29597888_961888513972311_8254497374134623316_n

Τι είναι το… Αυτό; Τι κινείται στους σκοτεινούς υπονόμους κι εμφανίζεται κάθε 26 με 28 χρόνια περίπου; Γιατί επιτίθεται; Πότε άρχισε να εμφανίζεται και τι θέλει; Γιατί το ποσοστό δολοφονιών στο Ντέρι είναι εξαπλάσιο από κάθε άλλης, ανάλογου πληθυσμού, πόλης στη Νέα Αγγλία; Η ιστορία κινείται σε δύο χρονικά σημεία: στο 1958 και στο 1985. Τότε το Αυτό έβαλε στο στόχαστρο μεταξύ άλλων εφτά παιδιά και τώρα το Αυτό εμφανίστηκε ξανά σκοτώνοντας έναν ομοφυλόφιλο οπότε οι μικροί αυτοί ήρωες, που πλέον μεγάλωσαν, αναγκάζονται να επιστρέψουν στο Ντέρι και να υλοποιήσουν την υπόσχεση που έδωσαν όταν βγήκαν νικητές από τη μάχη με Αυτό. Τι θα κάνουν τώρα; Πόσο έτοιμοι είναι να επιστρέψουν στο παρελθόν και να αντιμετωπίσουν τους μεγαλύτερους φόβους τους μα πάνω απ’ όλα τον ίδιο τους τον εαυτό;

Βιβλίο Το Αυτό
Τίτλος πρωτοτύπου It
Συγγραφέας Stehen King

Μεταφραστής Έφη Τσιρώνη
Κατηγορία
 Κοινωνικό μυθιστόρημα / Τρόμου
Εκδότης Κλειδάριθμος
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Καλώς ήρθατε σε ένα μυθιστόρημα τρόμου που αποτελεί την επιτομή του είδους και κατ’ εμέ ένα από τα καλύτερα έργα του Stehen King. Ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε αρχικά το 1986 ενώ το 2017 μεταφράστηκε εκ νέου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος και κυκλοφόρησε σε δίτομη φροντισμένη έκδοση. Ένα κείμενο που δεν τόλμησα να το διαβάσω βράδυ παρά μόνο με το φως του ήλιου, όσο κι αν δεν κοιμόμουν από την αγωνία που είχα για το τι θα γίνει παρακάτω. Ένα εξαιρετικά γραμμένο, πολυεπίπεδο κείμενο, γεμάτο ένταση, αγωνία, φόβο, μικρές και μεγάλες ιστορίες που συγκροτούν έναν ασφυκτικό κλοιό, απ’ τον οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει και διαλεγμένους χαρακτήρες, γύρω από τους οποίους στήνεται ένας ανάγλυφος μικρόκοσμος που δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να δώσει μικρές και ρεαλιστικές εικόνες της Αμερικής, ντύνοντας την καθημερινότητα των προσώπων με ατάκες από τηλεοπτικές εκπομπές (πόση τηλεόραση, Θεέ μου!), σχόλια πάνω σε κόμικς, τρόφιμα, μουσική, μπέιζμπολ κ.λπ. καθώς και άλλα πραγματολογικά στοιχεία αυτής της μεγάλης χώρας.

Στον Stehen King δεν ασκείς κριτική, απλώς καταγράφεις τις σκέψεις σου και τις διακυμάνσεις της ψυχολογίας σου κατά την πορεία της ανάγνωσης. Έτσι κι εγώ, κατά διαστήματα εμπλούτιζα αυτό εδώ το κείμενο ορμώμενος κάθε φορά από διαφορετικά ερεθίσματα που προέκυπταν ως το τέλος του έργου κι ελπίζω να μη φαίνεται σαν patchwork με σκόρπια αισθήματα κι εντυπώσεις από δω κι από κει αλλά ολοκληρωμένο, συνεχές και πλήρες (βέβαια, όσα και να γράψεις για κάποια βιβλία του σημαντικού αυτού συγγραφέα και πάλι λίγα θα είναι, όλο και κάτι θα έχει παραλειφθεί ή ξεχαστεί ή αποσιωπηθεί…). «Το Αυτό» δεν είναι ένα μυθιστόρημα που σε πιάνει από την αρχή και σε οδηγεί ως το τέλος ήρεμα κι ωραία, σχεδόν στρωτά, αντίθετα, σε κάθε σελίδα βρίσκεις και κάπου αλλού να σταθείς (σε μια ιδέα, σε μια σκέψη, στο δίκαιο από τις συνέπειες κάποιων πράξεων, στο πώς θα αντιδρούσες σε γεγονότα που εσύ σίγουρα θα τα χειριζόσουν αλλιώς…) και κάθε παράγραφος, κάθε κεφάλαιο είναι και μια καινούργια αναγνωστική πρόκληση. Μου έκανε εντύπωση μάλιστα που σε κάθε μα κάθε κεφάλαιο όταν το ολοκλήρωνα ένιωθα και πιο γεμάτος, όχι τόσο από άποψη ολοκλήρωσης της πλοκής ως εκεί αλλά από άποψη συναισθηματικής πληρότητας.

Έπαιρνα βαθιά ανάσα και άφηνα να περάσει κάποιο διάστημα πριν συνεχίσω την ανάγνωση, ώστε να αφήσω να κατασταλάξει μέσα μου ό,τι απορρόφησα μέχρι εκείνο το σημείο (είτε αυτό ήταν οι διαφορετικές φάσεις που ζούσαν τα τότε παιδιά και τωρινοί ενήλικες είτε ήταν ο σχολικός εκφοβισμός που υφίσταντο είτε ακόμη και η ιστορία του ομοφυλόφιλου που δολοφονήθηκε το 1985 κι ήταν η αρχή για να επιστρέψουν τα παιδιά πίσω και να πολεμήσουν είτε κάποιο από τα χιλιάδες άλλα περιστατικά που ξεπηδούσαν κάθε τρεις και λίγο).Θα ξεκινήσω με το 1985 και την ποικιλία εκφραστικών μέσων και ιστοριών που φρόντισε να χαρίσει ο Stehen King στους χαρακτήρες του. Η παρέα αποτελείται από τους: Μάικ Χάνλον (τώρα βιβλιοθηκονόμος και είναι εκείνος που έκανε το μοιραίο τηλεφώνημα για να γυρίσουν τα παιδιά στο Ντέρι), Στάνλεϊ Γιούρις (επιχειρηματίας), Γουίλλιαμ (Μπιλ) Ντένμπροου (επιτυχημένος συγγραφέας ιστοριών τρόμου και σεναριογράφος ταινιών), Ρίτσαρντ Τόζιερ (μίμος και επιτυχημένος παρουσιαστής ραδιοφωνικής εκπομπής), Μπεν Χάνσκομ (διάσημος και πάμπλουτος αρχιτέκτονας), Έντι Κάσπμπρακ (σοφέρ, ιδιοκτήτης εταιρείας με λιμουζίνες) και Μπέβερλι Μαρς (παντρεμένη με σύζυγο που την κακοποιεί και σχεδιάστρια ρούχων).

Όλοι τους, μετά το μοιραίο τηλεφώνημα, αρχίζουν να ξαναζούν τις φριχτές αναμνήσεις της παιδικής τους ηλικίας, τα δύσκολα χρόνια και φυσικά ξαναβλέπουν το Αυτό, το πώς τους είχε επιτεθεί και πώς το αντιμετώπισαν μόνοι τους πριν την τελική αναμέτρηση… Τα πάντα ήταν βαθιά σπρωγμένα μέσα τους, κι ας ξεπηδούσαν στις ξάγρυπνες νύχτες τους με τη μορφή εφιαλτών και άναρθρων κραυγών, τρομάζοντας τους συντρόφους τους ενώ τώρα ξαναβγήκαν στην επιφάνεια με θράσος και αναίδεια.

Ας μου επιτραπεί να σταθώ περισσότερο στη ζωή της Μπέβερλι Μαρς, μιας και η ζωή της είναι αυτή μιας κακοποιημένης γυναίκας, υποταγμένης στις επιθυμίες του άντρα της και θύμα των ταπεινώσεών του. Όχι όμως το μοιραίο βράδυ του 1985. Ο συγγραφέας κατέγραψε με τον καλύτερο τρόπο τα συναισθήματα και τις δύσκολες καταστάσεις που βιώνει μια γυναίκα υποταγμένη στη μανία και το ξύλο του άντρα της: τα αδιέξοδα, τη σιωπή, την ανοχή, την παραμονή, τα μακρυμάνικα ρούχα, το αχαλίνωτο σεξ που πάντα είναι καλύτερο μετά τον ξυλοδαρμό (τώρα θα ʼλεγα…). Μιας και όμως ο Stehen King δεν γράφει ρομαντικά, το θύμα παίρνει την κατάσταση στα χέρια του και ακολουθεί μια εκπληκτική σκηνή ξυλοδαρμού του συζύγου (ναι, ΤΟΥ συζύγου), στην οποία αποτυπώνονται η ψυχολογία των δύο ανθρώπων, πώς αλλάζει η θέση ανάμεσά τους και κυρίως πώς σκέφτονται και γιατί ενεργούν έτσι. Η Μπεβ σηκώνει κεφάλι, ο άντρας της γίνεται έξαλλος, τη δέρνει και τότε… Όχι, δεν φτάνουμε στον φόνο αλλά αυτό και μόνο το κεφάλαιο θα μπορούσε να αποτελέσει υπόδειγμα χειρισμού και καταγραφής ενός τόσο δύσκολου και απάνθρωπου θέματος από μελλοντικούς συγγραφείς. Πώς ήταν τα παιδικά χρόνια του άντρα αυτού; Με τη ζωστήρα σε πρώτη θέση για οποιοδήποτε παράπτωμα έκανε: «Έλα εδώ, Τόμι! Πρέπει να πάρεις το μάθημά σου»!

Ο Μάικ κάνει τα τηλεφωνήματα. Η παρέα επιστρέφει. Μετά το αρχικό σοκ της διαπίστωσης των αλλαγών που υπέστησαν τουλάχιστον εξωτερικά όλα αυτά τα χρόνια, με τη βοήθεια του Μάικ, βγαίνουν στην επιφάνεια και κάποια άλλα κοινά χαρακτηριστικά που δε φαντάζονταν. Τυχαία άραγε κράτησαν κάποιους κοινούς παρονομαστές στη ζωή τους; Όλοι φοβούνται, όλοι έχουν αλλάξει (δεν έγραψα «βελτιωθεί») και όλοι συμφωνούν πως το Αυτό επέστρεψε. Τους τη φυλάει που δεν το άφησαν να εκτονωθεί και να ολοκληρώσει τη δράση του όπως κάνει κάθε φορά, αφού το διέκοψαν τον Αύγουστο του 1958. Τι είχαν κάνει τότε τα παιδιά; Πώς του επιτέθηκαν; Πώς το αντιμετώπισαν; Και πώς επιβίωσε; Γιατί τώρα σχεδόν τους κάλεσε να το αντιμετωπίσουν;

Πίσω στο 1958, ο βραδύγλωσσος Γουίλλιαμ («Μπιλ ο Κεκές») έχει χάσει πριν ένα χρόνο τον μικρότερο αδελφό του κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας και μιας πρωτοφανούς πλημμύρας στην πόλη (βρέθηκε άγρια δολοφονημένος παρ’ όλ’ αυτά), ο Μπεν είναι ένα χοντρό, άσχημο παιδί που παίρνει καλούς βαθμούς στο σχολείο, ξέρει από κατασκευές, μεγαλώνει χωρίς φίλους και είναι ερωτευμένος με την Μπέβερλι, ο Ριτς φοράει χοντρά γυαλιά μυωπίας κι έχει δύο μπροστινά δόντια να εξέχουν σαν του κουνελιού, ο Έντι έχει άσθμα, ο Σταν είναι Εβραίος και ο Μάικ έγχρωμος ενώ η Μπέβερλι είναι μια ερωτική πρόκληση για κάθε αρσενικό που σέβεται τον εαυτό του. Αυτά τα παιδιά βιώνουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έντονο εκφοβισμό, κυρίως από την τριάδα των χειρότερων μαθητών του σχολείου. Σταδιακά όμως, όταν αρχίζουν να γνωρίζονται και να σχηματίζουν μια παρέα, ξεκινάνε να ορθώνουν και το ανάστημά τους. Φυσικά το καθένα απ’ αυτά έχει ήδη δει και αντιμετωπίσει το Αυτό με τη μορφή που τους φοβίζει περισσότερο. Κι εδώ παρατίθενται διαφορετικές αφορμές εκφοβισμού και πολλά περιστατικά ανθρωποκυνηγητού στις γειτονιές και στις ερημιές της πόλης. Γεγονότα και πράξεις που φοβίζουν τα τότε παιδιά, δίνουν στη συμμορία των τριών κακών παιδιών τη γεύση της νίκης και αυξάνουν την αδρεναλίνη τους.

Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας μεγαλώνουν σε μια δραστήρια κοινωνία, με πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις, σε μια πόλη γεμάτη εγκαταλειμμένα εργοστάσια, πρόσφορα για εξερεύνηση, και αγωγούς λυμάτων και ποτάμι και μια έκταση γνωστή ως Χερσότοπο. Κι όμως το 1958 και μετά από μια σειρά θανάτων άγρια δολοφονημένων παιδιών, ανακοινώθηκε απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 19.00! Ο Μάικ, ο Έντι, ο Ριτς, η Μπεβ, ο Μπιλ, ο Μπεν, ο Σταν, γνωρίστηκαν και ενώθηκαν γιατί αυτό ήταν «ένας τρόπος… να μεταμορφωθούν σε προσωπικότητες που δεν είχαν καμία σχέση με τους φόβους, τις ελπίδες, τις ατέλειωτες απαιτήσεις των γονιών τους» (τ. 1, σελ. 448). Κι όλοι είχαν την ίδια αίσθηση, ένιωσαν λες και άκουσαν ένα κλικ κουμπώματος και σωστής σύνδεσης κάθε φορά που προστίθετο και νέο μέλος, λες και κάποιος έφτιαχνε ένα αόρατο παζλ με τη δική τους ακούσια συμμετοχή. Και πάλι υπάρχει ποικιλία βιωματικών καταστάσεων στο οικογενειακό υπόβαθρο των παιδιών, από τον ξυλοδαρμό της Μπεβ από τον πατριό της ως την εργάτρια σε εκκοκκιστήριο μάνα του Μπεν και από τη σκληρή αλλά τρυφερή αγροτική ζωή του Μάικ (που από ένα σημείο και μετά ησύχασε από τις έντονες επιθέσεις ρατσιστικού χαρακτήρα εναντίον της οικογένειάς του) ως την υπερ-προστατευτική μητέρα του Έντι που τον έτρεχε για ψύλλου πήδημα σε γιατρούς και νοσοκομεία κι ως την παγωνιά που επικρατούσε στο σαλόνι του σπιτιού του Μπιλ μετά τον θάνατο του αδελφού του ανάμεσα στους γονείς του («Η μαμά και ο μπαμπάς του ήταν και τότε βιβλιοστάτες στον καναπέ, με τη διαφορά ότι εκείνος και ο Τζορτζ ήταν τα βιβλία. Από τότε που πέθανε ο Τζορτζ, ο Μπιλ είχε προσπαθήσει πολλές φορές να γίνει ανάμεσά τους το βιβλίο την ώρα της τηλεόρασης, η δουλειά όμως είχε αποδειχτεί πολύ κρύα», τ. 1, σελ. 375). Παιδιά λοιπόν που κακοποιούνται ή είναι τυχερά και ζουν μια φυσιολογική ζωή ή νιώθουν μόνα σε ένα σπιτικό όπου οι γονείς επιστρέφουν από τη δουλειά ή μαγειρεύουν φαγητό. Γιατί λοιπόν να διαταραχτεί αυτή η καθημερινότητά τους από το Αυτό;

Τα τρία αλητάκια, που τρομοκρατούν και επιτίθενται στη «Λέσχη των Λούζερ» όπως αυτοαποκαλούνται, έχουν κι αυτά τη δική τους ψυχολογία, νοοτροπία και αντιλήψεις, απλώς από την αρχή είναι καμένα χαρτιά και οι προσωπικότητές τους βοήθησαν τον Stehen King να βγάλει τον χειρότερο εαυτό του σε διαστροφική φαντασία, ειδικά με την περίπτωση του Πάτρικ Χόκστετερ, που έχει ως χόμπι να κλείνει σε ένα παρατημένο ψυγείο στη χωματερή κατοικίδια ζώα που αρπάζει από τους γείτονές τους. Έφτασα μάλιστα σε σημείο να αναρωτιέμαι τι σχολείο είναι αυτό στο Ντέρι και τι μαθητές φιλοξενεί, μιας και το 70 % των περιπτώσεων είναι προβληματικές. Μάλιστα, ο ίδιος ο συγγραφέας με έβγαλε από τη δύσκολη θέση, εκφράζοντας με το δικό του χαρακτηριστικό ύφος την απογοήτευσή μου για το εκπαιδευτικό επίπεδο της πόλης: «Με άλλα λόγια το Δημοτικό Σχολείο του Ντέρι ήταν το τυπικό χαοτικό εκπαιδευτικό τσίρκο, ένα τσίρκο με τόσο πολλά νούμερα, που ίσως ακόμα κι αυτός ο Πενιγουάιζ (το Αυτό, δηλαδή) να περνούσε απαρατήρητος» (τ. 2, σελ. 287).

Ο πρώτος τόμος τελειώνει αφού έχουμε μάθει τα πάντα για το παρελθόν των παιδιών και το παρόν τους στην ενήλικη ζωή τους, έχουμε καταλάβει κάθε πότε χτυπάει το Αυτό και με τι μορφή και τι συνέπειες αλλά δεν έχουμε δει ούτε πώς πολέμησαν την πρώτη φορά το τέρας ούτε τι απέγινε η τριάδα που εκφόβιζε τα παιδιά μετά το 1958. Για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, δεν επιστρέφουν μόνο οι πρωταγωνιστές της ιστορίας αλλά και τρεις ανεπιθύμητοι χαρακτήρες, που καλό θα ήταν να κάτσουν στ’ αυγά τους αλλά φευ… «-Χριστέ μου, τι είναι αυτό που ζούμε; είπε ο Ρίτσι. Καμιά από κείνες τις σαπουνόπερες όπου όλοι εμφανίζονται αργά ή γρήγορα;» (τ. 2, σελ. 590).

Στον δεύτερο τόμο έχουμε την κορύφωση των ιστοριών του παρελθόντος και του παρόντος με έναν πανέξυπνο και ευρηματικό χειρισμό, όπου το τέλος κάθε κεφαλαίου που μιλάει για το χτες είναι η αρχή του επόμενου που μιλάει για το σήμερα. Παραλληλισμοί, παρεμφερείς εικόνες και σκηνικά που βοηθάνε τη μυστηριώδη αμνησία της Λέσχης των Λούζερ να απομακρυνθεί σταδιακά και σελίδα τη σελίδα να μάθουμε πώς αντιμετώπισαν το Αυτό το 1958, τι συνέβη και γιατί ένιωσαν πως κέρδισαν. Εδώ υπάρχουν άφθονες σκηνές αιματοχυσίας και ξέφρενου κυνηγητού, που μου θύμισαν τον κλασικό και αγαπημένο Stehen King, τις οποίες επίσης προσπέρναγα και ναι, το Αυτό αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά, να αποκτά υπόσταση και να καταλαβαίνει ο αναγνώστης περίπου για τι πλάσμα πρόκειται. Αυτή η αποκάλυψη ίσως ξενερώσει κάποιους, ειδικά όσους έχουν παρασυρθεί από τις ρεαλιστικές απεικονίσεις της κοινωνίας και την αληθοφάνεια των ιστοριών των πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών του βιβλίου. Ας μην ξεχνάμε όμως για ποιον συγγραφέα μιλάμε.

Αν εξαιρέσουμε την αρχική εμφάνιση του Αυτού στη Γη κάτι αιώνες πίσω, που δεν με έπεισε αλλά δεν με νοιάζει, πρόκειται για μια οντότητα που εκπροσωπεί τον τρόμο του καθενός μας, ζωντανεύει τους χειρότερους εφιάλτες μας και τρέφεται από αυτήν την αδυναμία που προκύπτει. Γιατί όμως τρέφεται κυρίως με παιδιά και γιατί κατάφεραν να το πολεμήσουν η συγκεκριμένη παρέα αυτών των εφτά ηρώων; Η άποψη του συγγραφέα δίνει αφορμή για πολλή περαιτέρω σκέψη: «Οποιοδήποτε από αυτά τα εφτά παιδιά θα μπορούσε να Το χορτάσει και να Το ξεδιψάσει, κι αν δεν είχε τύχει να έρθουν και τα εφτά μαζί, το Αυτό σίγουρα θα τα είχε πάρει ένα ένα, αφού η ποιότητα του μυαλού τους θα Το είχε προσελκύσει όπως η μυρωδιά μιας ζέβρας προσελκύει ένα λιοντάρι σ’ έναν συγκεκριμένο νερόλακκο. Και τα εφτά μαζί όμως είχαν ανακαλύψει ένα ανησυχητικό μυστικό που ακόμα και το Αυτό αγνοούσε: ότι η πίστη είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις. Αν υπάρχουν δέκα χιλιάδες χωρικοί που δημιουργούν βρικόλακες πιστεύοντας στην ύπαρξή τους, τότε ίσως υπάρξει και ένας –μάλλον παιδί- που θα επινοήσει με τη φαντασία του και τον πάσσαλο για την εξόντωσή τους. Ο πάσσαλος όμως δεν είναι παρά ένα κομμάτι ξύλο, το μυαλό είναι το σφυρί που τον καρφώνει στο κατάλληλο σημείο» (τ. 2, σελ. 565).Ο ίδιος ο συγγραφέας γράφει στο σημείωμά του για την επετειακή έκδοση των 25 χρόνων αυτού του μυθιστορήματος: «Ποιο τέρας θα κρυβόταν πίσω από τις μάσκες και τους καθρέπτες;… Κατά βάση θα ήταν το τρολ που κρύβεται κάτω από τις γέφυρες, τις οποίες όλοι μας διασχίζουμε καθώς αφήνουμε την παιδική μας ηλικία και ενηλικωνόμαστε» (τ. 2, σελ. 747).

Άλλο ένα θετικό χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι η αγάπη του συγγραφέα προς τις βιβλιοθήκες και μέσα από αυτές προς τη γνώση, τη μάθηση, τις σπουδές (έχω διαβάσει την «Αστυνομία της βιβλιοθήκης» του ιδίου και μόνο τα καλύτερα έχω να πω). Ο Μάικ Χάνλον εργάζεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη και από αυτόν τον χαρακτήρα έχουμε το μικρόβιο της έρευνας, μιας και ο βιβλιοθηκάριος πρέπει να μάθει καλά την ιστορία της πόλης του και της ευρύτερης περιοχής, να κατανοήσει, να καταγράψει και μετά να κινηθεί ενώ ταυτόχρονα η καθημερινότητά του είναι μια ρουτίνα (τελικά μόνο σε μένα αρέσουν αυτές οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις κλεισίματος, ανοίγματος και καταγραφής που χαρακτηρίζουν το επάγγελμά μου;): «…εγώ θα μείνω εδώ μέχρι να πεθάνω, κολλώντας με σελοτέιπ σελίδες σκισμένες από το Business Week, συμμετέχοντας στις μηνιαίες συναντήσεις για την απόκτηση των νέων τίτλων της βιβλιοθήκης…» (τ. 1, σελ. 228). Στο αντίθετο άκρο κινείται ο Μπεν Χάνσκομ, εκπροσωπώντας τον χαρακτήρα του αναγνώστη που λατρεύει τη βιβλιοθήκη: τους ήχους της, τη μυρωδιά των βιβλίων («…πιπεράτη μυρωδιά, σχεδόν θεΐκή», τ. 1, σελ. 274), τους επισκέπτες, την ποιότητα του φωτός, «πλάθοντας με τη φαντασία του τους κόσμους αυτών που ζούσαν στον καθένα…» (τ. 1, σελ. 274) και τόσα άλλα. Ένας υπέροχος άξονας με δύο διαφορετικά κέντρα αναφοράς! Και πάνω που έκανα τη σύγκριση και άφηνα το βίτσιο του επαγγέλματος να με παρασύρει, πετάει ο συγγραφέας μια πρόταση που μου έφερε ρίγη ανατριχίλας: «…άραγε θα κατατροπωνόταν το κτήνος.. ή μήπως θα έτρωγε τους καλούς;». Ναι, υποτίθεται ότι αυτό είναι απορία των παιδιών που ακούνε το παραμύθι στο παιδικό τμήμα της Βιβλιοθήκης, μου ακούστηκε όμως έντονα ως προοικονομία για το μέλλον των ηρώων του βιβλίου που διάβαζα (όπως επίσης όταν τα παιδιά πάνε να δουν στο σινεμά τον «Έφηβο Λυκάνθρωπο» ο αστυνομικός στο τέλος της ταινίας: «… είπε με επισημότητα σ’ έναν άλλο μπάτσο ότι αυτό θα έπρεπε να διδάξει στους ανθρώπους να μην ανακατεύονται σε δουλειές που ήταν προτιμότερο να τις αφήνουν στην κρίση του Θεού»-τ.1, σελ. 550)!

Η γραφή είναι ανατριχιαστική, ρεαλιστική, σκληρή, κυνική, ωμή και κατά τόπους λογοτεχνική! Αυτό με ξάφνιασε γιατί δεν περίμενα καλολογικά στοιχεία και κυρίως παρομοιώσεις τόσο απόλυτα ταιριαστές με την ατμόσφαιρα και τις σκηνές που περιγράφονται! Για παράδειγμα, αγάπησα με την πρώτη την εξής πρόταση: «Ο πισινός του χτύπησε στα ράφια της πλάτης του μπαρ και τα γυαλικά κουτσομπόλεψαν λιγάκι καθώς τα μπουκάλια τσούγκριζαν μεταξύ τους» (τ.1, σελ. 128). Επίσης, λες με χαιρεκακία, ο συγγραφέας δίνει τον πρώτο λόγο στον καρκίνο, χαρίζοντας στον αναγνώστη μια ανατριχιαστική εικόνα που δύσκολα θα ξεχάσει: «…ένιωσα τον καλπάζοντα καρκίνο που το γλεντούσε ξαμολημένος στο σώμα του, καταβροχθίζοντας ό,τι καλό είχε μείνει για να καταναλωθεί -όχι πως είχαν μείνει και πολλά πλέον, τα ντουλάπια του Άλμπερτ Κάρσον είχαν σχεδόν αδειάσει» (τ. 1, σελ. 242). Σε άλλα σημεία, έχυν τη δυνατότητα να ξεπηδήσουν κωμικοτραγικές αλήθειες: «Η κυρία Κόουλ ήταν πολύ δημοκρατικός άνθρωπος. Σιχαινόταν εξίσου όλα τα παιδιά» (τ. 1, σελ. 545). Άλλη αγαπημένη παρομοίωση: «Ο Χάρολντ Γκάρντενερ είδε τα κτίρια που ήταν αντικριστά στη Μέιν Στριτ να γέρνουν το ένα κοντά στο άλλο σαν κυρίες που πιάνουν το κουβεντολόι παίζοντας χαρτιά, με τα κεφάλια τους σχεδόν να αγγίζονται» (τ. 2, σελ. 685).

Επίσης δε γίνεται να μην επεκταθώ σε αυτό το υποδόριο, εκλεπτυσμένο χιούμορ που μου προκαλούσε κατά καιρούς νευρικά γέλια (και τη χρειαζόμουν αυτήν την εκτόνωση, μιας και η ιστορία δε με άφηνε να πάρω ανάσα): «Μια άλλη γυναίκα σκοτώθηκε όταν η ξαφνική και βίαιη αναστροφή των λυμάτων, που προκλήθηκε από το διογκούμενο μεθάνιο, έκανε τη λεκάνη της τουαλέτας της να εκραγεί σαν βόμβα. Η άτυχη γυναίκα, που καθόταν εκείνη τη στιγμή στον θρόνο και χάζευε τον καινούργιο κατάλογο της Banana Republic, έγινε κομμάτια» (τ. 2, σελ. 603-604). Και το αγαπημένο μου απόσπασμα: «Ο Χάρολντ Γκάρντενερ φώναξε στον Άλφρεντ Ζίτνερ… για να τον ρωτήσει αν οι δρόμοι θα κατέρρεαν. Ο Ζίτνερ απάντησε ότι πρώτα θα πάγωνε η Κόλαση κι έπειτα θα γινόταν κάτι τέτοιο. Με τα μάτια της φαντασίας του, ο Χάρολντ είδε τον Αδόλφο Χίτλερ και τον Ιούδα τον Ισκαριώτη να μοιράζουν παγοπέδιλα και συνέχισε να σηκώνει σακιά με άμμο» (τ. 2, σελ. 673).

Ούτε τη Βίβλο δεν αφήνει ήσυχη ο αθεόφοβος συγγραφέας! Με συγκρατημένο σεβασμό και γενικότερα θετική στάση απέναντί της και απέναντι στα οφέλη από την πίστη σε μια θρησκεία και στη Θεία Δύναμη, βρίσκει την ευκαιρία να διατυπώσει μια μεγάλη αλήθεια με τον δικό του φυσικά τρόπο: «Μερικά πράγματα στη Βίβλο ήταν ακόμα καλύτερα κι από εκείνα στα κόμικς τρόμου. Άνθρωποι έβραζαν σε καυτό λάδι ή κρεμόντουσαν όπως ο Ιούδας ο Ισκαριώτης… οι μαζικές δολοφονίες μωρών που συνόδευσαν τη γέννηση του Μωυσή και του Ιησού Χριστού, τύποι που έβγαιναν απ’ τον τάφο τους ή πετούσαν στον αέρα… προφήτες που έβλεπαν το μέλλον και μάχονταν με τέρατα» (τ. 1, σελ. 510).

Οι ανθρώπινες σχέσεις, η κοινωνικότητα και η κοινωνικοποίηση, το ψυχολογικό υπόβαθρο είναι στοιχεία εξίσου διασκορπισμένα σε αυτό το βιβλίο. Ο Stehen King αναφέρει για ένα αγαπημένο μου και το πιο ευαίσθητο απ’ όλα θέμα, τη φιλία: «΄Ισως, σκέφτηκε, να μην υπάρχουν καλοί ή κακοί φίλοι, πιθανόν να υπάρχουν απλώς φίλοι, άνθρωποι που σου στέκονται όταν πονάς και σε βοηθάνε να μη νιώθεις τόσο μόνος. Και ίσως αυτοί οι άνθρωποι ν’ αξίζουν να φοβάσαι για χάρη τους και να ελπίζεις για χάρη τους και να ζεις για χάρη τους. Ίσως ν’ αξίζουν και να πεθαίνεις για χάρη τους, αν έτσι πρέπει να γίνει. Όχι καλοί φίλοι. Όχι κακοί φίλοι. Απλώς άνθρωποι με τους οποίους θέλεις, με τους οποίους έχεις ανάγκη, να είσαι μαζί, άνθρωποι που χτίζουν τα σπίτια τους μες στην καρδιά σου» (τ. 2, σελ. 236). Αν σας κουράζουν οι ιστορίες μέσα στην ιστορία ή αναρωτιέστε γιατί έπρεπε να γραφτούν τόσες παρένθετες λεπτομέρειες (που για μένα απλώς δίνουν μεγαλύτερη αληθοφάνεια και παραστατικότητα στο σύνολο του μυθιστορήματος) ο ίδιος ο Stehen King γράφει: «Έτσι είναι και με τις ιστορίες. Η μία οδηγεί στην επόμενη, και στη μεθεπόμενη, και στη μεθεπόμενη -ίσως πηγαίνουν προς την κατεύθυνση που θέλεις κι εσύ να πας, ίσως και όχι. Στο τέλος το πιο σημαντικό πιθανόν να είναι η φωνή που λέει την ιστορία παρά οι ίδιες οι ιστορίες» (τ. 1, σελ. 696). Χμμμ! Εντάξει, παραδέχομαι ότι οι μόνες σελίδες που προσπέρναγα ήταν αυτές με τις δολοφονικές επιθέσεις του Αυτού ή το κυνηγητό που εξαπέλυε, δόξα τω Θεώ ξέρω πώς βγαίνουν τα’ άντερα από ένα σώμα ή φαντάζομαι πώς θα είναι να ξεριζώνεις άκρα ανθρώπινου σώματος, δε χρειάζεται να εντρυφήσω περισσότερο. Άφηνα αυτά τα χωρία για να βυθιστώ σύντομα στην αμέσως επόμενη ιστορία ή στην εξέλιξη της δράσης.

Το «Αυτό» είναι ένα πολυεπίπεδο, κλιμακούμενο μυθιστόρημα που δεν εντάσσεται εύκολα σε καμία κατηγορία. Εναλλάσσει το γκροτέσκο με την περιπέτεια, την τραγικότητα με τη συγκίνηση, τον καθαρό και απόλυτο τρόμο με τον ρεαλισμό. Σίγουρα δεν πρέπει να ξεκινήσει κάποιος τη γνωριμία του με τον συγγραφέα με αυτό το βιβλίο, είναι όμως ένα must-read για όσους λατρεύουν τη γραφή του, το στυλ και την ποικιλία των θεμάτων και των στυλ γραφής που αναπτύσσει. Για μένα ήταν μια από τις συγκλονιστικότερες αναγνωστικές εμπειρίες και πραγματικά θα μου είναι δύσκολο να προχωρήσω σύντομα σε επόμενο βιβλίο. Είμαι ακόμη στο Ντέρι και παλεύω να εξαγνίσω τους φόβους μου για να μην έρθω κι εγώ αντιμέτωπος με το Αυτό. Διαβάστε το, απολαύστε το, ζήστε το!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *