35385_1

Η Κλόι ζει σε μια ολοκληρωτική κοινωνία, όπου η σωματική τελειότητα αποτελεί προϋπόθεση για το δικαίωμα στην ελευθερία. Είναι Καθαρή και απολαμβάνει όσα στερούνται οι υπόλοιποι. Ποιες είναι όμως οι προϋποθέσεις και τι σημαίνει μελλοντικά αυτός ο διαχωρισμός; Τι συμβολίζει το σημάδι στο χέρι που μοιάζει με το αρχαίο γράμμα που απεικόνιζε τον σύνδεσμο «στ»; Τι σημαίνει η λέξη Καθαρός και ποια η ιστορική της σημασία; Πώς την εκμεταλλεύτηκε η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας που κυβερνάει τώρα τη χώρα με δικτατορικό και απάνθρωπο τρόπο; Τι είναι το πρόγραμμα Ρ-3, ποιοι οι στόχοι του και σε τι χρησιμεύει; Τα πράγματα γίνονται χειρότερα όταν ξεσπάει πόλεμος, με τα τρόφιμα να λιγοστεύουν και τους νεκρούς να αυξάνονται. Ξένες δυνάμεις παραβιάζουν τον θαλάσσιο και εναέριο εθνικό χώρο και η χώρα αμύνεται με σπασμωδικές κινήσεις. Χωράει ο έρωτας σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπου η αξία της ανθρώπινης ζωής ολοένα και φθίνει;

Βιβλίο Οι Καθαροί 
Συγγραφέας Φραντζέσκα Μάνγγελ
Κατηγορία Κοινωνικό μυθιστόρημα 
Εκδότης Bell
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Η Φραντζέσκα Μάνγγελ έγραψε ένα δυνατό, συγκλονιστικό δυστοπικό μυθιστόρημα γεμάτο διαχρονικά μηνύματα, έξυπνη πλοκή, ενδιαφέροντες χαρακτήρες και πολλά μυστικά που όταν βγουν στο φως θα αλλάξουν τα πάντα. Η Κλόι ζει με τη μητέρα και τον αδερφό της σ’ ένα ξένο μέρος, μακριά από το σπίτι τους, χωρίς τον πατέρα της στις παραμονές του πολέμου. Το κείμενο μας βάζει από την αρχή στο σκληρό περιβάλλον στο οποίο ζουν οι χαρακτήρες: ένα σκούρο πέπλο θλίψης απλώνεται στα μάτια των παιδιών, λες και μεγάλωσαν όλα απότομα, κλειστό το κέντρο της πόλης τα Σαββατοκύριακα, στο νου των ανθρώπων υπάρχουν μόνο τρία πράγματα (να εξασφαλίζουν δουλειά και φαγητό για να επιβιώνουν), η κυβέρνηση έχει κλείσει εταιρείες, εφημερίδες, οργανισμούς, σχολές, ο αρχηγός της δηλώνει πως βάζει τη χώρα πάνω από την ίδια τη ζωή του αλλά δεν πείθει κανέναν («παρωδία ενός κράτους δικαίου που είχε πάψει προ πολλού να υφίσταται», σελ. 106). Γιατί δεν αντιδρά ο κόσμος να κάνει τα πράγματα αλλιώς; «Όσο όμως περνούσαν τα χρόνια και παγιώνονταν οι περιοριστικές αρχές, αυτό το αλλιώς έφθινε, δίνοντας τη θέση του στο αδιαμφισβήτητο της απολυταρχίας που ρύθμιζε τις κοινωνικές και προσωπικές ζωές όλων μας» (σελ. 103). Γενιά ευνουχισμένη, χωρίς έρωτα και αγάπη, χωρίς ορμές, οι Καθαροί με τους Καθαρούς και οι Στιγματισμένοι με τους Στιγματισμένους, δεν είναι μαθημένοι στα αγγίγματα, στο αυθόρμητο φιλί της αγάπης. Η κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε έναν πόλεμο-αστραπή για να πάρει την εξουσία και να υποτάξει αργά αλλά σταθερά τους κατοίκους. Και πάνω που ο τρόμος αυτός παγιώθηκε, ξεσπάει επίθεση κατά της χώρας. «-Ξέρεις, θα ξεκινήσει πάλι το παράλογο των ανθρώπων. Έχει ξανασυμβεί αμέτρητες φορές. Δεν μαθαίνουμε ποτέ» (σελ. 37).

Αφηγηματική δεινότητα, αστείρευτη φαντασία και έξυπνος, υποδειγματικός χειρισμός της πλοκής, ενδιαφέροντες χαρακτήρες, εκ των οποίων κάποιοι είναι θερμοί υποστηρικτές της κυβέρνησης και άλλοι οι χαφιέδες που βγάζουν τα απωθημένα τους καταδίδοντας όποιον θέλουν, κάποιοι είναι οι πρακτικοί που θέλουν το κεφάλι τους ήσυχο, όπως υπάρχουν και οι αδιάφοροι που δεν τους καίγεται καρφί, οι νομοταγείς εκ φόβου ή ανάγκης, ακόμη κι αυτοί που μπαίνουν μπροστά χωρίς να υπολογίζουν προσωπικά κόστη. Βουτάμε στα βαθιά από την αρχή, ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη ένας σκληρός, δυστοπικός, σκοτεινός κόσμος και μόλις γνωρίζουμε τα πρόσωπα, μόλις βλέπουμε τις μεταξύ τους σχέσεις, μόλις βιώνουμε τις πρώτες ανατροπές, ξεσπάει νέος εφιάλτης: επιστράτευση, επιτάξεις μέσων, οχημάτων και περιουσιακών στοιχείων, πρόσφυγες από τα σύνορα που πλήττονται στην αρχή της επίθεσης σφοδρά και εγκαθίστανται σταδιακά στην ενδοχώρα και πολλά άλλα αλλάζουν την καθημερινότητα όλων για πάντα. «Πεινούσαμε και φοβόμασταν. Μας υποσχέθηκαν πως θα μας γλυτώσουν κι απ’ τα δύο. Τους πιστέψαμε. Παρασυρθήκαμε. Ελπίσαμε. Κι ας ξέραμε όλοι κατά βάθος πως ήταν τρελοί» (σελ. 130). Το άχρονο της αφήγησης επιτρέπει στη Φραντζέσκα Μάνγγελ να παραθέσει τόσες και τέτοιες λεπτομέρειες από τη ζωή μεταξύ των βομβαρδισμών, για την έλλειψη τροφίμων και επικοινωνίας, για την πείνα, την εξαθλίωση και τη δυστυχία που ένιωθα έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω μου. Πρόκειται για ένα ξεκάθαρα πασιφιστικό μυθιστόρημα που τονίζει την αξία και τη σημασία της ελπίδας, της πίστης σε αληθινά ιδανικά, τη σωστή και αντικειμενική πληροφόρηση ενώ τίθεται ξεκάθαρα κατά της προπαγάνδας. Η συγγραφέας γράφει, σημειώνει, αναφέρει, στηλιτεύει, ζωντανεύει, περιγράφει και τελικά λυγίζει μπροστά σε τι; Στα παιδιά! «Τα παιδιά με γονατίζουν. Έχουν και δεν έχουν συναίσθηση τι ακριβώς συμβαίνει… Ποιος λόγος είναι αρκετός για να δικαιολογήσει αυτόν τον όλεθρο; Ποιος λόγος είναι αρκετός για να κατανοήσουν κι εκείνα το ασυγχώρητο; Την απειλή της ζωής. Την πιο τρομακτική εμπειρία που μπορεί να ζήσει κανείς» (σελ. 215).

Η Κλόι, η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, είναι ανθρωπολόγος σε κέντρο ερευνών που προσπαθεί να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των συνανθρώπων, εξετάζοντας κοινωνικούς θεσμούς, πολιτισμικές ταυτότητες, εκπαιδευτικούς μηχανισμούς, δομές υγείας. Προϊστάμενος είναι ο Λίο Μπραθέλος, ο οποίος παθαίνει το ίδιο σοκ με τους υπαλλήλους του όταν ο ιδιοκτήτης της μονάδας την πουλάει σε μεγάλη εταιρεία ερευνών, με αποτέλεσμα να παγώσουν όλα τα προγράμματα. Ακόμη χειρότερα, η νέα επικεφαλής, Ελίζα Μπισέτ, το μόνο που ζητάει είναι αρχειοθέτηση με αναλυτικούς φακέλους και οικογενειακό και ιατρικό ιστορικό για κάθε μέλος των πληθυσμιακών ομάδων που μελετούσε το κέντρο ως τότε, κάτι που καταστρατηγεί το ιατρικό απόρρητο. Έτσι σιγά σιγά το κέντρο γίνεται όργανο της κυβέρνησης, δελεάζοντας τους εργαζομένους με σειρές παροχών που θα τους βοηθήσουν ουσιαστικά στους δύσκολους αυτούς καιρούς. Κι αν τα πράγματα δεν είναι έτσι; Η πρωτοπρόσωπη αφήγησή της χαρίζει αμεσότητα στο κείμενο και μας δίνει την ευκαιρία να βιώσουμε από πρώτο χέρι τις απανωτές αλλαγές που βιώνει στον εργασιακό της χώρο αρχικά και στην ευρύτερη κοινωνία αργότερα που ξεσπάει ο πόλεμος. Η πλοκή, σελίδα τη σελίδα, αποδομεί τη ζωή της κι αρχίζει να αλλάζει άρδην την οπτική γωνία των πραγμάτων αλλά και την αλήθεια πίσω από τα γεγονότα που βιώνει η κοπέλα. Ενώ δηλαδή αρχικά έχουμε μια πλούσια σε λεπτομέρειες καταγραφή μικρών και μεγάλων συνηθειών και θέσφατων, από το σημείο καμπής και μετά οι ρόλοι αντιστρέφονται, η αλήθεια βγαίνει στο φως, τα πάντα καταστρέφονται από αξιακής απόψεως και μένουμε, αναγνώστες και χαρακτήρες, αντιμέτωποι με μια αλήθεια τόσο σκληρή που συναγωνίζεται την κτηνωδία του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Άνθρωποι που νόμιζε πως ήξερε, άνθρωποι που πίστευε πως έχασε για πάντα, τα ίδια τα ιδανικά και οι αξίες της τσαλαπατώνται από μια σειρά γεγονότων που έφεραν τούμπα τα πάντα κι έβαλαν την ιστορία στις σωστές της διαστάσεις.

Ο αδερφός της Κλόι, ο Νόρμαν (κλειστός και εσωστρεφής, δουλεύει στη διαγραφή ψηφιακών αρχείων), ο αλλόκοτος Ντέιβιντ, ο γιος του παλαιοπώλη, ο οποίος τυραννιέται από εμμονές που δυσκολεύουν τις προσωπικές και κοινωνικές του σχέσεις και διαβάζει με τις ώρες στο μαγαζί του πατέρα του, που προειδοποιεί την Κλόι για τον πόλεμο και ανησυχεί για την Ντάρια με την οποία είναι ερωτευμένος από μικρό παιδί, η Ντάρια Καχιάνου, η καλύτερη φίλη της Κλόι, δυνατή, θετική και αισιόδοξη, που έχει τη στήριξη της οικογένειάς της και τον τρόπο της να κάνει το αδύνατο δυνατό, που δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες του αστυνομικού κράτους που υπαγορεύει κάθε της κίνηση, σκέψη και εκδήλωση κι έχει το περιβόητο σημάδι, ο Μάρκος Χαϊνάς, ο γιος του υπαρχηγού της ασφάλειας, που δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα όσο ήταν συμμαθητής με τους προηγούμενους και τώρα που έχει την εξουσία στα χέρια του έχει ξαμοληθεί για εκδίκηση, ο Έρικ Νόρμπεργκ, εκπρόσωπος της εταιρείας που εξαγόρασε το κέντρο όπου δουλεύει η Κλόι, ένας απρόσιτος, αδιευκρίνιστος, ζεστός και ταυτόχρονα απόμακρος, άψογος εμφανισιακά άντρας, κάτι που θα γοητεύσει την Κλόι με ασύλληπτες συνέπειες και για τους δύο, η ερμητικά κλειστή και εσωστρεφής Μαργκό που νοικιάζει τον πάνω όροφο στην οικογένεια της Κλόι και που σπάνια βγαίνει έξω, προσπαθώντας να κρυφτεί από μια σειρά τραυματικών εμπειριών και άλλοι ήρωες είναι το κοινωνικό, οικογενειακό και εργασιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρα η Κλόι. Όταν η καλύτερή της φίλη, η Ντάρια, εξαφανίζεται, κάνει τα πάντα για να τη βρει, πυροδοτώντας μια σειρά από εξελίξεις που θα τη φέρουν πιο κοντά σε αλήθειες που καλύτερα να μη γνώριζε ποτέ. 560 σελίδες γεμάτες από πληροφορίες, εκπλήξεις, περιστατικά, χαρακτήρες συναποτελούν ένα πραγματικά χορταστικό μυθιστόρημα γεμάτο διαχρονικά μηνύματα και ποικίλα συναισθήματα. Χωρίς καμία λέξη να είναι περιττή, στήνεται με αστείρευτη φαντασία ένα ασφυκτικό σύμπαν απολυτότητας, μέσα στο οποίο μια γυναίκα αγωνίζεται να βρει την καλύτερή της φίλη, αντιμετωπίζοντας ακόμη και το ίδιο το καθεστώς. Θα προδοθεί, θα εκπλαγεί, θα μάθει, θα ανακαλύψει και κάθε της βήμα θα τη φέρνει πιο κοντά σ’ ένα σημείο όπου μετά δε θα έχει γυρισμό. Με άψογο χειρισμό η συγγραφέας καθορίζει πολλές αλλαγές στη χώρα, στο καθεστώς και στις ζωές των ηρώων του βιβλίου, χωρίς να χάνει ούτε στιγμή το μέτρο ούτε και να αναλώνεται σε περιττολογίες. Ακόμη και τα σημαντικά μηνύματα που στηλιτεύουν διαχρονικά λάθη ή υποστηρίζουν τρυφερές και σημαντικές έννοιες για την ανθρώπινη εξέλιξη πηγάζουν από πράξεις, κίνητρα και ελάχιστα λόγια, εξ ου και δεν κουράστηκα ούτε λεπτό.

Πάντως, εκτός από τα προτερήματα του μυθιστορήματος που ανέλυσα πιο πάνω, κρατάω δύο θετικότατα γνωρίσματα που σημάδεψαν εμένα ως αναγνώστη: πρώτον το πλούσιο σε λεπτομέρειες και χαρακτήρες και γεγονότα σύμπαν που έπλασε η συγγραφέας πριν με ρίξει στα βαθιά νερά των ανατροπών που άλλαξαν οριστικά την οπτική γωνία από την οποία κοίταγα «εξαιτίας» της ως τότε το κείμενο και δεύτερον το τέλος. Η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος με συγκλόνισε και ταυτόχρονα με έκανε να αναρωτηθώ γιατί να στηθεί ένας ολόκληρος δυστοπικός κόσμος μόνο και μόνο για να φτάσουμε να μάθουμε αυτό που ανέτρεψε το βιβλίο. Η απάντηση είναι μία: για να έχουμε περισσότερο χώρο να αναπνεύσουμε. Η συγγραφέας παρασύρθηκε να ζωντανέψει, να καταγράψει, να αποτυπώσει χαρακτηριστικά γνωρίσματα που όλοι έχουμε βιώσει ή μάθαμε από τα προηγούμενα χρόνια της Ιστορίας και να τα εντάξει σ’ ένα άχρονο σύμπαν ώστε να τονίσει τη φρίκη τους και να διατρανώσει ξανά και ξανά τη σημασία και την αξία της ειρήνης και του ότι πρέπει να μαθαίνουμε από τα λάθη μας και να μην τα αγνοούμε. Δεν κουράστηκα πουθενά, δε βαρέθηκα στιγμή, το κάθε τι ήταν δοσμένο με τέτοιο τρόπο που από τη μια με εντυπωσίασαν η ευρυμάθεια της Φραντζέσκας Μάνγγελ και ο τρόπος που ανέπτυξε μέσω αυτής της γνώσης το σύμπαν της κι από την άλλη ένιωσα και κατάλαβα πολύ καλά τη φρίκη ενός πολέμου, την απληστία του ανθρώπου, το νόημα της προπαγάνδας και πως όλα αλλάζουν ριζικά από τη μια στιγμή στην άλλη. Κι όλα αυτά ήταν μια καλοκεντημένη κουρτίνα που όταν ήρθε η ώρα η συγγραφέας την έσκισε με σαδισμό για να μου αποκαλύψει φριχτά μυστικά για ενέργειες που πάντα θα γίνονται εις το όνομα της επιστήμης και με αφορμή ή προκάλυμμα έναν πόλεμο. Χορταστικό, πλούσιο, γεμάτο κείμενο για έναν κόσμο που μακάρι να μη βιώσει ποτέ κανείς μας, εξ ου και έπρεπε να στηθεί όλος αυτός ο κόσμος γύρω από την κεντρική απάνθρωπη ιδέα.

Το τέλος του βιβλίου λοιπόν είναι μια επιλογή που σπάνια υποστηρίζω όταν τη συναντάω. Δείχνει αμηχανία ή προχειρότητα, βιασύνη, αδυναμία κλπ. όμως η Φραντζέσκα Μάνγγελ με έπεισε πως αυτό έπρεπε να γίνει για να δείξει πως αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία η πορεία της ζωής μας, πως η ίδια δεν παύει να πιστεύει στον άνθρωπο και στη δύναμη του καλού που εμφιλοχωρεί μέσα του και στο κάτω κάτω, όπως λέει και στο επίμετρο: «Από εμάς εξαρτάται πάντοτε η κατάληξη, εμείς αποφασίζουμε για την έκβαση των γεγονότων, γυρνώντας το κεφάλι στο σκοτάδι ή στο φως». Έτσι λοιπόν δεν επικροτώ τέτοια «φινάλε» αλλά ήρθε η στιγμή που μια συγγραφέας με έκανε να μαλακώσω τη στάση μου, δείχνοντάς μου πως τίποτα στη ζωή δεν είναι άσπρο και μαύρο, πόσο μάλλον στα βιβλία που γεννάνε χιλιάδες σκέψεις, πολλές φορές αντικρουόμενες μεταξύ τους ή αντικρούουν όσα πίστευα κι ένιωθα ως τώρα.

Photo by Augustine Wong on Unsplash

«Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι. Εκείνοι οι οποίοι σχεδιάζουν τους πολέμους κι εκείνοι που τους βιώνουν. Τη μοχθηρία των πρώτων δεν τη φτάνει η φαντασία των δεύτερων» (σελ. 324). Με αυτό το μότο η Φραντζέσκα Μάνγγελ εξαπολύει σ’ ένα φαντασιακό σύμπαν κακούς και καλούς, ρίχνοντάς τους σ’ έναν αγώνα δρόμου και επικυριαρχίας, στολίζοντάς τους με καίριες αλήθειες και ελάχιστα καλολογικά στοιχεία, σμιλεύοντάς τους ως το τέλος και φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με γεγονότα και πράξεις που δεν είναι έτοιμοι να χειριστούν. «Οι Καθαροί» είναι ένα πλούσιο σε γεγονότα, σκηνές και νοήματα μυθιστόρημα που με άλλαξε αναγνωστικά και ψυχοσυναισθηματικά, κάνοντάς με πιο προσεκτικό σε όσα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά γεγονότα διαδραματίζονται γύρω μου.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Υπάρχει κάτι σχετικό με όσα συμβαίνουν στη ζωή μας. Δεν ορίζονται πάντα από τον βαθμό δυσκολίας τους όσο από την οπτική μας προς αυτά, τον τρόπο με τον οποίο τα αντιμετωπίζουμε. Άνθρωποι που η ζωή στεκόταν μαζί τους απαλή σαν πουπουλένιο χάδι, εκείνοι την ξεπουπούλιαζαν γκρινιάζοντας. Κι άλλοι που περπατούσαν ολημερίς σε κάρβουνα, το έκαναν γελώντας» (σελ. 51).

«Την τραγικότητα δεν την καταλαβαίνεις τη στιγμή που συμβαίνει. Πρέπει να γίνει κάτι πολύ ακραίο για να τη δεις κι αυτό συνήθως συμβαίνει τόσο σταδιακά, ώστε μέχρι να το συνειδητοποιήσεις, το έχεις πρώτα συνηθίσει» (σελ. 123).

«Αν θέλουμε να παραμείνουμε άνθρωποι, δεν πρέπει να ξεχνάμε! Δεν πρέπει να συνηθίζουμε! Η λήθη και η συνήθεια είναι η θανατική μας καταδίκη. Οφείλουμε να την πολεμάμε» (σελ. 134).

«Αρνήθηκε να πάει το μυαλό μας στο κακό. Ήμασταν δύσπιστοι, αφελείς και αλαζόνες. Έφταιγε η αισιοδοξία μας;… Το δεν μπορεί να μου συμβεί εμένα αυτό; Παρόλο που ξέρουμε πως έχει συμβεί ξανά και ξανά σε εκατομμύρια ανθρώπους ανά τους αιώνες; Καμιά φορά σκέφτομαι πόσες ψυχές θα είχαν γλυτώσει αν αντιλαμβάνονταν άμεσα τον κίνδυνο. Αν ακούγαμε, βλέπαμε, παρατηρούσαμε αντί μοναχά να μιλάμε… Ο άνθρωπος έχει την τάση προς το καλό, ασχέτως αν στο σύνολό του προκαλεί κακό» (σελ. 194-195).

Leave a Reply

Your email address will not be published.