246994447_2699075760385608_8196941313411589397_n

Μια βοηθός εισαγγελέα που μόλις χώρισε και το αφεντικό της την ανάγκασε να έρθει εκτάκτως στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών παραλίγο να δολοφονηθεί από έναν άγνωστο έξω από το κτήριο μπροστά στα μάτια του ταξιτζή που την πήγε εκεί. Από εκείνο το βράδυ ο άγνωστος βρίσκει επιτέλους σκοπό στη ζωή του και καταγράφει στο ημερολόγιό του τους φόνους που αρχίζει να διαπράττει. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και τι επιδιώκει; Πώς διαλέγει τα θύματά του; Γιατί δεν τον εντοπίζουν;

Βιβλίο Αγαπημένο μου ημερολόγιο 
Συγγραφέας Ξενοφών Φύτρος
Κατηγορία
Αστυνομικό μυθιστόρημα
Εκδότης Bell
Συντάκτης: Πάνος Τουρλής

Καλώς ήλθατε στην Ελλάδα του 2031, μια χώρα που διαλύεται μετά την εξέγερση του 2015. Η Βουλή κάηκε, η κυβέρνηση κατέρρευσε, πλιάτσικο και καταστροφές παντού, η χώρα αποβλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη, τα σύνορα έκλεισαν, τέλειωσαν οι επιδοτήσεις, τα προγράμματα, ο τουρισμός. Η Τουρκία έχει εισβάλει, γεμίζει τα νησιά με τοποτηρητές και στρατόπεδα φιλοξενίας, παρατηρείται αθρόα εισροή μεταναστών και προσφύγων που οδηγούν στην αναρχία και στον εμφύλιο ανάμεσα σε απρόθυμους οικοδεσπότες και απρόσκλητους επισκέπτες. Το τελειωτικό χτύπημα είναι η αρρώστια, μια επιδημία που δεν κάνει διακρίσεις όσο το υποβαθμισμένο και παραμελημένο λόγω χρεοκοπίας ΕΣΥ σηκώνει τα χέρια ψηλά: «Τα κρεβάτια της εντατικής έγιναν ο μαύρος χρυσός της εποχής» (σελ. 63). «Η αρρώστια ήταν άδικη, σκότωνε αλόγιστα, η κοινωνία τη μιμούνταν» (σελ. 63). Σαπίλα, φαγωμάρα, διαφθορά από τα ανώτερα κυβερνητικά κλιμάκια ως μέσα στις ίδιες τις οικογένειες: «Τώρα που τα χρήματα έχουν χάσει την αξία τους, το σημαντικό είναι τι έχεις να ανταλλάξεις, τι είσαι διατεθειμένος να δώσεις γι’ αυτό που θέλεις να πάρεις. Γυρίσαμε στην εποχή των σπηλαίων…ανταλλάσσουμε χάρες και εξυπηρετήσεις, καρφώματα και ρουφιανιές, πληροφορίες και κουτσομπολιά…Ποτέ δεν ξέρεις ποιον θα χρειαστεί να εκβιάσεις ή ποιος θα επιχειρήσει να σε παγιδέψει» (σελ. 167).

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η πλοκή του ανατρεπτικού και ευρηματικού μυθιστορήματος του Ξενοφώντα Φύτρου που με εντυπωσίασε με την καλοσχεδιασμένη εξιστόρηση, με τους ενδιαφέροντες χαρακτήρες, με τη διεισδυτική ματιά σε πρόσωπα και καταστάσεις και με την αποκάλυψη της ταυτότητας του δολοφόνου. Όταν βγήκε η αλήθεια στο φως είδα πόσο έξυπνα έπαιξε ο συγγραφέας με το μυαλό μου, πώς κατάφερε να τοποθετήσει προτάσεις και αφηγήσεις με τρόπο που αλλάζουν τα γεγονότα μ’ ένα απλό κλικ και πώς έβαλε τα πράγματα στη σωστή τους θέση αφήνοντάς με άφωνο. Έχουμε τριτοπρόσωπη αφήγηση που εναλλάσσεται με την πρωτοπρόσωπη του ημερολογίου που κρατάει ο δολοφόνος και εκφράζει τις σκέψεις, τους προβληματισμούς, τις πράξεις του, κάτι που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Ο δολοφόνος δε νιώθει τίποτα απολύτως για τα θύματα, τα διαλέγει στην τύχη. «Από εκείνο το βράδυ ζω για να σκοτώνω… Έθαψα τον παλιό μου εαυτό κι ανακάλυψα έναν καινούργιο, πιο αδίστακτο και αποφασισμένο. Ξαναγεννήθηκα κι ένιωσα αμέσως καλύτερα» (σελ. 20, μια φράση που σημαίνει πάρα πολλά!). Πώς έφτασε ως αυτό το σημείο, ποιος ήταν πριν, είχε σχέση, δουλειά; Γιατί απογοητεύτηκε απ’ όλα κι απ’ όλους; «…μόλις που καταφέρνω να επιβιώνω πλέον. Αλλά όχι μόνο εγώ, και η αιτία γι’ αυτό είναι άλλη» (σελ. 25). Ένας άνθρωπος που καταγράφει την κατρακύλα της χώρας του, παρατηρεί τα πάντα γύρω του, ανοίγεται σταδιακά, καταγράφει τα αίτια της μεταστροφής του και ξεδιπλώνει τον χαρακτήρα του, φέρνοντας στο φως κάθε του πτυχή. Δείχνει απαισιόδοξος, πεσιμιστής, αλλά οξυδερκής. Με δεξιοτεχνία περνάμε σταδιακά από το γενικό, την κατάσταση δηλαδή που βιώνει ο κόσμος και ο δολοφόνος και τη μαθαίνει έτσι ο αναγνώστης, στο ειδικό, στον τρόπο σκέψης του, στα κίνητρά του κλπ.

Στο ημερολόγιο λοιπόν δίνονται συναρπαστικές και άκρως ρεαλιστικές περιγραφές από το δυστοπικό περιβάλλον στο οποίο δρουν οι ήρωες του μυθιστορήματος και όλα δείχνουν τόσο οικεία που λες πως, πράγματι, θα μπορούσε να γίνει και στη σημερινή μας πραγματικότητα το καθένα από αυτά. Είμαστε στην εποχή του rollphone, της απαγόρευσης κυκλοφορίας, της διανομής τροφίμων, σύζυγοι αλληλοσφάζονται για το καμένο φαγητό, έφηβοι σκοτώνουν τους γονείς τους για το χαρτζιλίκι, γίνονται θανάσιμοι καβγάδες στο λεωφορείο για μια θέση, απελπισμένοι πνίγουν κατάκοιτους γονείς, μητέρες πετούν τα νεογέννητα μωρά τους. «Μια ολόκληρη χώρα ξέσκιζε τις σάρκες της». Μια απελπισία: «Η πείνα δεν τους άφηνε να σκεφτούν, πόσο μάλλον να ελπίζουν για το μέλλον που ερχόταν σαν φρενιασμένο τρένο καταπάνω τους» (σελ. 27). Η Πολιτοφυλακή είναι το σώμα ασφαλείας το επιφορτισμένο με τη διατήρηση της τάξης όσο ο Μητροπολιτικός Δήμος Αττικής δέχεται τρόφιμα από ξένες κυβερνήσεις για να τα μοιράσει στον κόσμο. Πολλά κτήρια άλλαξαν χρήση, όπως η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών (πρώην Περιφέρεια Αττικής) στην Κηφισού και η ΓΑΔΑ (πρώην ΟΠΑΠ) στη λεωφόρο Αθηνών. Ανατριχιαστικές και ασφυκτικές οι περιγραφές ενός κόσμου που καταρρέει και εξαφανίζεται: «Στην αρχή ήταν θέμα ασφαλιστικών εταιρειών. Μετά την οικονομική κατάρρευση, θέμα γνωριμιών και μέσου. Μετά την πανδημία, θέμα χρημάτων και μόνο, πραγματικών χρημάτων» (σελ. 63). «Κανείς δε γράφει πια, κανείς δε διαβάζει, κανείς δεν κρίνει αυτά που βλέπει και ακούει. Ποιος ο λόγος να μάθεις γράμματα, παιδί μου;» (σελ. 92).

Ανατριχιαστικές είναι οι περιγραφές του γκέτο των Εξαρχείων και Νεάπολης: «Τα παλιά νεοκλασικά έστεκαν αγέρωχα… Κάποια ήταν ακόμη κατοικήσιμα… Κάποιων η πρόσοψη ήταν ακόμη μαύρη από την καπνιά… Οι άνθρωποι που ζούσαν μέσα κι έξω από τα κτίρια… δε διέφεραν από τα κτίσματα που είχαν καταλάβει. Κάποιοι στέκονταν ακόμη όρθιοι, στα πόδια και στο μυαλό. Κάποιων η ψυχή είχε μαυρίσει για πάντα… και άλλοι ήταν ζωντανοί-νεκροί, ζούσαν γιατί δεν είχε έρθει η ώρα τους να πεθάνουν…αλλά η ψυχή τους είχε πεθάνει από καιρό…Κανείς δεν ήθελε να μπει, κανείς δεν μπορούσε να βγει» (σελ. 42). Πολυμελείς οικογένειες, άνθρωποι στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, οι νέοι άντρες δουλεύουν σε κακοπληρωμένες κι επικίνδυνες δουλειές, κόπος μέγιστος αλλά μεροκάματο ελάχιστο. Οδοφράγματα και συρματοπλέγματα, ο στρατός φυλάει τους δρόμους, μια χώρα μέσα σε μια άλλη χώρα. Κι αυτό προσφέρει την ευκαιρία σε αδίστακτους σωματέμπορους και ναρκέμπορους να κάνουν χρυσές δουλειές!

Photo by Jp Valery on Unsplash

Ποιοι δρουν λοιπόν σε αυτόν τον εσχατολογικό κόσμο; Ο υπαστυνόμος του Τμήματος Ανθρωποκτονιών Παύλος Οικονόμου, απογοητευμένος από την κοινωνική κατάσταση, από τη διαφθορά, από τις ανισότητες, από την τρέλα που κυριαρχεί στον κόσμο, βιώνει μια δύσκολη κατάσταση, με την προϊσταμένη του Τμήματος, αστυνόμο Μαριλένα Αθανασίου να ζει έναν εφιάλτη, αφού οι νέες υποθέσεις που τους περιμένουν είναι πάντα περισσότερες από αυτές που καταφέρνουν να επιλύσουν. Οι μεταξύ τους σχέσεις είναι τεταμένες, αφού έχει αναθέσει στον Οικονόμου τις υποθέσεις αρχείου στις οποίες φυσικά δεν έχει κάνει καμία πρόοδο, ο άνθρωπος αυτός θέλει όμως να βγει στην ενεργό δράση, να βοηθήσει στον ήδη δύσκολο αγώνα της εγκληματικότητας. Μπροστά στην απειλή όμως να αναλάβει τους φόνους στο γκέτο ξεκινάει με νέα διάθεση, αποφασιστικότητα και σχέδιο τις πεπαλαιωμένες και παγωμένες υποθέσεις: «Ψάξε την εξαίρεση, όχι τον κανόνα». Μήπως όμως αυτή η αλλαγή εξυπηρετεί τα σχέδια κάποιων που προσπαθούν να κρατήσουν τη θέση τους μες στο Σώμα και ψάχνουν για αποδιοπομπαίο τράγο; Από την άλλη, έχουμε τον αστυνομικό συντάκτη Μιχάλη Παυλόπουλο, που συμβιβάστηκε με την ελαφρότητα και με τον ρόλο της νέας του δουλειάς στην επιρροή της κοινής γνώμης, έθαψε τα όνειρά του και τα αντικατέστησε με συμβατικούς στόχους, ταιριαστούς με την πραγματικότητα. Κυνηγάει την αποκλειστικότητα, βιώνει εξίσου δύσκολες καταστάσεις και αναζητά το «λαυράκι».

Ένας αγνός ήρωας του βιβλίου είναι η παθολόγος Άννα Χαριτάκη, η οποία εργάζεται καταβεβλημένη και καταπονημένη σε νοσοκομείο που αγωνίζεται να μείνει όρθιο παρά τις διακοπές ρεύματος, τα ελάχιστα φάρμακα και τις συνεχείς μεταλλάξεις ενός θανατηφόρου ιού: «Το παν ήταν να μην μπεις στο νοσοκομείο…Να πάρεις και αγαπημένα πρόσωπα μαζί σου στο τελευταίο ταξίδι, εξαιτίας ενός ύστατου αποχαιρετισμού, ενός ένοχου φιλιού» (σελ. 58). Κόρη συνταξιούχου καρδιοχειρουργού και μέλους της κυβέρνησης που εκπροσωπεί το χρήμα και την εξουσία στα μάτια της κόρης του, η οποία γυρίζει την πλάτη της σε αυτά και προσφέρει ανιδιοτελώς σε όσους τη χρειάζονται, ακόμη και μετά τη βάρδια της. Μένει μακριά από τη φρουρούμενη Εκάλη και τη βίλα του πατέρα της και οι εκρήξεις μεταξύ τους είναι συχνές. Και μιας που αναφέραμε την κυβέρνηση, εκεί γίνεται το «έλα να δεις», με απανωτά διαπλεκόμενα παιχνίδια, παγίδες, συμφωνίες σιωπής και πολλά άλλα, σχεδόν όλα ενορχηστρωμένα από τον Χάρη Βλασιάδη, γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου, πρωτεργάτη της εκποίησης επιλεγμένης δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας. Στο πλάι τους δρουν και άλλα πρόσωπα, όλα με τον δικό τους στενό ή ευρύτερο οικογενειακό, φιλικό και επαγγελματικό κύκλο, που φωτίζουν διαφορετικές πτυχές της κοινωνίας που έχει στήσει ο συγγραφέας κι αρχίζουν σταδιακά να δένονται μεταξύ τους και να γίνονται αναπόσπαστοι κρίκοι μιας αλυσίδας συναρπαστικών γεγονότων. Ποιος λοιπόν είναι αυτός που πήρε την κατάσταση στα χέρια του και σε τι αποσκοπεί; Ποια είναι τα κίνητρά του και ποιος θα βρεθεί να τον σταματήσει, αφού τα πάντα καταρρέουν;

Το «Αγαπημένο μου ημερολόγιο» είναι ένα άρτιο, πανέξυπνο αφηγηματικά και όχι μόνο, καλά σχεδιασμένο αστυνομικό δυστοπικό μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας ξέρει, βλέπει, παρατηρεί τι γίνεται γύρω μας στο σήμερα και με τον κατάλληλο βαθμό φαντασίας φτάνει τον κόσμο μας στα άκρα: η Ευρωπαϊκή Ένωση πέφτει στα έξι μέλη με τις άλλες χώρες να περνούν σε άλλες σφαίρες επιρροής (π. χ. Κρεμλίνο), το μεταναστευτικό έχει οδηγήσει σε εμφύλιο πόλεμο την Ελλάδα και πολλά άλλα. Μέσα σε αυτό το εσχατολογικό περιβάλλον, με τις σημαντικές παρατηρήσεις, τις αληθοφανείς ακρότητες και την απόλυτη διαφθορά, οι αλληλοεπιδράσεις των ηρώων είναι στενά δεμένες μεταξύ τους και όλοι μαζί δημιουργούν ένα ντόμινο εξελίξεων όπου ο ένας πέφτοντας παρασύρει τον άλλον. Ο θάνατος κόβει βόλτες ανάμεσά τους και γύρω τους, μία λέξη φέρνει ανατροπές, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα όταν έρχεται στο φως τους συνδέει απάντεχα με κάτι άλλο κι έτσι έχουμε ένα παλλόμενο παζλ που δεν ξέρεις τι θα βρεις κάτω από το κάθε κομμάτι του. Η αφήγηση και το στήσιμο του κόσμου είναι σωστά μοιρασμένο με τις καθαυτές εξελίξεις κι έτσι το κάθε κεφάλαιο κόβει ακόμη περισσότερο την ανάσα κι όσο κλιμακώνεται η πλοκή τόσο μεγαλώνει η αγωνία για τη συνέχεια, για την ταυτότητα του δολοφόνου και για τη μοίρα όλων αυτών που κοιτάνε την πάρτη τους και μόνο, πιόνια κι αυτοί ενός παγκόσμιου παιχνιδιού. «Αγαπημένο μου ημερολόγιο», θα κάνω καιρό να σε ξεχάσω!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *