κι έτσι παρακολουθούμε ανεμπόδιστα τα βήματα που θα οδηγήσουν τον Γκούντερ στην έρευνα περί ασφάλισης, στον τρόπο που χάθηκαν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, στο φημολογούμενο μέρος όπου βυθίστηκε ο χρυσός τους και στα ίχνη του Μαξ Μέρτεν, με τους φανταστικούς χαρακτήρες να αναμιγνύονται σωστά με πραγματικά ιστορικά πρόσωπα. Μέσα από το κείμενο διαφαίνονται πολλές από τις εξελίξεις σε οικονομικό, πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο στη Γερμανία και γενικότερα στην Ευρώπη. Μου έκανε εντύπωση η επικείμενη κυριαρχία της Γερμανίας μέσω άλλων οδών, κυρίως οικονομικών, μιας και τα πρώτα της βήματα στη σύγχρονη πραγματικότητα, όπου και πάλι έχει τον πρώτο λόγο στα διεθνή πράγματα, δεν τα είχα συνδυάσει με τις εξελίξεις της εποχής του βιβλίου.  Εξίσου άγνωστα μου ήταν και τα πρώτα βήματα της ΕΟΚ με τις αντίστοιχες αντιδράσεις και προσδοκίες των κρατών, ακριβώς όμως επειδή εδραιώθηκε σε περίοδο νέων πολέμων, στις 25 Μαρτίου 1957, μόλις τέσσερα χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου της Κορέας και σχεδόν στο τέλος της σύρραξης στην Αίγυπτο: «Μια κοινότητα οικονομικών συμφερόντων φάνταζε εντελώς άσχετη με τις ανάγκες των απλών ανθρώπων» (σελ. 249). «Με τη νέα ΕΟΚ η Γερμανία μπορεί να γίνει αυτό που πάντα ήταν το πεπρωμένο της να γίνει: ο αδιαμφισβήτητος άρχοντας της Ευρώπης» (σελ. 435). Προφητικός Μαξ Μέρτεν ή διεισδυτικός και παρατηρητικός Philip Kerr;

Ο Μαξ Μέρτεν είναι και ο άνθρωπος που σχεδόν πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα και απασχόλησε τον ελληνικό και διεθνή Τύπο όταν συνελήφθη στην Ελλάδα για εγκλήματα πολέμου το 1957 αλλά εν όψει του δανείου με τη Γερμανία τον Νοέμβριο του 1958 άλλαξε ο σχετικός νόμος το 1959 κι έτσι επιτρεπόταν η απελευθέρωση των εγκληματιών πολέμου, κάτι που προκάλεσε παγκόσμια κατακραυγή! Απελευθερώθηκε και απελάθηκε στη Γερμανία, ξεκινώντας μια σειρά έντονα δυσφημιστικών δημοσιευμάτων και μαρτυριών που γιγάντωσαν το ήδη υπάρχον σάλο. Ο χαρακτήρας του είναι σχεδόν τρισδιάστατος και πολυεπίπεδος, οδηγεί τις εξελίξεις, επιφυλάσσει εκπλήξεις και καταστρέφει μια από τις τελευταίες ελπίδες του Γκούντερ για ήρεμη ζωή. Από το κείμενο περνάνε κι άλλοι εγκληματίες πολέμου κι έτσι έχουμε και πάλι ένα δυνατό, ανατρεπτικό, ενδιαφέρον και τεκμηριωμένο μυθιστόρημα.

Κρίμα όμως που η ματιά του συγγραφέα απέναντι στα ελληνικά πράγματα είναι αρκετά υποτιμητική, έστω και με τη δικαιολογία πως δεν καταγράφει δικές του γνώμες αλλά διατυπώνει ειρωνικά και καυστικά σχόλια μέσω των ηρώων του. Από την αρχή σχεδόν ο διευθυντής της ασφαλιστικής εταιρείας τονίζει: «Η ουσία είναι πως σε ό,τι έχει σχέση με το χρήμα -το δικό μας χρήμα- δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τους Έλληνες. Αυτοί οι κατσικογάμηδες είναι η πιο ακόλαστη φυλή στην Ευρώπη. Γεννιούνται ψεύτες και λωποδύτες… Οι δυνατότητες για κομπίνα είναι ατελείωτες» (σελ. 123). Ο Έλληνας βοηθός πραγματογνώμονας της εταιρείας, Αχιλλέας Γαρλόπης (δεν ξέρω τι είναι χειρότερο, το ονοματεπώνυμό του ή το βαφτιστικό της γραμματέως του, Τελέσιλλα) λέει: «…και οι δύο αυτές υπηρεσίες, όντας ελληνικές, είναι αργές και γραφειοκρατικές…» (σελ. 133). Και το υπερβολικό και ίσως άτοπο: «Πολλοί Έλληνες οπλοφορούν, φυσικά. Εξαιτίας των ναζί. Και πριν από αυτούς, εξαιτίας των Τούρκων» (σελ. 134).

Ο συγγραφέας δε διστάζει να περιγράψει με υποτιμητικά σχόλια την αλλαγή φρουράς και τους Εύζωνες (σελ. 139-140, «…φαινόταν λες και οι δύο άντρες προσπαθούσαν να παρωδήσουν την όλη τελετή, αλλά το μόνο που πρόσθετε αυτό ήταν μια διασκεδαστική γραφικότητα» μεταξύ άλλων) ενώ οι περιγραφές της κυκλοφοριακής συμφόρησης και ο θόρυβος από τα μηχανάκια καταντούν σχεδόν γραφικές. Δεν αντιδρώ από υπερβολική αγάπη για την πατρίδα μου, η οποία, όπως όλες, έχει κι αυτή τα ελαττώματά της, και καταλαβαίνω το πνεύμα του σκεπτικιστή και κυνικού Μπέρνι Γκούντερ, απλώς η όλη αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι αυτή του κιτσαριού, της ελαφρότητας και της κουτοπονηριάς, χωρίς μεγάλα περιθώρια να περιγραφούν άλλες αρετές του λαού. Δείτε για παράδειγμα πόσο πιο έξυπνο και μετριοπαθές είναι αυτό το σχόλιο: «Όχι, η ιστορία του ανθρώπου έχει πιο πολλές τρύπες κι από τις πολιτικές διακηρύξεις της κυβέρνησης» (σελ. 159). Ακόμη κι αυτή η παρατήρηση για το αργασμένο δέρμα των ψαράδων: «Ο λιμενάρχης ανήκε σε ένα είδος που διέφερε από τους αρχαϊκούς ανθρώπους της Ερμιόνης, αφού το δέρμα του προσώπου του δεν ήταν αγορασμένο από το ντόπιο βυρσοδεψείο» (σελ. 295). Επομένως, ίσως να φταίει η επιλογή λέξεων ή η σχεδόν μονοδιάστατη καταγραφή των ελληνικών συνηθειών που να δημιουργεί αυτό το άσχημο κλίμα. Ευτυχώς που έρχεται ο Αυστριακός Γκέοργκ Φίσερ: «Ποιος μπορεί να έχει κακή διάθεση σε μια χώρα όπως αυτή; Μπορεί οι Έλληνες να είναι απερίσκεπτοι αλλά το καλοκαίρι αυτή η χώρα είναι η καλύτερη χώρα στον κόσμο» (σελ. 143). Στα θετικά είναι επίσης το σεργιάνι στην Πλάκα μέσα από εντελώς διαφορετικής κατεύθυνσης τότε δρόμους, κάτι που δείχνει την έρευνα του συγγραφέα, οι πανέμορφες Σπέτσες και η συναρπαστική περιγραφή του Παρθενώνα (πάλι καλά που άρεσε στον Γκούντερ, που μέχρι κι αυτός λύγισε μπροστά στην ομορφιά του).

Το κέντρο της Αθήνας, η πλατεία Συντάγματος με τα ξενοδοχεία της, οι φυλακές Αβέρωφ στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, το Παναθηναϊκό Στάδιο, ο Πειραιάς, η Κόρινθος, η Ερμιόνη και η Κόστα, οι Σπέτσες είναι τα σημεία στα οποία διαδραματίζεται η νέα περιπέτεια του Μπέρνι Γκούντερ, με αρκετές ενδιαφέρουσες αποκαλύψεις, βρώμικα μυστικά, σοκαριστικές αλήθειες, διεισδυτικές παρατηρήσεις, κυνισμό, λίγο ρομάντσο και μια δυνατή και εντελώς διαφορετική πρόταση συνεργασίας που θα φέρει στη ζωή του πρώην αστυνομικού τα πάνω κάτω. Πικρές αλήθειες για τον χειρισμό των εγκληματιών πολέμου από τις ευρωπαϊκές χώρες μετά τον πόλεμο, διευκρινίσεις για την τύχη του χρυσού των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και ένας μάρτυρας-κλειδί είναι μερικά μόνο από τα πραγματολογικά επιχρίσματα μιας δυνατής, αν και κάπως ανθελληνικής, περιπέτειας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *